Tίποτα δε μένει όρθιο στo νέο ‘Terminator’

Ο Σβαρτζενέγκερ είναι απολαυστικός στο “Terminator: Genisys”, με την Εμίλια “Καλίσι” Κλαρκ να είναι η νέα Σάρα Κόνορ.
SHARES

Το πιο ισχό κοπλιμέντο που μπορεί να κάνει κάποιος στο “Terminator: Genisys”, τη νέα προσθήκη σε ένα ταλαιπωρημένο, κατα-λάθος franchise, είναι πως είναι η καλύτερη ταινία της σειράς από το “Terminator 2” κι έπειτα. Αφενός, κάπως εννοείται αυτό. Αφετέρου, δεν λέει απολύτως τίποτα.

Ας τα πάρουμε από την αρχή. Όχι, λάθος έκφραση. Αρχή δεν βρίσκεις στο χρονικό γαϊτανάκι του "Genisys".

Ας πούμε κάτι άλλο λοιπόν αντί αρχής. Ας πούμε από πού ξεκινά η ταινία.

Ξεκινά στον πόλεμο ανθρώπων και μηχανών, στο μέλλον, όπου παρακολουθούμε για μια σχετικά σύντομη σεκάνς δράσης ποιο είναι αυτό το αποτρόπαιο μέλλον που υποσχέθηκαν οι ταινίες του Τζέιμς Κάμερον, και το πώς αρχίζουν να συμβαίνουν τα πράγματα που ξεκινούν τη δράση εκείνων των δύο ταινιών. Είναι οι τελευταίες μέρες της μάχης, οι άνθρωποι με ηγέτη τον Τζον Κόνορ κερδίζουν έδαφος, κι οι μηχανές σε μια απέλπιδα προσπάθεια να διατηρήσουν τον έλεγχο, στέλνουν πίσω στο χρόνο μια μηχανή για να σκοτώσει τη Σάρα Κόνορ πριν αυτή γεννήσει τον μελλοντικό Μεσσία.

 

Τα ξέρουμε όλα αυτά. Ξέρουμε πως ο Τ-800 με τη μορφή του Άρνολντ Σβαρτζενέγκερ θα κυνηγήσει τη Σάρα Κόνορ, ξέρουμε πως ο Τζον θα στείλει στο παρελθόν τον Κάιλ Ρις για να την προστατέψει (“Come with me if you wanna live!”), ξέρουμε πως ο Κάιλ θα γίνει ο πατέρας του Τζον.

Μόνο που ετούτη τη φορά τα πράγματα εξελίσσονται αλλιώς. Ο Τ-800 πάει πίσω στο χρόνο αλλά τον περιμένει μια αναπάντεχη έκπληξη. Ο Κάιλ Ρις πάει πίσω στο χρόνο αλλά συναντά έναν Εξολοθρευτή που δεν είχε δουλειά να βρίσκεται (ακόμα) εκεί, και τον σώζει η Σάρα Κόνορ (“Come with me if you wanna live!”). Τα πάντα είναι εκτός. Τα πάντα είναι παραλλαγμένα.

Πραγματικά, κι αυτό είναι το πρώτο πράγμα που αναγνωρίζεις στην ταινία, έχει διάθεση ιερόσυλη. Εφαρμόζοντας στην πράξη το δόγμα Κάμερον περί του πώς εμείς οι ίδιοι σχηματίζουμε τη μοίρα μας, το “Genisys” δεν αισθάνεται ούτε στιγμή παγιδευμένο στα δεδομένα των ταινιών που έχουν προηγηθεί, και χάρη σε ένα σεναριακό τέχνασμα όχι μόνο στηρίζει εμφατικά πως δεν υπάρχει μοίρα, αλλά της ρίχνει πυρηνική βόμβα μες στο στόμα και την βάζει να την καταπιεί. Το “Genisys” δεν αφήνει τίποτα όρθιο, είναι μια σχιζοφρένεια, ένα χάος, που δεν κρατά τίποτα ως ιερό.

Ωραία. Εμείς σχηματίζουμε τη μοίρα μας. Και είναι σημαντικό σε μια εποχή που όλο και περισσότερα μπλοκμπάστερ φοβούνται να πάρουν το οποιοδήποτε ρίσκο, παραμένοντας δέσμια των όποιοων προτύπων έχουν προηγηθεί, να βλέπεις μια franchise ταινία με τέτοια αναρχική διάθεση.

