FOOD & DRINK

O Steve Schneider παραλίγο να χάσει την ζωή του σε ένα bar

Και την ξαναβρήκε πίσω από ένα τέτοιο. Το Οneman συνάντησε τον πρώην καταδρομέα του αμερικανικού στρατού που μετά από ένα σοβαρό ατύχημα κατάφερε να γίνει ένας από τους καλύτερους bartender του κόσμου. Το σίγουρο είναι ότι είναι ο πιο cool.

Ήταν γύρω στις 11:00 η ώρα μόλις έφτασα στο ξενοδοχείο που έμενε. Τον πήρα τηλέφωνο να κατέβει και μου είπε ότι μόλις ξύπνησε. Κάτσαμε στο lobby και παραγγείλαμε espresso. Τίποτα στο πρόσωπό του δεν έδειχνε ότι την προηγούμενη μέρα είχε γυρίσει 4 μαγαζιά του ιστορικού κέντρου πίνοντας σφηνάκια αφού είχε δουλέψει 3 ώρες σαν guest στο Gin Joint. Ίσως είναι κάποιο είδος τρέλας που κουβαλάει. Ίσως φταίει ότι πήγε να χάσει την ζωή του μέσα σε ένα bar και τελικά της ξανάδωσε νόημα δουλεύοντας πίσω από την μπάρα. Κατάφερε να γίνει ένας bartender με πολλά βραβεία, διεθνή αναγνώριση και να διοικεί αυτή την στιγμή ένα από τα 5 καλύτερα bar στον κόσμο. Την λες και “σκάσε, άκου και μάθε” ιστορία.

Στα 18 του χρόνια αποφάσισε να καταταγεί στον στρατό. Ήταν μόνο λίγες μέρες μετά την 11 Σεπτεμβρίου του 2011 και του έμοιαζε πολύ λογική επιλογή με όσα είχε ζήσει και δει τριγύρω του. “Δεν τα πήγαινα καλά στο σχολείο. Ήμουν έξυπνο παιδί αλλά δεν τα πήγαινα καλά. Και η οικογένεια μου είχε παράδοση στον στρατό. Ήταν κάτι που ήθελα να κάνω. Ήταν κιόλας  η χρονιά που επιτέθηκαν στην Νέα Υόρκη και μεγάλωσα στο Νιου Τζέρσι, μόλις μερικά χιλιόμετρα μακριά και ήθελα πολύ να το κάνω. Ήθελα να βοηθήσω τον κόσμο”. Τον ρωτάω πως ήταν σαν εμπειρία -όσο πρόλαβε να το ζήσει βασικά- “Ήταν πολύ όμορφη εμπειρία. Μου δίδαξε πολλά πράγματα που χρησιμοποιώ μέχρι σήμερα στην ζωή μου. Κυρίως στο θέμα της πειθαρχίας, στην προσήλωση στην λεπτομέρεια και το ομαδικό πνεύμα. Σε αυτά τα τρία πράγματα με βοήθησε πολύ ο στρατός”.

 

Αποφοίτησε πρώτος στην τάξη του και τα μακροπρόθεσμα σχέδια του ήταν να δουλέψει στον στρατό για τριάντα χρόνια και μετά να ανοίξει ένα bar με την σύνταξή του. Τα βραχυπρόθεσμα ήταν να πάει αρχικά Τόκιο και μετά Αφγανιστάν. Ένας καυγάς σε μια κακόφημη γειτονιά του άλλαξε ότι σχέδιο είχε κάνει μια για πάντα. “Αναμείχθηκα σε έναν καυγά σε ένα bar μετά τον πρώτο χρόνο στην σχολή. Ήταν λίγο πριν πάω στην Ιαπωνία και έπειτα στο Αφγανιστάν στα 19 μου χρόνια. Τραυματίστηκα πολύ σοβαρά. Στην οικογένεια μου είχαν πει ότι ίσως να μην τα κατάφερνα. Αλλά είτε έπαιξε επειδή ήμουν σε πολύ καλή φυσική κατάσταση είτε επειδή ήμουν κεφάλας. Τελικά τα κατάφερα και συνήλθα”.

