To ‘People v. O. J. Simpson’ είναι το πρώτο αριστούργημα του ‘16

Απομένουν λίγα επεισόδια για την ολοκλήρωση του κύκλου, αλλά η σειρά μοιάζει ήδη να τα έχει πει όλα.

Σε ένα από τα πρώτα επεισόδια του “The People v. O. J. Simpson” (ο υπότιτλος με τον οποίο μας έρχεται ο πρώτος κύκλος της νέας ανθολογίας “American Crime Story”) η δικηγορική ομάδα του διαβόητου αθλητή και κατηγορούμενου στέκεται μπροστά στις κάμερες για συνέτνευξη τύπου. Όταν τον λόγο παίρνει ο Ρομπ Καρντάσιαν (Ντέιβιντ Σουίμερ, πολύ καλός ως αφελές βαρίδι ηθικής της σειράς), προσωπικός φίλος του Σίμπσον και μακράν το πιο άσημο μέλος μιας δικηγορικής ντριμ τιμ, οι δημοσιογράφοι ρωτούν φωνάζοντας “ποιος είσαι εσύ;;”

Μέσα από μια οθόνη μέσα στην οθόνη, το συμβάν παρακολουθεί η -σήμερα- διάσημη οικογένεια του δικηγόρου. Η κάμερα μετατοπίζεται άμεσα και πλέον κοιτάζει τα παιδιά του, τα οποία τώρα κοιτούν εμάς. “Καρντάσιαν!”, φωνάζουν με μια φωνή προς τους δημοσιογράφους, προς την κάμερα, προς τα εμάς. “Κ-Α-Ρ-Ν-Τ-Α-Σ-Ι-Α-Ν!”

 

Είναι μια από τις πολλές στιγμές ευφυούς μετα-σχολιασμού που συναντά κανείς παντού διάσπαρτες μέσα σε μια σειρά που ορμώμενη από ένα διάσημο γεγονός, επιχειρεί να σχολιάσει κάθε κοινωνική πτυχή γύρω από αυτό- πάντα με την εμφανή επίγνωση πως όλα αυτά είναι ένα τσίρκο μιντιακής κατανάλωσης, μια αφήγηση που μετατρέπει κομμάτια σκληρής αλήθειας σε ριάλιτι επεισόδια για τον κόσμο που βλέπει από το σπίτι. Κ-Α-Ρ-Ν-Τ-Α-Σ-Ι-Α-Ν!

Στο επίκεντρο βρίκεται ο Ο.Τζ. Σίμπσον, αλλά με ένα τρόπο που σχεδόν δεν έχει σημασία ο ίδιος. Ο Σίμπσον ήταν θρυλικός αθλητής του NFL που αγωνίστηκε σε 4 Super Bowl, στο μεγαλύτερο prime time show όλων δηλαδή, άρα ένα όνομα πρώτης γραμμής για τη μάζα των θεατών. Ο Σίμπσον σκότωσε την πρώην σύζυγό του Νικόλ και τον εραστή της σε ένα προμελετημένο έγκλημα πάθους, ας το πούμε έτσι, κάτι που ουσιαστικά αποτελεί το ένοχο κοινό μυστικό όλης της δυτικής σόουμπιζ. (Η σειρά, βασισμένη στο βιβλίο του νομικού αναλυτή του New Yorker Τζέφρι Τούμπιν, δεν προσποιείται καν πως υπάρχει αμφιβολία για την ενοχή του.)

Όταν η δημόσια κατήγορος Μάρσια Κλαρκ σηκώνει το τηλέφωνο για να ειδοποιηθεί για την πιθανή εμπλοκή του Ο. Τζ. σε ένα διπλό φόνο, τον αναγνωρίζει με τα πολλά από μία διαφήμιση που έχει κάνει. Η απόσταση αυτή της Κλαρκ από την καρδιά της celebrity και media κουλτούρας θα αποβεί καθοριστική, γιατί ποτέ δεν μπόρεσε να καταλάβει πως αυτή δε θα ήταν μια ακόμα δικαστική υπόθεση, θα ήταν ένα ριάλιτι, θα ήταν μια ιστορία για τους τηλεοπτικούς δέκτες.

