Ναι, αλλά τελικά #άξιζε να πάρει ο Stallone το Όσκαρ;

Ένα μεγάλο ερώτημα συνεχίζει να πλανάται στον απόηχο της προχθεσινής τελετής.

Είναι μια λέξη που ακούω πολύ συχνά να αναφέρεται μέσα στο σκεπτικό μιας απονομής βραβείου, ειδικά φέτος που προέκυψε το όλο σκάνδαλο με τα Λευκά Όσκαρ: Αξία. “Ναι αλλά το αξίζει;” ή “Να προταθεί μόνο αν το αξίζει”.

Θέλω να κάνω σαφές ένα πράγμα: H αξία, όπως έλεγε ο Γουίλιαμ Μάνι, δεν έχει τίποτα να κάνει με όλα αυτά. Εντάξει, αυτός το έλεγε όταν σκότωνε τον μεγάλο του εχθρό κάπου εκεί στο Τέλος Του Γουέστερν και μιλούσε για την ανθρώπινη ύπαρξη, τη ζωή και το θάνατο και την απουσία πεπρωμένου αλλά ξερωγώ, τα πάντα γύρω μας φτιαγμένα από την ίδια κοσμική ύλη είναι οπότε θα εφαρμόσουμε τη φράση κι εδώ.

Τα Όσκαρ δεν έχουν καμία σχέση με αξία.

 

Δεν το λέω απαξιωτικά αυτό, αν και ξέρω ότι έτσι ακούγεται. Αυτό που θέλω να πω είναι πως δεν έχουν καμία σχέση με αυτή την απόλυτη διάσταση μεγαλείου που κουβαλά μαζί της η λέξη ‘αξία’ όταν την ταιριάζουμε με ένα βραβείο που αποτελεί αντικείμενο εσωτερικής κατανάλωσης του κόσμου του θεάματος. Το Όσκαρ δεν είναι Νόμπελ Ειρήνης για να βάζουμε μέσα την αξία με έναν τέτοιο υπεράνω τρόπο.

Τα Όσκαρ αποτελούν κατά βάση μια συμβολική οριοθέτηση κάποιας καριέρας γεμάτης επιτεύγματα ή μια συμβολική προώθηση τάσεων και ονομάτων που η βιομηχανία θέλει για πρόσωπά της (από την Τζένιφερ Λόρενς ως τον Αλεχάντρο Ινιάριτου), καθώς και η περιστασιακή υπενθύμιση των θρύλων που η ίδια πάλι βιομηχανία θέλει να συντηρεί ως ζωντανή ιστορία της (οι Μέρυλ Στριπ, οι Τζακ Νίκολσον). Είναι κάτι εσωτερικό, δεν ψηφίζουμε εγώ κι εσύ. Είναι κάτι που η βιομηχανία αποφασίζει για τον εαυτό της. Δεν αποτελεί αναγνώριση επιτεύγματος- είναι ένα συμβολικό παράσημο εσωτερικής κατανάλωσης για να έχουμε σημείο αναφοράς όταν μιλάμε για το Χόλιγουντ. Ο τάδε έχει 2 Όσκαρ άρα είναι ηθοποιάρα, εκείνος έχει 13 υποψηφιότητες άρα είναι θρύλος, εκείνη η ταινία πήρε 6 τεχνικά Όσκαρ άρα είναι αυτό που το Χόλιγουντ θέλει να μοιάζουν οι περιπέτειές του, η άλλη ταινία πήρε τα 4 μεγάλα Όσκαρ άρα έτσι θέλει το Χόλιγουντ να είναι οι πρεστίζ παραγωγές του.

 