Η αποκατάσταση διήρκεσε τρία χρόνια και την έκανα στην Ουάσιγκτον. Είχα πολλά προβλήματα. Πάντα έχεις προβλήματα όταν βρίσκεσαι κάπου που δεν θες. Δεν ήθελα να ήμουν εκεί. Κάθισα τρία χρόνια και εκεί τέλειωσα την υποχρεωτική θητεία μου. Παραιτήθηκα από τον στρατό γιατί δεν μπορούσα να υπηρετήσω. Είχα σκοπό να κάνω καριέρα τριάντα ετών αλλά μετά το ατύχημα αυτό δεν ήταν εφικτό”. Όσο μου μίλαγε για εκείνη την περίοδο, ήταν η μοναδική στιγμή που τον είδα να σκοτεινιάζει στις εκφράσεις του. Γενικά είναι ένας άνθρωπος που συνέχεια χαμογελά και κάνει αστεία. Εκείνη την στιγμή ήταν σαν να είχε περάσει ένα σύννεφο από πάνω του.

 

Το σύννεφο αυτό έφυγε γρήγορα όταν η συζήτηση άρχισε να γυρνάει γύρω από το bartending και το πως ξεκίνησε “Όσο ήμουν στην αποκατάσταση είχα πάρα πολύ χρόνο να σκεφτώ και είχα τριγύρω μου ανθρώπους που είχαν τραυματιστεί στον πόλεμο. Έκανα το πρόγραμμα μόνο μερικές ώρες το εικοσιτατράωρο και μία μέρα είχα βγει βόλτα και έκανα κάτι που δεν το είχα σκεφτεί. Βρήκα ένα μπαρ, μπήκα μέσα και ζήτησα δουλειά. Το μόνο που ήξερα ήταν πως να βάζω ποτό. Δεν είχα ιδέα από κοκτέιλς”. Τον ρωτάω πως σκέφτηκε και το έκανε. Πως στο καλό του πέρασε από το μυαλό “Δεν ξέρω αλλά ξέρω ότι ήταν το πρώτο πράγμα που με έκανε ευτυχισμένο. Ήταν το μεγαλύτερο βήμα στην αποκατάσταση μου. Ήθελα να είμαι κάπου, να κάνω κάτι. Ήμουν αφοσιωμένος σε αυτό. Βρήκα μια διέξοδο μέσα από αυτό”.

Μόλις τέλειωσα κατάλαβα ότι δεν ήθελα να πάω σε κάποια σχολή αλλά ήθελα να ήμουν εκεί και να ζω μέσα στο μπαρ. Πήρα μέρος σε κάποιους διαγωνισμούς speed bartending και flair στο Λας Βέγκας και με βρήκε ένας από τους κριτές και μου είπε αυτό “μπορείς να το κάνεις επαγγελματικά. Έχεις ταλέντο”. Αυτός ο άνθρωπος είναι ο μέντοράς μου ακόμα και σήμερα. Μετά δούλεψα σε ένα πολυτελές εστιατόριο. Δεν ταίριαζα καθόλου. Και μετά σε ένα καφέ και είχα την ευκαιρία να φτιάξω το δικό μου μενού για πρώτη φορά”.

Τώρα είναι bar manager “employees only”, το οποίο βρίσκεται μέσα στα 5 καλύτερα bar στον κόσμο. Κάπου εκεί σηκώνω τα χέρια και του λέω

-Μα γιατί δεν έχεις ανοίξει δικό σου bar;

-”Πάντα ψαχνόμουν και ψάχνομαι για να ανοίξω το δικό μου μπαρ. Τώρα νιώθω ότι κάνω την πρακτική μου για να ανοίξω κάτι δικό μου” η πρακτική αυτή να σε ειδοποιήσω ότι έχει ξεκινήσει πριν 6 χρόνια και μάλιστα από τα χαμηλά πόστα για να φτάσει στην θέση που είναι σήμερα. Και όχι, δεν πήγε άγνωστος να δουλέψει εκεί. Πήγε με όλα τα βραβεία που έχει κατακτήσει. Απλά ήθελε να περάσει από όλες τις δυνατές θέσεις της επιχείρησης. Πως σου φαίνεται;

