Η εμμονική έμπνευση του Φίντσερ

Με αφορμή το "Gone Girl", ο Αντώνης Καρπετόπουλος γράφει για το τι είναι αυτό που κάνει τον Φίντσερ σημαντικό δημιουργό κι όχι απλά έναν καλό σκηνοθέτη.
SHARES

Κατάλαβα τη δυσκολία του Θοδωρή Δημητρόπουλου να γράψει για την τελευταία ταινία του Ντέιβιντ Φίντσερ, «Το κορίτσι που εξαφανίστηκε» χωρίς να προδώσει κανένα από τα μυστικά της: θα κάνετε καλά να διαβάσετε την κριτική που της κάνει καταθέτοντας την ικανοποίησή του για το αποτέλεσμα. Θα πρόσθετα μόνο κάτι: ότι το «Gona Girl», όπως οι πιο πολλές από τις ταινίες του Φίντσερ, είναι ένα ωραίο μάθημα για το τι είναι η σκηνοθεσία και ποιο είναι το μυστικό που μπορεί να βοηθήσει ένα καλό filmmaker να γίνει ένας πολύ σημαντικός δημιουργός.

Σίγουρα ένας από τους καλύτερους αμερικάνους σκηνοθέτες του καιρού μας.

Ενας καλός σκηνοθέτης οργανώνει τη δουλειά, συνεργάζεται με τους βοηθούς και τους τεχνικούς του για να φτιάξει το κάδρο που θέλει, διαλέγει και διευθύνει (και σε μερικές περιπτώσεις κατηχεί τους ηθοποιούς του), επιμελείται προσωπικά το τελικό αποτέλεσμα έχοντας λόγο για το μοντάζ, τη φωτογραφία, τη μουσική. Όλα αυτά αρκούν για να τον κάνουν καλό επαγγελματία και να του χαρίσουν αναγνώριση – ειδικά αν έχει την τύχη να δουλέψει με παραγωγούς που δεν τσιγκουνεύονται και που σέβονται την πρόθεσή του. Δεν αρκούν, όμως, για να τον κάνουν σημαντικό: ο σημαντικός σκηνοθέτης εμπνέεται από την ιστορία που θέλει να αφηγηθεί και συχνά την απογειώνει.

Γιατί; Γιατί η έμπνευση του υπηρετεί τις αναζητήσεις του, του χρειάζεται ως εργαλείο για να προβληματιστεί πάνω στα ανθρώπινα πάθη, καμιά φορά εξυμνώντας τα: με απλά λόγια οι ιστορίες που διαλέγει έχουν συνήθως ένα κοινό παρονομαστή, που είναι αυτός που τον ιντριγκάρει και που έχει να κάνει με την ίδια την ανθρώπινη φύση. Ο καλός σκηνοθέτης διεκπεραιώνει, αφηγείται, αναπαριστά. Ο σημαντικός δημιουργός χρησιμοποιεί την αφήγηση για ενδοσκόπηση, χτίζει ένα κόσμο για να τον απογυμνώσει ή να τον κατεδαφίσει, χρησιμοποιεί τον ήρωα παραβολικά για να μιλήσει για τα βαθιά εσωτερικά μονοπάτια της ανθρώπινης ύπαρξης. Παρηγορεί ή αποδομεί προβάλλοντας κάθε αντιφατικότητα.

 

Πολλοί από τους μεγάλους εμπνεύστηκαν από τον έρωτα, τη ματαιοδοξία, τη φιλοδοξία, άλλοι από το πάθος, κάποιοι λίγοι έψαξαν τις παρυφές του τρόμου παίζοντας μαζί μας και άλλοι απλώς μας είπαν μαγευτικά παραμύθια. Τα τελευταία τριάντα χρόνια πολλοί αυτοψυχαναλύθηκαν ή κατήγγειλαν. Ο Φίντσερ με γοητεύει για την παθολογική του αγάπη στην εμμονή και στην εξερεύνησή της.

Από τον καιρό του άνισου αλλά εξαιρετικού «Αλιεν 3» και του «Seven» οι ήρωες του Φίντσερ είναι παγιδευμένοι άνθρωποι, οι περισσότεροι θύματα των εμμονών τους. Στις ταινίες του οι εμμονές αυτές είναι ευδιάκριτες: στην ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον καταλαβαίνεις την εμμονή της αναζήτησης μιας νεανικότητας – ο Φίντσερ παίζει με το παράδοξο του να γίνεσαι νέος γερνώντας θυμίζοντας ότι πάντα το τέλος καραδοκεί. Στο Fight Club η εμμονική βιαιότητα γίνεται ανεμοστρόβιλος. Στο Zodiac, ένα αδικημένο από την κριτική άρρωστο αριστούργημα, ο ήρωας βουλιάζει αναζητώντας ένα δολοφόνο, ψάχνοντας στην εμμονή του αυτή το σκοπό της ζωής του. Το House off Cards είναι η ελεγεία μιας αρρωστημένης εμμονής.