Δεν είναι αξία λοιπόν ως κάτι το απόλυτο, είναι αξία με hashtag, είναι κάτι το αόριστο, μια μυθολογία, μια αφήγηση, ένα σύμβολο. Οι ερμηνείες (η τέχνη γενικότερα, αλλά ας γίνω επιτέλους κάπως πιο συγκεκριμένος) δεν είναι στατιστική καταμέτρηση ευστοχίας τριπόντων για να συζητάμε για αντικειμενική αξία. Πάρε το “Carol” ας πούμε, μια από τις καλύτερα παιγμένες ταινίες εδώ και χρόνια: Το Όσκαρ άξιζε η Κέιτ Μπλάνσετ και ο larger than life τρόπος με τον οποίο επέβαλε τον εαυτό της ως υπερβατική θεότητα στην οθόνη, τονίζοντας κάθε αδιόρατη κίνησή της σα να επρόκειτο για κραυγή. Το Όσκαρ άξιζε η Ρούνεϊ Μάρα και το πώς αφομοίωνε την κοσμογονική γνωριμία ζωής, το πώς φαινόταν σα να μαθαίνει τη ζωή από την αρχή κάθε φορά που κοίταζε την Κάρολ. Το Όσκαρ άξιζε ο Κάιλ Τσάντλερ που έπαιζε την οργή και την αδυναμία κατανόησης σαν μια συγκλονιστική ανθρώπινη αδυναμία, σαν αντρικό προπατορικό αμάρτημα. Δεν υπάρχει κατάταξη ερμηνειών αυτής της ταινίας με την οποία να διαφωνώ, γιατί στον καθένα μιλά κάτι διαφορετικό

Και το Όσκαρ ποιος το #άξιζε τελικά; Κανείς, γιατί η βιομηχανία έκρινε πως το “Carol” δεν ήταν κάτι που ήθελε ως βιτρίνα της αυτή τη στιγμή. Αυτά περί αξίας.

Ας μιλήσουμε για τον Σταλόνε τώρα.

 

Ο Συλβέστερ Σταλόνε δεν είναι καλός ηθοποιός με την έννοια της ερμηνευτικής ευστοχίας όπως την ανέφερα παραπάνω, με τρίποντα και γραμμή βολών και ριμπάουντ και τέτοια. Όμως τα Όσκαρ δεν βραβεύουν Ερμηνευτικό Μεγαλείο, βραβεύουν ρόλους, βραβεύουν Στιγμές. Το έχω ξαναγράψει αρκετές φορές, μα ένα από τα αγαπημένα μου Όσκαρ όλων των εποχών είναι το Β’ Αντρικού Ρόλου στον Κιούμπα Γκούντνινγκ Τζούνιορ, ο οποίος είναι ένας σε γενικές γραμμές πλήρως ασήμαντος ηθοποιός, που έπαιξε έναν ρόλο μακριά από κάθε ακαδημαϊκά πρότυπα ερμηνείας στο “Jerry Maguire”.

Στο μυαλό μου τα Όσκαρ είναι πάντα αυτό ακριβώς το πράγμα, μια συμβολική υπογράμμιση κάποιας στιγμής που κάτι σημαίνει. Το Όσκαρ της Πατρίσια Αρκέτ για έναν ρόλο που ξεκινάει από το Τότε και φτάνει στο Τώρα και μας θυμίζει διαρκώς πως γερνάμε και καταλήγουμε, αργά ή γρήγορα, εκτός μόδας. Το Όσκαρ του ΝτιΚάπριο που έρχεται ως κορύφωση 2 χρόνων ασταμάτητου ιντερνετικού hype, το πρώτο Όσκαρ που προ-αποφάσισε το twitter υποχρεώνοντας τη βιομηχανία να υπακούσει. Το Όσκαρ του Τζεφ Μπρίτζες που το έπιασε στα χέρια του και μουρμούρισε “groovy” επειδή γουστάρει κι αυτός το “Big Lebowski” όσο όλοι μας. Το Όσκαρ της Αλίσια Βικάντερ που πέρσι τέτοιο καιρό την ήξεραν εκατό άνθρωποι στο φιλμικό κύκλο και έκτοτε έπαιξε στις μισές ταινίες του 2016. Το Όσκαρ του Μάρτιν Σκορσέζε που έκανε μια από τις κρυφά ωραιότερες ταινίες του και ανέβηκαν στη σκηνή να του δώσουν το βραβείο οι κολλητοί και συνοδοιπόροι του από τα ‘70s. Το Όσκαρ του Εμάνουελ Λουμπέσκι (διάλεξε όποιο από τα 3 θες) που κρύβει πίσω του τον ανείπωτα μεγάλο φόβο των ανθρώπων του Χόλιγουντ πως το κοινό έχει σταματήσει να αγαπά το σινεμά και το μεγάλο του θέαμα και διαρκώς, χρόνο μετά το χρόνο, θέλει να μας θυμίζει πως, Κοίτα ΓΑΜΩΤΟ, κοίτα, πόσο μεγαλόπνοο και εντυπωσιακό και μεγαλύτερο από όλους μας μπορεί να είναι το σινεμά, Κοίτα!.

