Οι παντοτινοί εφιάλτες του Wes Craven

Ο μεγάλος σκηνοθέτης άφησε πίσω του ένα έργο ιστορικής σημασίας, έχοντας επανακαθορίσει κατ'επανάληψη το σινεμά τρόμου.

Ο Γουές Κρέιβεν δημιούργησε τον αγαπημένο μου κινηματογραφικό μπαμπούλα μα αυτός είναι ένας ολότελα φτωχός τρόπος να τον περιγράψεις. Όχι επειδή είναι αμελητέο πράγμα το να έχεις δημιουργήσει το απόλυτο πρόσωπο του φόβου: ίσα-ίσα, ένα τέρας που απλώνει τον τρόμο του πάνω από τόσες (και διαφορετικές) δεκαετίες είναι σπουδαίο επίτευγμα. Μα επειδή ο Κρέιβεν δεν δημιούργησε ένα τέτοιο τέρας, αλλά πολλά.

Για την ακρίβεια, ο Γουές Κρέιβεν, που πέθανε χθες στα 76 του, είχε ένα μαγικό χάρισμα να επανακαθορίζει το ίδιο το υλικό από το οποίο γεννιούνται οι εφιάλτες, για κάθε δεκαετία. Είχε ένα μοναδικό ένστικτο να καταλαβαίνει τι είναι αυτό που μπορεί να τρομάζει την κάθε εποχή, κι αυτό είναι κάτι αληθινά σπάνιο.

Πριν 2 χρόνια είχα μιλήσει με τον Ντένη Ηλιάδη, τον Έλληνα σκηνοθέτη που ο ίδιος ο Κρέιβεν είχε επιλέξει για να σκηνοθετήσει το ριμέικ της πρώτης του ταινίας, του “Last House on the Left”. Ο Ηλιάδης τον είχε περιγράψει ως μια ευγενική φυσιογνωμία που έκρυβε μέσα του όλες αυτές τις τρομακτικές ιδέες.

“Ο Κρέιβεν είναι πολύ μειλίχιος, που δεν το φαντάζεσαι,” μου είχε πει. “Είναι καθηγητής φιλοσοφίας. Μορφωμένος και με τεράστια ευγένεια η φιγούρα του. Αλλά ενώ ξεκινάς και μιλάς φιλολογικά, ξαφνικά μετά από λίγο συζητάς για το αίμα. ‘Αυτός ο τόνος του αίματος έχει θέμα με τα ratings, αυτός ο πολύ σκούρος είναι σουρεάλ’.”

Είχε πράγματι δίπλωμα στην ψυχολογία και μάστερ στην φιλοσοφία, ενώ για κάποια χρόνια δίδασκε ανθρωπιστικές επιστήμες σε λύκεια και κολέγια. Οι επιρρόες αυτές είναι πρόδηλες στις δουλειές του γιατί ο Κρέιβεν, περνώντας από το ένα υπο-είδος του τρόμου στο άλλο, δεν έπαψε ποτέ να μιλά για φόβους σχεδόν αρχέγονους, για ένστικτα, για τρόμο σε ένα επίπεδο σχεδόν μυθικό.

"Last House on the Left"

Η πρώτη του ταινία, το “Last House on the Left” του 1972, είναι μια από τις σπουδαίες δημιουργίες του σινεμά για τον πόλεμο στο Βιετνάμ, ακόμα κι αν ποτέ δεν άπτεται ευθεώς του θέματος. Είναι κοινωνικός τρόμος, αγνός, αμόλυντος domestic εφιάλτης, για τον ανθρωπόμορφο μπαμπούλα που, παράλογα, θα σε βασανίσει, θα σε βιάσει, θα σε διαμελίσει μες στο ίδιο σου το σπίτι. Είναι ωμό με ένα τρόπο που μόνο μια ενστικτώδης αντίδραση μπορεί να είναι, και τοποθετεί το φιλμ τρόμου σε ένα δυσβάσταχτα γήινο πλαίσιο. Είναι ο καθηγητής Κρέιβεν που κοιτάζει τον κοινωνία και, όπως ακριβώς περιγράφει ο Ηλιάδης, της μιλάει για αίμα.