 

Ο Φίντσερ δεν γράφει τα σενάρια, αλλά τα διαλέγει διαβάζοντας συνήθως βιβλία και το κριτήριο του είναι σαφές: τον ιντριγκάρει η εμμονή ως διαδικασία, γιατί είναι μια διαδικασία υπόγεια όσο η συνείδηση. Δεν είναι ποτέ εύκολο να περιγράψεις με εικόνες το ανθρώπινο υποσυνείδητο και για αυτό κάθε ταινία του Φίντσερ είναι άξια προσοχής – είτε είναι, είτε δεν είναι ολοκληρωμένη. Στο Gona Girl η εμμονή κινεί την ιστορία: υπάρχει η εμμονή της εκδίκησης που φλερτάρει με την παραφροσύνη, αλλά και η ερωτική εμμονή που σε καταστρέφει. Και υπάρχει και η εμμονή της Αμερικής στο να δημιουργεί ενόχους και αθώους, αδιαφορώντας για το ποιοι αληθινά είναι θύτες ή θύματα μπροστά στην ανάγκη να κάνει το κοινό να κολλήσει στην τηλεόραση.

Η κεντρική ιδέα, η στόχευση της αφήγησης για να το πω διαφορετικά, αποθεώνεται στην προκειμένη περίπτωση από τη σκηνοθεσία του Φίντσερ. Κάποιος που θα προτιμούσε τις σκηνές δράσεις από τις θύελλες του ανθρώπινου υποσυνείδητου θα διάλεγε άλλους ηθοποιούς, (πιο ικανούς στο παιγνίδι των βλεμμάτων και των συμπεριφορών) και θα έχτιζε με αυτούς ένα ωραίο θρίλερ καθώς το «βιβλίο – σενάριο» της Τζίλιαν Φλινν εμπεριέχει τις πάντα λατρεμένες από το κοινό ανατροπές. Όμως ο Φίντσερ, που δεν είναι ένας απλά καλός διεκπεραιωτής, το κάνει όλο τελείως διαφορετικά: το πώς έγινε και το τι έγινε ενδιαφέρουν λιγότερο από το γιατί έγινε και το τι θα ακολουθήσει.

 

Οι απαντήσεις που δίνονται είναι απλές πόρτες για να περπατήσουν οι ήρωες γρηγορότερα το δρόμο του προσωπικού τους χάους. Ο Φίντσερ δίνει στην ταινία ένα πολύ ιδιαίτερο ρυθμό σκηνοθετώντας σαν να βάζει εκρηκτικά: στήνει τα πάντα όπως πρέπει κι ανάβει το μακρύ φυτίλι. Εκεί που είσαι περίπου βέβαιος για το τι βλέπεις ακολουθούν εκρήξεις: σχεδόν τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται, όλα μπορεί να γίνουν χειρότερα και μην βιαστείτε να προεξοφλήσετε ό,τι ακολουθεί. Δεν υπάρχουν αυτοσχεδιασμοί και μανιέρες βιρτουόζικες, αλλά ένας μυστήριος ρυθμός: η αφήγηση κολλάει και επιταχύνει, ισιώνει κι ανατρέπεται, αλλά όλα είναι αφηγηματικά τίμια.

Η ταινία αρχίζει και τελειώνει με ένα flash buck χάδι σε γυναικεία μαλλιά συνοδευμένο από την αγωνία του Νικ για το τι η Είμυ σκέφτεται. Το πρώτο πλάνο έχει πολύ τρυφερότητα, το τελευταίο, που είναι το ίδιο, έχει κάτι της το εφιαλτικό. Η μαστοριά του Φίντσερ κάνει διαφορετικό, το απολύτως όμοιο, γιατί ο Φίντσερ έχει αλλάξει τη γωνία της ματιάς – και της δικής σου ματιάς! Ο Μπεν Αφλεκ και η Ρόζαμοντ Πάικ δεν κλισσάρονται. Δυο πιο στιβαροί ηθοποιοί θα γίνονταν ο απατεώνας Νικ και η υπέροχη Εϊμυ.

Χάρη στον Φίντσερ ετούτοι εδώ γίνονται σημαντικότεροι βγάζοντας κάτι το αχνό: θυμίζουν ότι στη ζωή όλοι συχνά αγαπάμε να παίζουμε ρόλους. Ποιος δεν έχει πει ψέματα για να γλυτώσει την πίεση μιας γυναίκας και ποια δεν νοιώθει μοναδική και υπέροχη; Ποιος δεν υποδύθηκε ότι είναι ο mr perfect για να σαγηνέψει μια ωραία γκόμενα, αδιαφορώντας για το κόστος; Ποια δεν προσπάθησε να φτιάξει ένα άνδρα, όπως τον θέλει; Ποιος δεν πανικοβλήθηκε, όταν δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στα υψηλά στάνταρ του λατρεμένου του life style; Ποια δεν έκανε ότι δεν καταλαβαίνει, ενώ μέσα της έβραζε; Σε αυτό το πρώτο επίπεδο οι χαρακτήρες μιλάνε στον καθένα μας και συχνά μας διασκεδάζουν.

Αλλά όταν η ψυχοπάθεια και οι εμμονές συναντιόνται κάθε ταύτιση πάει περίπατο: όπως όλοι οι μεγάλοι ο Φίντσερ δεν κάνει μια ταινία για μας, κάνει μια ταινία για εκείνον…

 

 
Share
Follow
comments powered by Disqus
PROMO
Social Man
Newsletter

Το ΟΝΕΜΑΝ επιλέγει και σου στέλνει τα καλύτερα θέματα στο email σου.