Λίγο αυτή η διάθεση ανατροπής (πραγματικά, κάθε 15 λεπτά θα νιώθεις πως κάποιος σου κάνει πλάκα), λίγο η Εμίλια Κλαρκ ως Σάρα Κόνορ (δεν έχει φυσικά την ένταση της Λίντα Χάμιλτον, καμία δεν την έχει, αλλά είναι η Ντενέρις διάβολε), και κυρίως ο Άρνολντ Σβαρτζενέγκερ ως Τ-800 να είναι η ψυχή της ταινίας (με πολύ χιούμορ και πολλή καρδιά), με έκαναν να θέλω να αγαπήσω αυτή την ταινία πολύ περισσότερο από ό,τι κατέληξα να την εκτιμώ.

 

Γιατί κατά τα άλλα υπάρχουν ένα σωρό προβλήματα. Αρχικά, έχει το ίδιο πρόβλημα που περιόριζε κάπως και το “X-Men: Days of Future Past”: Έχει τόσο καθάρισμα να κάνει, τόσες πλοκές να ευθυγραμμίσει και να εξηγήσει, που καταλήγει να είναι η “Exposition: The Action Movie”. Είναι πρακτικά εξηγήσεις κουφής πλοκής που διακόπτεται από σκηνές δράσης. Είναι καλοδεχούμενο ως πρόθεση, αλλά στην εκτέλεση σε κουράζει, σε κάνει να νιώθεις πως βλέπεις μια ταινία-γέφυρα.

Μα το κυριότερο πρόβλημα είναι πως όλα είναι κάπως αβαρή. Τα πρωτότυπα δύο “Terminator” ήταν κατά βάση b-movies όπου η δράση και οι μάχες έμοιαζαν κολλημένες στο έδαφος. Στο “Genisys” βλέπεις κορμιά να σπρώχνονται και να διασχίζουν τον αέρα σα να ήταν πούπουλα, σα να τα κουβαλάνε αόρατα καλώδια, σα να ήταν, πώς να το πω αλλιώς, άψυχα πίξελ. Καμία σκηνή δράσης δεν έχει αληθινή βαρύτητα, δε σε κολλάει στην καρέκλα σου, δε σε κάνει να νιώσεις μια αγωνία, έναν πόνο, έναν θαυμασμό. Είναι σχεδόν διάφανο.

Ο σκηνοθέτης Άλαν Τέιλορ (του “Game of Thrones”) κατάφερε κάτι αντίστοιχο και στο σίκουελ “Thor: The Dark World” που είχε γυρίσει προηγουμένως, μακράν η πιο ξεχάσιμη και ασήμαντη ταινία της Marvel, ο ορισμός του επεισοδίου της βδομάδας που μέχρι το τέλος της σεζόν δεν ασχολείσαι ξανά μαζί του. Είναι κρίμα. Απορείς τι θα μπορούσε να έχει κάνει μια Μισέλ Μακλάρεν με το ίδιο ακριβώς υλικό, ένας σκηνοθέτης που να μπορεί να αποτυπώσει τον τρόμο και την αγωνία μιας κάθε απροσδόκητης στιγμής- και το “Terminator: Genisys” έχει πολλές από αυτές.

 

Η αλήθεια, κι αυτό είναι κάτι που διαπιστώνουμε εξαρχής κάθε φορά με κάθε νέα ταινία, το “Terminator” δεν ήταν το είδος του φιλμ που θα μπορούσε να στηρίξει franchise. Πίσω από το περίπλοκο gimmick της πλοκής, είναι απλά μια παλιομοδίτικη ταινία καταδίωξης. Κακός κυνηγά καλό, απλά τυχαίνει ο κακός να είναι από το μέλλον. Ήταν ο Κάμερον που έπαιζε, που είχε μια φανταστικά εφετίζδικη ιδέα για να στηρίξει ένα είδος ταινίας παλιό όσο το σινεμά δράσης.

Το “T2” στην ίδια ακριβώς λογική κινήθηκε, απλά με φουσκωμένα τα σημεία της δράσης. Επίσης ταινιάρα, αλλά φτιαγμένη από τα ίδια συστατικά. Απλάως λιγότερο τρόμου και περισσότερο δράσης.