Η κοινωνική ματιά, έστω και σε πιο καρτουνίστικα πια επίπεδα, είναι παρούσα στο εξίσου ιστορικό “The Hills Have Eyes” του 1977, την αμέσως επόμενη ταινία του. Εδώ μια οικογένεια των προαστίων χάνεται στην έρημο πηγαίνοντας road trip και γινονται βορά μιας οικογένειας αιμομικτών κανιβάλων των αμμολόφων. Ο πόλεμος πια δεν είναι εσωτερικευμένος όπως στο ντεμπούτο του, είναι σχεδόν ταξικός. Είναι ένας εμφύλιος πόλεμος για την ψυχή της ίδιας της Αμερικής, με τον redneck τρόμο να απειλεί το καλογυαλισμένο αμερικάνικο όνειρό όταν εκείνο δεν προστατεύεται από χαμηλούς, φρεσκοβαμμένους, κατάλευκους φράχτες και κοντοκουρεμένο γκαζόν δίπλα στο γκαράζ.

"The Hills Have Eyes"

Είμαστε ακόμα στα ‘70s και στις δύο πρώτες του ταινίες, μα ο Κρέιβεν έχει ήδη σκηνοθετήσει τις δύο καθοριστικές προσεγγίσεις στο σοκαριστικό, υπερβίαιο σινεμά τρόμου ως κοινωνική αντίδραση, σινεμά που σήμερα επιβιώνει μεταφρασμένο σε torture porn ή ακόμα και redneck horror.

Όχι πως ο ίδιος συνέχισε να το τιμά. Το μεγαλύτερο παράσημο για αυτό τον μεγάλο σκηνοθέτη είναι πως ποτέ δεν έγινε καρικατούρα του εαυτού του, πάντα είχε το αυτί του στο έδαφος, το δάχτυλό του στον παλμό της κοινωνίας. Η ‘αληθινότητα’ των ‘70s άρχισε σταδιακά να υποχωρεί στο hangover των ‘80s, η κοινωνία ψιλομαζεύτηκε και ο κόσμος πλέον άρχισε να αποζητά ήρωες (όσο και εφιάλτες) περισσότερο εμβληματικούς και λιγότερο γήινους.

"A Nightmare on Elm Street"

Όχι τυχαία, ο τρόμος αυτή τη δεκαετία είδε την έκρηξη του πιο νεανικού slasher movie. Παρέες που ξεκληρίζονται σταδιακά από κάποιον παραπολυcool μπαμπούλα, όχι πια με στόχο να θες να κλείσεις τα μάτια από τον φόβο, όχι να σου ανακατευτεί το στομάχι, μα να θαυμάσεις, να χειροκροτήσεις, να διασκεδάσεις. Μπροστάρης κι εδώ, ο Κρέιβεν σκηνοθέτησε το 1984 τη διασημότερη (και διαχρονικά μάλλον εμβληματικότερη) ταινία του, το “Nightmare on Elm Street”.

 

Ακόμα κι εδώ όμως η έγνοια του ως δημιουργού ήταν να φτιάξει κάτι που δεν αποκοβόταν από την ανθρωπιστική διάστασή του. Ο Φρέντι Κρούγκερ λοιπόν δεν είναι κάποια αόριστη ενσάρκωση του τρόμου όπως ο Τζέισον ή ο Μάικ Μάγιερς (τον οποίον, αξιοσημείωτα, ο Ρομπ Ζόμπι ανανέωσε εκπληκτικά στα 2000ς με μια λογική που παραπέμπει περισσότερο στις δύο ‘70s ταινίες του Γουές Κρέιβεν) αλλά είναι η ίδια η ενσάρκωση των εφιαλτών. Ο καθηγητής Γουές, ο ψυχολόγος Κρέιβεν, απέσπασε τις εφηβικές κραυγές στις γεμάτες αίθουσες, παρουσιάζοντας στο κοινό το απόσταγμα των εφιαλτών τους.