εδώ με τον νικητή του διαγωνισμού Αργύρη Βενιαμίν, bartender στο Noel

Στην χώρα μας ήρθε για να παρευρεθεί και να κρίνει τους bartenders που έλαβαν μέρος στον διαγωνισμό Skinos Mediteranean 2015. Τελειώνουμε τον καφέ και παίρνουμε δεύτερο. Κοιτάει το κινητό μήπως και τον πάρουν από την αεροπορική που έχασε την βαλίτσα του. Όταν μιλάει για αυτό όχι μόνο δεν νευριάζει αλλά κάνει πλάκα και γελάει. “Πριν το 2012 δεν είχα φύγει ποτέ από την πατρίδα μου. Από τότε έχω πάει σε 40 χώρες. Όλο αυτό εκτός από καλύτερο bartender με κάνει και καλύτερο άνθρωπο. Δοκιμάζω καινούργια υλικά, καινούργιες γεύσεις, Γνωρίζω ανθρώπους. Δεν προσπαθώ να γίνω καλύτερος bartender, προσπαθώ να γίνω καλύτερος άνθρωπος. Θέλω να προσφέρω στους ανθρώπους καλό service”.

Και καλά cocktails του συμπληρώνω εγώ “Το cocktail επέστρεψε ξανά στην μόδα τα τελευταία χρόνια. Είναι στην παράδοσή μας και είναι ίσως το μοναδικό πράγμα που έχουμε προσφέρει στον παγκόσμιο πολιτισμό. *γέλια* Τώρα έχουμε επιστρέψει στις ρίζες μας. Ο κόσμος κατάλαβε ότι είναι πολύ καλύτερος ο χυμός από ένα λάιμ από έναν του εμπορίου (…) Μου αρέσουν τα απλά, να γίνονται γρήγορα και να έχουν εύκολα υλικά. Φτιάχνω cocktail για τον κόσμο. Όταν θα κάτσω μόνος μου θα πιω ίσως mezcal. Την πρώτη φορά που το δοκίμασα δεν μου άρεσε αλλά μέσα σε κάποια cocktail τα απογειώνει. Μια μαργαρίτα με mezcal είναι ότι καλύτερο μπορώ να πιω”.

 

Κρατιέμαι τόση ώρα να μην κάνω την κοινότυπη ερώτηση τι κάνει ένα cocktail καλό. Μου μοιάζει τόσο πεζή και ότι θα στραπατσάρει μια κουβέντα που συνδυάζει spirits και γυναίκες. Τελικά δεν τα καταφέρνω “Πρέπει να έχει ισορροπία και να κάνει αυτόν που το πίνει χαρούμενο. Έτσι δεν πρέπει να είναι; Πολλοί μου λένε ότι είναι μοναδικός ο τρόπος που προσεγγίζω το bartending αλλά έτσι δεν θα έπρεπε να είναι; Να προσφέρεις ευχαρίστηση στον πελάτη, να περνάει καλά. Θέλω να φτιάχνω καλά ποτά στον κόσμο για να είναι χαρούμενος”.

Είναι ωραίο να μαθαίνεις τα περίεργα tricks στο bartending αλλά αυτά είναι περισσότερο hobby. Είναι για την δική μας ευχαρίστηση. Είναι σαν να πηγαίνεις στην δουλειά σου με το ποδήλατο. Μπορείς απλά να το κάνεις από τον δρόμο ή να ανεβαίνεις στο πεζοδρόμιο και να πηδάς πάνω στο ποδήλατο γελώντας. Αλλά στο τέλος της ημέρας αυτό που έχει σημασία είναι να φτάσεις στην δουλειά σου. Έτσι είναι και το bartending. Είναι cool όλα αυτά τα κόλπα. Έχω εξερευνήσει όλα τα στυλ, όλες τις τεχνικές, αλλά κατάλαβα τι έχει σημασία στην τελική. Και με στεναχωρεί να μου λένε ότι είναι μοναδικός αυτός ο τρόπος που σκέφτομαι. Αυτό που σκέφτομαι είναι ένα και μόνο πράγμα. Θέλω να κάνω τον ξένο να νιώθει σαν το σπίτι του, στο σπίτι μου”.

 

 

Διαβάζοντας το βιογραφικό του, βλέπω την συμμετοχή του σε ένα ντοκιμαντέρ που ονομάζεται “Hey Bartender”. Είναι ένα κολάζ ιστοριών με κοινή συνισταμένη τα cocktail “H ταινία πηγαίνει πέρα από το bartending. Ουσιαστικά ψάχνει την ιστορία των cocktail και τους ανθρώπους πίσω από αυτό. Για τους ανθρώπους που δεν ξέρουν πολλά για την βιομηχανία των cocktails είναι μια πολύ καλή αρχή και βάση. Το δικό ταξίδι μου είχε πολύ και σκληρή δουλειά και αυτό περιγράφεται στο ντοκιμαντέρ”.

