ΣΙΝΕΜΑ

Ο Maximon Monihan είναι ο πιο μισητός σκέιτερ στον κόσμο

Και γύρισε μια βουβή ταινία για τη σκλαβιά. Στο μετρό της Νέας Υόρκης. Και μιλήσαμε μαζί του στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Το “La Voz De Los Silenciados” δεν είναι σαν πολλές ταινίες που έχεις ξαναδεί ή ακούσει- κι ο σκηνοθέτης του επίσης, μάλλον ο πιο συναρπαστικό από τους σκηνοθέτες που συναντήσαμε στο φετινό Φεστιβάλ. Ο Μάξιμον Μόνιχαν είναι μια τρομερή περίπτωση απίστευτα ενεργητικού τύπου, που του λες ένα και σου επιστρέφει δέκα, μια τρομερή περσόνα που όμως έχει πράγματα με τα οποία να μπορεί να στηρίξει όσα βγάζει προς τα έξω.

Ξεκίνησε ως σκεϊτάς (στο twitter bio του μάλιστα διακηρύττει πως έχει ψηφιστεί ο Πιο Μισητός Σκέητερ στον Κόσμο) γυρίζοντας πρόμο φιλμάκια, μέχρι που αποφάσισε να μπει στην φεστιβαλική αρένα. Όχι όμως με κάποιο θέμα πιασάρικο ή κάποιο φιλμ εύκολο ή βατό. Το “La Voz” είναι μια σύγχρονη κοινωνική τραγωδία, βασισμένο σε αληθινά γεγονότα. Είναι η ιστορία της Όλγκα, μια νεαρής κουφής γυναίκας από την Κεντρική Αμερική, που λαμβάνει μια φαινομενική υποτροφία για μια σχολή στη Νέα Υόρκη όμως στην πραγματικότητα παγιδεύεται από ένα κύκλωμα σύγχονης σκλαβιάς, που εκμεταλλεύεται ανήμπορους ανθρώπους, βάζοντάς τους να πουλάνε πράγματα στο μετρό της Νέας Υόρκης.

Είναι αναμφίβολα μια σκληρή αλήθεια την οποία συναντάμε μπροστά μας κάθε μέρα που περνάει, από τον υπόγειο της παγκόσμιας μητρόπολης μέχρι, πιθανώς, τα φανάρια που περνάμε για να πάμε στη δουλειά μας. Θέμα σκληρό και δύσκολο, το οποίο ο Μόναχαν έκανε ακόμα πιο δύσκολο για τον εαυτό του, επιλέγοντας να το γυρίσει ως βουβή ταινία ώστε να μας βάλει πλήρως μέσα στο κεφάλι της τραγικής ηρωίδας του.

Παίχτηκε στο 54ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με τον τίτλο “Η Φωνή των Άφωνων”, κι εμείς απλά θελήσαμε να κάνουμε μια κουβέντα με την πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα που ήταν ο σκηνοθέτης του φιλμ.

Τον πετύχαμε στο ξενοδοχείο που διέμενε, λίγη ώρα (λίγα λεπτά!) πριν φύγει για το αεροδρόμιο, ύστερα από μπόλικες μέρες στη Θεσσαλονίκη. Εμφανίστηκε με λίγη καθυστέρηση, πανικόβλητος, κρατώντας ένα γιαούρτι διαίτης, φορώντας καπέλο και γυαλιά ηλίου.

“Σόρι φίλε, απλά πακετάραμε γιατί φεύγουμε σε λίγο! Θες να κάτσουμε εδώ; Κάτι με έπιασε και μου είπε ο γιατρός να φάω οπωσδήποτε αυτό το γιαούρτι πριν την πτήση.” Καμία αντίρρηση, άλλο που λόγω των όσων (πάρα πολλών) έλεγε, πρακτικά το έφαγε εν τέλει καθώς πέρναμε το ασανσέρ για να πάει ξανά πάνω να τελειώσει το πακετάρισμα).

Σαν από κεκτημένη ταχύτητα λόγω του άγχους και της φόρας του, ξεκίνησε εκείνος τις ερωτήσεις πριν καλά-καλά προλάβω να πατήσω το rec. Η φόρα και ο ενθουσιασμός δεν σταμάτησαν ούτε δευτερόλεπτο στη διάρκεια της ημίωρης κουβέντας μας. Η οποία ξεκίνησε από τα φαγάδικα της Θεσσαλονίκης, πέρασε από το Χάλογουιν, έφτασε μέχρι τα σκέιτ, γύρισε στον Τζέιμς Φράνκο και τους Κόπολα, έκανε ένα πέρασμα από τον Σάιμον Κάουελ και το “American Idol” και έληξε, ταιριαστά, εκεί στις αποβάθρες των σταθμών του μετρό της Νέας Υόρκης, και σε μια παρατήρηση για τον κόσμο γύρω μας.

Πώς είπες λέγεσαι;

Θοδωρής.

Θιο… χάρις;

[δεν τον διόρθωσα, έτσι κι αλλιώς ποτέ κανείς ξένος δεν καταφέρνει να το πει σωστά]

Ή Τεντ.

Α, ναι, έτσι καλύτερα. [γελάει] Έχω όμως έναν άλλο φίλο εδώ στην πόλη που λέγεται Θεοχάρης. Έχει ένα σκεητάδικο, Propaganda νομίζω. Από τη Θεσσαλονίκη είσαι;

Από την Αθήνα, για το Φεστιβάλ.