Ο Φρέντι είναι μεν ο εφιάλτης ο ίδιος, ο μπαμπούλας που σε κυνηγά όταν κοιμάσαι προσπαθώντας να δραπετεύσει κι εκεί που ξυπνάς (όπως κάθε σωστός εφιάλτης δηλαδή), αλλά ταυτόχρονα είναι το αποτρόπαιο πνεύμα της ανθρώπινης εκδίκησης. Είναι η ενσάρκωση ενός συνόλου φρικτών πράξεων βίας εντός μια ιστορίας για την απώλεια της αθωότητας. Οι χωρισμένοι γονείς της Νάνσι, που κουβαλάνε ψυχικά βάρη (αλλά αρχικά δε γνωρίζουμε γιατί), ο Φρέντι που σκότωνε παιδιά, οι γονείς που έγιναν τιμωροί. Η απώλεια της αθωότητας είναι παντού. Ακόμα και στους επιμέρους θανάτους, που παραπέμπουν όλοι σε συγκεκριμένες πράξεις βίας.

"The Hills Have Eyes Part II"

Ο Κρέιβεν πέρασε την επόμενη δεκαετία εν μέρει δέσμιος όσων είχε δημιουργήσει, μα και προσπαθώντας ταυτόχρονα να βρει νέους τρόπους έκφρασης των ανησυχιών του. Γύρισε το σίκουελ “The Hills Have Eyes Part II” μα, σημαντικότερα, έγραψε το σενάριο για το φανταστικό σίκουελ “Dream Warriors”, που είναι η καλύτερη ταινία του “Elm Street” franchise πέραν των 2 που σκηνοθέτησε ο ίδιος. Γύρισε το ενδιαφέρον αλλά κακό “Deadly Friend”, το λιγότερο γνωστό μα πολύ καλό ζόμπι φιλμ “The Serpent and the Rainbow”, και το υποτιμημένο “The People Under the Stairs” που διαδραματίζεται σε ένα γκέτο στο Λος Άντζελες, έχει πρωταγωνιστή έναν νεαρό μαύρο και έχει ως κακούς τους ιδιοκτήτες που προσπαθούν να διώξουν την οικογένεια από το σπίτι. Αυτά το 1991, με τον Κρέιβεν για μια ακόμα φορά να ενδιαφέρεται για μια κάποια διάσταση της αλήθειας κι όχι απλώς για αποκομμένα τινάγματα τρόμου.

"The People Under the Stairs"

Ακριβής στο ραντεβού του με την ιστορία, θα καθόριζε εκ νέου το σινεμά τρόμου για άλλη μια δεκαετία, σκηνοθετώντας το 1996 και το 1997 τα υπερ-χιτ “Scream” και “Scream 2”, σε σενάριο του Κέβιν Γουίλιαμσον. Ήταν ταινίες που, και πάλι, έπιασαν τον παλμό της γενιάς του γυρίσματος της χιλιετίας, μιας γενιά μεγαλωμένης με τον παραδοσιακό τρόμο των ‘70s και των ‘80s, μιας γενιάς που δεν έμοιαζε ικανή πλέον να τρομάξει με τα κινηματογραφικά τέρατα, που προσέγγιζε τον τρόμο ως γρίφο, ως μετα-ειρωνική σπαζοκεφαλιά. Ο τρόμος είχε πεθάνει, ζήτω ο μετα-τρόμος.

"Scream"

Τα “Scream” (των οποίων ο Κρέιβεν γύρισε άλλα 2 σίκουελ, ένα το 2000 ως μέτριο κλείσιμο της τριλογίας κι ένα -πιθανώς υποτιμημένο- το 2011 ως μετα-προσέγγιση της μετα-προσέγγισης, που είναι και η τελευταία του ταινία) έβαζαν το κοινό μέσα στην ιστορία, αραδιάζοντας κανόνες πριν τους κανιβαλίσει με τη διάθεση λατρείας που μόνο ένας αληθινός μάστορας της τέχνης θα μπορούσε να εισάγει σε μια αφήγηση τόσο εξυπνακίστικη και αποστασιοποιημένη.

Όμως στην πραγματικότητα το “Scream” δεν ήταν απλώς παρά η ποπ εκδοχή μιας προσέγγισης την οποία ο Κρέιβεν είχε ήδη εφαρμόσει στο σινεμά του. Το 1994 επέστρεψε στο “Elm Street” franchise με το αριστούργημα “New Nightmare”, τελευταία ταινία της σειράς, η οποία στο ενδιάμεσο διάστημα είχε ευτελιστεί σε απόλυτο βαθμό, με τον Κρούγκερ να θυμίζει όλο και περισσότερο σαχλό κωμικό που εκστομίζει κρυάδες, παρά ενσάρκωση του εφιάλτη. Τίποτα το αρχέγονο πια.