 

Βασικός σκηνοθέτης της σειράς είναι ο Ράιαν Μέρφι, ο shock pop auteur πίσω από σειρές σαν το “American Horror Story” και το “Scream Queens”, που εδώ περιορίζεται σε ένα ρόλο παραγωγής και σκηνοθεσίας, με το δίδυμο των Σκοτ Αλεξάντερ και Λάρι Καραζέφσκι να γράφουν. Οι Αλεξάντερ/Καραζέφσκι είχαν γράψει στα ‘90s μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα σε προσέγγιση και θεματικές παραλλήλους βιογραφικά φιλμ της περιόδου, όπως τα “Ed Wood”, “Man on the Moon” και “The People vs. Larry Flint”. Πέρασαν 15 χρόνια δουλεύοντας πάνω σε εκτός χαρακτήρα μετριότητες, όμως η τηλεόραση έρχεται για μια ακόμα φορά για τη διάσωση. Οι δυο τους πλέκουν ένα φιλόδοξο και περίπλοκο αφηγηματικό ιστό που ξεκινά από τη Δίκη του Αιώνα και φτάνει να μιλά για κάθε στοιχείο του κοινωνικού πλαισίου που επηρέασε και επηρεάστηκε από αυτή την στιγμή-σταθμό. Την ίδια στιγμή ο Μέρφι δεν τους δανείζει απλά το όνομά του και την ισχύ του ως παραγωγό, αλλά φέρνει στο πρότζεκτ την camp μανία που χαρακτήρίζει όλα τα έργα του. Οι κάμερες κοιτούν τους ήρωες-χαρακτήρες με το ενδιαφέρον και την αποσπαματική σχιζοφρένεια ενός θεατή που παρακολουθεί έναν τιτάνιο τελικό τένις. Τα πάντα είναι βουτηγμένα (αλλά ποτέ πνιγμένα) μες στην υπερβολή, το σοκ, το οριακά γκροτέσκο, τα πάντα ουρλιάζουν, τα πάντα υποδύονται για να κερδίσουν την προσοχή σου.

Τον Σίμπσον παίζει ο Κιούμπα Γκούντινγκ Τζούνιορ, φυσώντας, ξεφυσώντας, κάνοντας μούτες, κλωτσώντας πράγματα.  Είναι μια διασκεδαστική ερμηνεία καρτουνίστικης μίμησης που ταιριάζει τέλεια σε έναν χαρακτήρα κεντρικό μεν μα στην πράξη περιφερειακό. Αν η σειρά έχει κάτι όσο κοντινό γίνεται σε αληθινό κέντρο αυτό είναι η Κλαρκ, την οποία παίζει η Σάρα Πόλσον, μούσα του Ράιαν Μέρφι (“American Horror Story”) και εκ των θαυμάσιων β’ ρόλων του “Carol”. Η Πόλσον είναι τόσο καλή που γίνεται αποκαρδιωτική- ηθελημένα. Εμφυσά στον χαρακτήρα της πολύ πόνο και πολλή απόγωνση (κυρίως σε ό,τι αφορά τα σμπαραλιασμένα της προσωπικά ζητήματα με τον άντρα της, το παιδί της, την ερωτική της ζωή), μα ταυτόχρονα και μια γεμάτη αυτοπεποίθηση ηθική αποστασιοποίηση από κάθε τι φτηνό και χαμηλό.

 

Η Κλαρκ δεν κατανοεί ποτέ όχι μόνο πώς να παίξει το παιχνίδι της media αφήγησης, αλλά δεν καταλαβαίνει καν ότι κάτι τέτοιο υπάρχει. Όσο η αντίπαλη δικηγορική ομάδα μετατρέπει μια απλή, εύκολη, προφανή υποθεση φόνου σε ένα σύμβολο κοινωνικής αδικίας μέσα από το στρεβλό φακό της σαπουνόπερας σε συνέχειες (από ένα σημείο και μετά η μισή δράση μας παρουσιάζεται μέσα από οθόνες, ανθρώπων που παρακολουθούν τη δίκη σα να επρόκειτο για τελικό του ΝΒΑ), η Κλαρκ συνεχίζει με σιγουριά -και άγνοια- να μιλά για γεγονότα.

Καθώς η παρεμβατική, επιθετική, και φυσικά άκρως σεξιστική celebrity culture εισβάλει στην ζωή και τη δουλειά της θέλει - δε θέλει, η Κλαρκ αρχίζει να σπάει. Τα μαλλιά της γίνονται αντικείμενο δημόσιας συζήτησης. Η ανάγκη της να βρεθεί ένα βράδυ σπίτι της, αντικείμενο δημόσιου περίγελου. Προσωπικές στιγμές της γίνονται σιωπηλές μαχαιριές. Δεν καταλαβαίνει γιατί πρέπει να παίξει με τη φυλετική σύνθεση των ενόρκων. Δεν καταλαβαίνει γιατί δεν πρέπει να ανεβάσει τον φημολογούμενο ρατσιστή αστυνομικό στο εδώλιο.