Αυτή είναι η δεύτερη συνεχόμενη μέρα που τον συναντάω. Η πρώτη ήταν σε ένα σεμινάριο όπου τον θαύμασα πίσω από την μπάρα. Παρατήρησα ότι φτιάχνει ποτά και cocktails μόνο με free pouring και όχι με μεζούρα “Όταν ξεκίνησα έτσι φτιάχνονταν τα cocktails. Τώρα έχουν γίνει λίγο πιο εργαστηριακά αλλά η καρδιά τους είναι ίδια. Πρέπει να δίνουμε μεγαλύτερη έμφαση στην ποιότητα και ένας τρόπος είναι αυτός. Είναι σαν μια μηχανή. Ο καθένας μπορεί να το κάνει και να χρησιμοποιήσει μεζούρα αλλά θέλει εξάσκηση. Δεν είναι πυρηνική φυσική. Αρκεί να το εξασκήσεις πολύ. Προτιμώ να κοιτάω τον κόσμο όταν βάζω ένα ποτό παρά την μεζούρα. Μπορεί να μην γίνομαι αρτιότερος αλλά γίνομαι εξυπνότερος από την επικοινωνία με τον κόσμο. Και στην τελική μαρέσει να ζω με τον κίνδυνο ότι μπορεί να τα “σκατώσω” σε ένα cocktail. Όταν ένα cocktail είναι καλό νιώθω περήφανος για μένα. Κάθε φορά”.

 

Έχει κοιτάξει ήδη το κινητό του αρκετές φορές. Έχει ραντεβού στο οποίο έχει αργήσει ήδη 15 λεπτά. Τον ρωτάω αν θέλει να σταματήσουμε και απαντάει αν είμαι τρελός. Οπότε συνεχίζω με μια τελευταία ερώτηση. Του λέω μία και μόνο λέξη. Skinos. “Είναι μοναδικό. Έχουμε αρκετούς Έλληνες που έρχονται στο μαγαζί στην Νέα Υόρκη. Όποτε έρχονται τους δίνω σκίνος και όλοι το ξέρουν. Είναι ελληνικό πρωινό και έχει πολύ ιστορία από πίσω του. Είναι μοναδικό και ενδιαφέρον. Πάντα είναι πολύ διασκεδαστικό να φτιάχνεις cocktails με τέτοια spirits”.

Όταν μιλάγαμε για τους διαγωνισμούς μου έδωσε μια απάντηση που κατάλαβα γιατί αυτός ο άνθρωπος είναι ξεχωριστός. Γιατί κατάφερε τόσο γρήγορα να βρει τον εαυτό του μέσα από αυτό που αγαπάει. Κατάλαβα γιατί δεν έχασε την ζωή του όσο σοβαρά κι αν ήταν “Σε αυτή την δουλειά πρέπει να δίνεις καλά ποτά, το δέχομαι, αλλά πρέπει να είσαι και περήφανος με τον εαυτό σου. Δεν πήγαινα στους διαγωνισμούς για να δείξω αν είμαι καλύτερος από τους άλλους, αλλά για να ανταγωνιστώ τον εαυτό μου. Πρέπει πάντα να αναρωτιέσαι γιατί οι άνθρωποι στην μπάρα σου θέλουν να πιουν ποτό από σένα. Όσο πιο γρήγορα το καταλάβεις τόσο πιο καλός bartender θα γίνεις. Ένα μάθημα που πήρα από την μικρή θητεία μου στον στρατό είναι το “σκάσε, άκου και μάθε”. Μόνο έτσι γίνεσαι καλύτερος”. Και ο Steve έχει να αφηγηθεί μια ιστορία που σε κάνει καλύτερο.

 

Υ.Γ.: Φύγαμε μαζί, δώσαμε ραντεβού στο bar του στην Νέα Υόρκη και αναχώρησε. Όλη την μέρα σκεφτόμουν όλα αυτά που μου είχε πει. Όλη την μέρα σκεφτόμουν την διάθεσή του όταν μου περιέγραφε την ζωή του. Είναι τόσο διαφορετικό το απλό και όχι το επιτηδευμένο.