Ποια αξία τώρα; Σύμβολα. Για σύμβολα μιλάμε.

Ο Συλβέστερ Σταλόνε τώρα.

 

Ο Σταλόνε δημιούργησε στα ‘70s έναν από τους μεγαλύτερους ήρωες της Χολιγουντιανής μυθολογίας και μπορεί η πρώτη ταινία να ήταν και να παραμένει η καλύτερη του franchise, όμως ο Ρόκι Μπαλμπόα ως ήρωας και ως μύθος επρόκειτο να γιγαντωθεί, συμβολικά μιλώντας (πάντα). Ο Ρόκι διένυσε τις δεκαετίες χαρτογραφώντας με τις περιπέτειές του το Χόλιγουντ και τις τάσεις του. Στα μυθικά ‘70s, όταν θεμελιώθηκε αυτό που σήμερα έχουμε στο μυαλό μας ως μεγάλο mainstream Αμερικάνικο σινεμά, ήταν ο κοινός άνθρωπος που τα έβαλε με τα όρια των ταξικών και κοινωνικών περιορισμών του, και κέρδισε παρόλο που έχασε, επειδή τελοσπάντων είπε στον κόσμο να μη σκύβει το κεφάλι. Στα ‘80s έγινε κιτς υπερήρωας επειδή στα ‘80s η Αμερική συνερχόταν από το Βιετνάμ κι από το Γουότεργκεϊτ και είχε ανάγκη απόδρασης και ήθελε να δει τον λαϊκό της ήρωα να δέρνει έναν κακό Ρώσο. Στα ‘90s εξαφανίστηκε επειδή τα ‘90s είναι έτσι κι αλλιώς εκεί που πήγαν τα ‘70s για να πεθάνουν, αλλά με την έλευση του 21ου αιώνα επέστρεψε επειδή στον 21ο αιώνα τα πάντα επιστρέφουν.

Όλα αυτά ο Σταλόνε τα υπηρέτησε σταθερά με τιμή και με ικανότητα και με ειλικρίνεια. Εξελισσόταν μαζί με τον Ρόκι, έβαζε σε αυτές τις ταινίες όλο του το είναι. Δεν ήταν ποτέ Καλός Ηθοποιός, αλλά αυτό που είναι, αυτό που σημαίνει, αυτό που συμβολίζει ο Ρόκι Μπαλμπόα είναι κάτι πολύ ευρύτερο.

 

Το “Creed” έβαλε τον Μπαλμπόα στα ‘10s, μια ακόμα δεκαετία παρέα με τον μεγάλο μύθο. Και όπως και στο παρελθόν, έτσι και τώρα υπήρξε συνεπής ως προς την μεγάλη τάση της δεκαετίας, την προσεκτική συνέχιση κάποιου πολυαγαπημένου μύθου όχι με ριζοσπαστικές διαθέσεις μα με αγάπη και σεβασμό. Το “Creed” και το “Force Awakens” είναι, υπό αυτή την έννοια, η ίδια ταινία- θα δούμε αμέτρητες ακόμα τέτοιες.

ΔΙΑΒΑΣΕ ΕΠΙΣΗΣ: Όλα μας τα κείμενα για το μεγάλο αφιέρωμα στον Ρόκι Μπαλμπόα

Όπως το “Star Wars” έχει στην καρδιά του διαχρονικού του μύθου τον Χαν Σόλο και το “Chewie, we’re home”, το “Creed” έχει τον Ρόκι Μπαλμπόα, επίσης σε δεύτερο πλάνο, επίσης παραδίδοντας τα ηνία στον επόμενο. Ο Σταλόνε για πρώτη φορά εδώ λειτουργεί αποκλειστικά ως ηθοποιός κι όχι ως δημιουργική δύναμη του franchise, αλλά αυτό δε μειώνει καθόλου τη σημασία του ήρωά του- αντιθέτως, την αυξάνει. Ακριβώς επειδή τα ηνία έχουν αναλάβει πλέον άνθρωποι που μεγάλωσαν λατρεύοντάς τον, αυτόν και τον ήρωά του, ο Ρόκι Μπαλμπόα αυτή τη φορά μοιάζει πιο μυθικός, πιο ανθρώπινος, πιο ουσιώδης, πιο σημαντικός από ποτέ άλλοτε.