O Κρέιβεν στα γυρίσματα του "New Nightmare"

Ο Κρέιβεν έγραψε και σκηνοθέτησε τον “New Nightmare” ως ένα απόλυτα φιλμ μετα-τρόμου, όπου τόσο ο ίδιος, όσο και ο Ρόμπερτ Ένγκλουντ (που έπαιζε τον Φρέντι) και η Χέδερ Λάνγκενκαμπ (η πρωταγωνίστρια του πρωτότυπου φιλμ) υποδύονται τους εαυτούς τους, με τον Φρέντι να είναι το παλιό, γνώριμο εφιαλτικό πλάσμα (αλλά εδώ ακόμα εφιαλτικότερο) που προσπαθεί να αποδράσει από την φαντασία στην πραγματικότητα. Ο Κρέιβεν εξερεύνησε την ιδέα του σινεμά ως επίμονου ονείρου που διατηρεί αβέβαιη διαχωριστική γραμμή με την πραγματικότητα, έμπλεξε αλήθεια και ψέμα, έβαλε τον θεατή στο παιχνίδι, μίλησε για τους κανόνες του σινεμά τρόμου, και όλα αυτά καταφέρνοντας να κάνει ξανά τον Φρέντι Κρούγκερ τρομακτικό, αλλά και να σκηνοθετήσει ένα κομμάτι αμόλυντου μετα-σινεμά δίχως στιγμή να νιώθεις πως το βλέπει σαν εξυπνάδα ή σαν άσκηση ύφους. (Κάτι με το οποίο τα “Scream” συχνά φλέρταραν.)

Για να το πω αλλιώς. Από όλες τις ταινίες τρόμου που σχολιάζουν τους εαυτούς τους, και ιδιαίτερα από τα μέσα των ‘90s ως σήμερα έχουν υπάρξει πολλές, το “New Nightmare” είναι ίσως η μόνη αυθεντικά τρομακτική. Το “Scream” δε θα είχε υπάρξει δίχως αυτό το φιλμ.

O Κρέιβεν σκηνοθετώντας το "Red Eye"

Ο Κρέιβεν επέστρεψε με original ταινία τρόμου για μια τελευταία φορά το 2005 με το πολύ καλό “Red Eye” και πρωταγωνίστρια την Ρέιτσελ ΜακΆνταμς, ένα χαμηλών προσδοκιών και φιλοδοξιών μα αποτελεσματικό και τιμιότατο θριλεράκι για μια γυναίκα που βρίσκεται στην ίδια νυχτερινή πτήση με έναν τρομοκράτη.

Ήταν μια τελευταία υπενθύμιση του πόσο καλά κατέχει ο σκηνοθέτης την τέχνη του αγνού σασπένς, αλλά η αλήθεια είναι πως μια τέτοια υπενθύμιση δεν χρειαζόταν καν. Περισσότερο ίσως από οποιονδήποτε άλλον σκηνοθέτη, και σίγουρα περισσότερο από οποιονδήποτε σύγχρονό του, ο Γουές Κρέιβεν δε σταμάτησε να αλλάζει ταχύτητες και, ενεργώντας σταθερά μέσα στο πλαίσιο των ταινιών τρόμου, επανακαθόριζε ξανά και ξανά τι σημαίνει κινηματογραφικός τρόμος και ποια η -εξελισσόμενη -ανάγκη μας από αυτόν.

 

Οι ιστορίες του είχαν πάντα σημασία επειδή πήγαζαν από κάτι όντως σημαντικό. Μιλούσαν πάντα για κάτι. Εξερευνούσαν. Και δεν επαναλαμβάνονταν. Στις αρχές των ‘70s, στα τέλη των ‘70s, στα μέσα των ‘80s, διαμέσου των ‘90s, ο Γουές Κρέιβεν έβρισκε πάντα έναν τρόπο να εξελιχθεί και μαζί να εξελίξει και την γλώσσα του σινεμά τρόμου. Γιατί καθώς αλλάζουμε εμείς και καθώς αλλάζει η κοινωνία, μαζί αλλάζουν κι οι εφιάλτες μας. Κι ο Γουές Κρέιβεν ήξερε πάντα πώς να τους αποτυπώσει στη μεγάλη οθόνη.

ADVERTISING
  • top stories

ΣΙΝΕΜΑ