Το πρόβλημα προέκυψα όταν ο Κάμερον προχώρησε σε κάτι άλλο και στα στούντιο ήρθε και κόλλησε η ιδέα πως όλο αυτό κάπως ‘συνεχιζόταν’. Δεν ήταν ποτέ φτιαγμένες αυτές οι δύο ταινίες για να δούμε το μέλλον που προφητεύουν. Ήταν απλές, γραμμικές περιπέτειες. Το 3ο “Terminator” όχι απλά έρχεται να κουμπώσει στοιχεία πλοκής που δεν ήταν ποτέ κυρίαρχα στο μύθο, μα και αντιβαίνει απόλυτα στις ταινίες του Κάμερον σε επίπεδο θεματικής: Το ‘δεν υπάρχει μοίρα’ γίνεται ‘χοχο όλα είναι ένα κοσμικό αστείο, είμαστε μαριονέτες της μοίρας μας’.

Το “Terminator: Salvation” δεν το θυμούνται ούτε αυτοί που το γύρισα, και αυτό οφείλεται στο ότι πήγαν να βασίσουν νέο franchise στον actual πόλεμο στο μέλλον, δηλαδή το λιγότερο ενδιαφέρον κομμάτι όλου αυτού του ψευδο-μύθου. Ποιος ποτέ ενδιαφέρθηκε για τον Εξολοθρευτή επειδή τον ένοιαζε όντως να δει τον πόλεμο ανθρώπων και μηχανών;

(Έπειτα υπήρξε και μια σειρά, το “Sarah Connor Chronicles”, το οποίο προσωπικά βρίσκω φανταστικό, κυρίως επειδή είχε πειραματική διάθεση κι έλεγε κουφές ιστορίες σε αυτό το σύμπαν, χωρίς ιδιαίτερη έγνοια να τα ταιριάξει όλα αυτά με κάτι προϋπάρχον. Αλλά αυτό είναι άλλη κουβέντα. Ένα rewatch της σειράς αυτής επιβάλλεται. Από τα πολύ υποτιμημένα sci-fi.)

Τελοσπάντων, όλα αυτά τα λέμε για να καταλάβουμε για ποιο λόγο ο Τζέιμς Κάμερον έχει μιλήσει τόσο θερμά για το “Genisys”. Γιατί επιστρέφει στη ρίζα του ‘ξέχνα τη μοίρα, κάνε τα κουμάντα σου’. Γιατί χρησιμοποιεί έξυπνα πολλές αναφορές στις 2 ταινίες του Κάμερον, είτε ως στοιχεία πλοκής που έπειτα ανατρέπονται, είτε ως αναφορές-κλεισίματα του ματιού. Και γιατί βρίσκει ξανά έναν τρόπο να κάνει τον Σβαρτζενέγκερ συναρπαστικό, με έναν τρόπο εντελώς καινούριο.

 

Κρίμα που ο Τέιλορ δε μπορεί να βγάλει μια καθηλωτική ταινία δράσης από όλα αυτά. Κρίμα που ο Χάι Κόρτνεϊ (ως Κάιλ Ρις) είναι λιγότερο χαρισματικός κι από ένα μαραμένο κομμάτι σπανακόπιτας πάνω σε ένα τραπέζι γεμάτο ψίχουλα. Κρίμα που δε νιώθεις ποτέ αληθινή απειλή, αληθινό βάρος σε αυτά που παρακολουθείς.

Όμως τουλάχιστον τα παρακολουθείς με ενδιαφέρον, τουλάχιστον η ταινία κάνει απρόσμενες σεναριακές στροφές, τουλάχιστον τολμά να κάνει πράγματα που θα θυμώσουν (αντί να αρκεστεί σε πράγματα που θα έκαναν άπαντες να πουν “ε, ΟΚ, εντάξει”) ή θα ενθουσιάσουν. Ο Τζ. Κ. Σίμμονς είναι απολαυστικός στο σύντομο ρόλο του, η Εμίλια Κλαρκ είναι η Εμίλια Κλαρκ, τα πάντα είναι παρανοϊκά και ο Σβαρτζενέγκερ θα σε κάνει να γελάσεις και να συγκινηθείς. Δεν είναι ότι το “Genisys” φτάνει πουθενά κοντά στα δύο κλασικά “Terminator” του Τζέιμς Κάμερον, αλλά τουλάχιστον θα σε κάνει να θες να τα δεις ξανά. Κάτι είναι κι αυτό.

 
Share
Follow
comments powered by Disqus
PROMO
Social Man
Newsletter

Το ΟΝΕΜΑΝ επιλέγει και σου στέλνει τα καλύτερα θέματα στο email σου.