 

Ο Ράιαν Κούγκλερ, που σκηνοθέτησε και συν-έγραψε το “Creed”, έβαλε σε αυτό στοιχεία της ίδιας του της ζωής, και είναι αυτή η ιδανική συνάντηση προσωπικής ευαισθησίας και κινηματογραφικής μυθολογίας που έχει αποτέλεσμα μια στιγμή σπάνιας εμβληματικότητας: Ο Ρόκι Μπαλμπόα στο “Creed” είναι ο πιο αξέχαστος Ρόκι εδώ και δεκαετίας. Είναι επίπονα θνητός, γιατί περνάει τη μισή ταινίας ως μια αδύναμη σκιά του μύθου του, αλλά είναι και θρυλικά σχεδόν-θεϊκός επειδή προσεγγίζεται από έναν πιτσιρικά που μεγάλωσε με αυτόν στο μυαλό (πες τον Άδωνι Κριντ αν θες, ή πες τον Ράιαν Κούγκλερ, ή πες τον Οποιονδήποτε Από Όλους Εμάς Τους Θεατές) και αντλεί από αυτόν θέληση και έμπνευση.

Ο Σταλόνε παίρνει ίσως τον πιο ζουμερό (κι ας είναι supporting) ρόλο της καριέρας του και κάνει με αυτόν πράγματα που δεν τον είχαμε ικανό να κάνει, μάλλον ακριβώς επειδή είναι τόσο τίμιος απέναντί του. Σε κάθε του δραματική σκηνή στο β’ μισό του “Creed” μας κάνει να θέλουμε να κλάψουμε. Όταν χαμηλώνει το βλέμμα ακούγοντας τα νέα για την αρρώστια του. Όταν παραδίδει τον ανατριχιαστικό “and I’m still here” μονόλογό του απέναντι στον Άδωνι. Όταν κινείται σαν σκιά πίσω του καθώς τον προπονεί. Ο Σταλόνε στο “Creed” πετυχαίνει ερμηνευτικές νότες που δεν κατέχει, ακριβώς επειδή η ερμηνεία δεν είναι στατιστικά ευστοχίας, αλλά και γιγαντώνει την εικόνα και το συναίσθημα του ρόλου του με ένα τρόπο που μόνο ο Σταλόνε ετών 69 θα μπορούσε.

 

Δεν #αξίζουν Όσκαρ όλα αυτά; Γιατί; Επειδή ο Σταλόνε δε μπορεί να παίξει Σαίξπηρ; Αντιθέτως, όλα αυτά είναι ο λόγος που υπάρχουν τα Όσκαρ και που συνεχίζουμε να ασχολούμαστε και για πάντα θα ασχολούμαστε με αυτά. Και φέτος, πιστεύω, αστόχησαν θεαματικά, χάνοντας μια σπάνια ευκαιρία να φουσκώσουν την ίδια τους τη μυθολογία.

Ο Μαρκ Ράιλανς, που κέρδισε το Όσκαρ Β’ Α ντρικού Ρόλου για το “Bridge of Spies”, ήταν εξαιρετικός στην ταινία του Σπίλμπεργκ. Το παίξιμό του, αν το δεις έξω από κάθε context, υποθέτω ήταν καλύτερο, ή όχι, δεν ξέρω, εδώ δε μπορώ να αποφασίσω ποιος ή ποια μου άρεσε περισσότερο στο “Carol”. Όμως τα Όσκαρ είναι τα σύμβολα της Ιστορίας του Χόλιγουντ, οπότε γιατί να δεις οτιδήποτε εκτός context; Σε 10 χρόνια ο Ράιλανς και το “Bridge of Spies” θα είναι υποσημείωση, και αυτό δεν είναι υποτιμητικό, σχεδόν τα πάντα αργά ή γρήγορα υποσημειώσεις θα γίνουν. Θα γίνουμε.

 

Ο Συλβέστερ Σταλόνε ως Ρόκι Μπαλμπόα πάντως, δε θα γίνει υποσημείωση ποτέ. Τα Όσκαρ έκαναν λάθος.

Όχι πως έχει σημασία: Κι ο ίδιος ο Ρόκι, όταν τα έβαλε για πρώτη φορά με τον ανίκητο αντίπαλό του, έφτασε (χωρίς κανείς να το περιμένει) στον τελευταίο γύρο και έχασε. Όπως και τότε, έτσι και τώρα, είναι ο νικητής στις καρδιές μας.

 

  • top stories

POP CODE