Στην απέναντι πλευρά, τον Ο. Τζ. υπερασπίζονται ο Μπομπ Σαπίρο κι ο Τζόνι Κόχραν, που ερμηνεύουν αντίστοιχα ο Τζον Τραβόλτα (μυθικός, οριακά Μπαρλονμπραντονικός, 100% απόλαυση) κι ο Κόρτνεϊ Μπ. Βανς σε δύο στιγμές απίστευτης ερμηνευτικής αφοσίωσης. Ο Βανς, βραβευμένος με Τόνι βετεράνος της σκηνής και της οθόνης, παίζει τον Κόχραν σαν αληθινή παρωδία του εαυτού του, ένας άνθρωπος τόσο τυφλωμένος από το σκοπό του που αδυνατεί να δει μπροστά του. Ταιριαστά, ο Ο. Τζ. είναι κι εδώ κάτι σαν κομπάρσος, κάτι το εντελώς περιστασιακό. Ο Κόχραν αναζητά ένα σύμβολο, έναν άνθρωπο που θα αποτελέσει το εφαλτήριο της κοινωνικής επανάστασης εναντίον του συστημικού ρατσισμού.

 

Όχι τυχαία, η σειρά ανοίγει εξάλλου με στιγμιότυπα από τις εξεγέρσεις του Λ.Α. το 1992, με αφορμή την αθώωση των αστυνομικών που χρησιμοποίησαν υπερβολική βία εναντίον του Ρόντνεϊ Κινγκ. Είναι σα να παρακολουθούμε αναμεταδόσεις από το Φέργκιουσον του 2015, μιας και τα πάντα στο subtext της αφήγησης αφορούν ολότελα το σήμερα, πίσω από τα ‘90s μαλλιά. Αυτή η κοινωνική ένταση διατρέχει κάθε πλάνο, κάθε διάλογο της υπόθεσης Ο. Τζ., μα την ίδια στιγμή ήταν γνωστό πως ο ίδιος ο Σίμπσον δεν αποτελούσε και κάποιο πυλώνα της μαύρης κοινότητας. “Το πρωί έπαιζε γκολφ με πλούσιους λευκούς γέρους και το βράδυ έκανε σεξ με λευκά νεαρά κορίτσια,” ακούγεται σε μια στιγμή έντασης, όμως ο Κόχραν έχει βρει το σωτήρα του. Αλλάζει ακόμα και τη διακόσμηση της έπαυλης του Σίμπσον για να κάνει τα πάντα να μοιάζουν λιγότερο πλούσια λευκά και περισσότερο σε επαφή με την μαύρη παράδοση.

Αυτό που χάνεται στο δημόσιο αυτό ριάλιτι θέαμα που μετατρέπεται λίγο-λίγο η δίκη, είναι η άλλη διάσταση του εγκλήματος του Ο. Τζ., η ιδέα πως η Νικόλ του ανήκε, πως μπορούσε να τη δέρνει και να έχει λόγο με ποιον θα κοιμάται ή θα κάνει τι. Τώρα είναι η Μάρσια Κλαρκ που συγκεντρώνει τα πυρά επειδή είναι γυναίκα, την ώρα που ο Σίμπσον απολαμβάνει κάθε αμφιβολία επειδή είναι, όπως λένε ξανά και ξανά οι πάντες στην ομάδα του, ένας “Έλληνας θεός”. Καθόλη τη διάρκεια της σειράς η φυλή αντιπαλεύει το φύλο με ένα τρόπο που καθιστά φυσικά το υπάρχον σύστημα, ξανά, νικητή.

 

H κορύφωση έρχεται την ώρα της έτσι κι αλλιώς εμβληματικής στιγμής όπου η κατηγορούσα αρχή καλεί τον Σίμπσον να δοκιμάσει το γάντι στο οποίο στηρίζεται όλο το επιχείρημα της δίκης. Η στιγμή είναι συγκλονιστική όχι μόνο επειδή έτσι κι αλλιώς θα ήταν αλλά και επειδή, στο πλαίσιο της ιστορίας της σειράς αποτελεί το κομβικό σημείο προς το οποίο όλα έχτιζαν: Ο αγώνας για προσωπικό έλεγχο και επαγγελματική εξουσία της Μάρσια Κλαρκ καταρρέει όταν ο συνάδελφός της την παρακούει, την ώρα που ο larger than life σόουμαν Ο. Τζ. Σίμπσον παίζει στην εντέλεια το ρόλο του αδικημένου που έχει πια ανεχτεί αρκετά από αυτό το ανόητο παραμύθι και σχεδόν το διασκεδάζει.

Θα μπορούσε να έχει κοιτάξει κι αυτός την οθόνη, κάποια από όλες τις οθόνες, και να φωνάξει “Ο. Τζ. Σίμπσον! Σ-Ι-Μ-Π-Σ-Ο-Ν!”

*Το “The People v. O. J. Simpson: American Crime Story” προβάλλεται από το FOX Greece κάθε Δευτέρα στις 23.30.

TAGS
REVIEWS
ADVERTISING
  • top stories

POP CODE