Άρα δεν ξέρεις πολλά από Θεσσαλονίκη.

Ε, τα βασικά, ξέρεις, κανένα μέρος για να φάμε.

Πού σου αρέσει;

Εδώ γύρω, στα Λαδάδικα πχ, έχει πολλά ωραία.

Έχεις κάποιο αγαπημένο;

Στο Ζύθο μου αρέσει.

Α, ναι ο Ζύθος είναι φοβερός! Και στο Mandola ήταν ωραία επίσης.

Πόσες μέρες είσαι εδώ;

Από τις 31 Οκτωβρίου. Από το Χάλογουιν δηλαδή.

Έκανες Χάλογουιν στη Θεσσαλονίκη;

Ναι, πήγα για trick or treat κανείς δε μου έδινε γλυκά! Δεν πήγε καλά. Παρατήρησαν πως ήμουν ντυμένος, πρέπει να λέγανε “α, να ένας μαλάκας!” Αλλά δε ξέρω, μπορεί να το λέγανε έτσι κι αλλιώς. Τελοσπάντων, ωραία ήταν. Περάσαμε τέλεια. Έμεινα για δυο μέρες σε κάτι φίλους στο Πανόραμα, όχι τίποτα πλούσιους όπως είναι οι πιο πολλοί εκεί. Πατέρας και γιους είναι, φίλοι φίλων, είναι απλά δυο bachelors, αράζαμε και κάπνιζαν όλη την ώρα! Ξέρεις, όλα μας τα ρούχα μύριζαν αμέσως, μέχρι να σβήσουν το ένα είχαν ανάψει το επόμενο. Είναι τρελό! Είναι σαν το παλιό αστείο: Τι καπνίζει περισσότερο από έναν Έλληνα;

Τι;

ΔΥΟ ΕΛΛΗΝΕΣ! [γελάμε]

Ισχύει, αλλά δεν ήξερα ότι υπάρχει αστείο για αυτό το πράγμα.

Ναι, όταν οι Έλληνες φεύγουν από την Ελλάδα και συνειδητοποιούν πόσο πολύ καπνίζουν, τότε το λένε κι οι ίδιοι.

Ναι, είναι εντελώς φυσιολογικό εδώ να βγαίνεις ένα βράδυ και μετά να πρέπει να κάψεις τα ρούχα σου.

[γελάει] Ευτυχώς στις αίθουσες μέσα είναι ΟΚ. Είδες τίποτα που σου άρεσε ως τώρα στο Φεστιβάλ;

[σκέφτομαι]

Όχι, ε; [γελάει]

Όχι όχι, είδα αρκετά πράγματα. Μου άρεσε πολύ μια αγγλική ταινία, το “Selfish Giant”.

Ναι! Μου είπαν όλοι ότι είναι πολύ καλό αυτό αλλά το έχασα γιατί όταν παιζόταν ήμουν με τους Αργεντίνους και τους Χιλιανούς. Ήταν σε φάση “έλα ρε φίλε, είναι το τελευταίο μας βράδυ εδώ, πάμε να χορέψουμε!” οπότε ναι, δεν το είδα. Μου το είπαν όλοι κι εγώ δεν πήγα να το δω και τώρα αισθάνομαι τόσο ένοχος! Νομίζω το γύρισε μια αγγλίδα…;

Ναι, είχε κάνει κι ένα τρομερό ντοκιμαντέρ πριν 2 χρόνια. Δεν είναι τέλειο στα Φεστιβάλ που αν κάτσεις 2-3 μέρες ο κόσμος αρχίζει να μιλάει για ‘εκείνο που είναι καλό’;

Φανταστικό είναι, ναι. Λέει τίποτα για τη δική μας ταινία ο κόσμος;

Ναι, λέει.

Άσχημα πράγματα;;

Πολύ καλά πράγματα, βασικά.

ΟΚ, σόρι που ρωτάω έτσι, είναι πολύ εύθραυστος αυτή τη στιγμή. Ξέρεις, μόλις την τελειώσαμε τη μαλακία και δε ξέρω αν ο κόσμος θα το μισήσει ή… Θέλω να πω, ο κόσμος στο κοινό ήταν πολύ καλός, έρχονταν, μας αγκάλιαζαν, ξέρεις, αυτό το πολύ Μεσογειακό πράγμα, έξω καρδιά. Αλλά σε τρώει όταν δε το έχεις δείξει ακόμα σε πολλούς ανθρώπους, ανησυχείς, φοβάσαι μήπως σούταρες airball, ξέρεις…

Σου πήρε πολλά χρόνια;

Ναι, δεν είχαμε καθόλου λεφτά κιόλας, το κάναμε αγνά, χωρίς εμπορικές βλέψεις. Εννοώ αν υπάρξει κάποιο εμπορικό μέλλον τότε γαμώ, αλλά έγινε καθαρά για να αποδείξει πως ένα μάτσο ρεμάλια σαν εμάς μπορούσαμε να το καταφέρουμε. Δεν είχαμε καμία στήριξη, δεν ήταν κανείς πίσω από την ταινία. ΟΚ, καταφέραμε να αποκτήσουμε πρόσβαση σε μια κάμερα χωρίς λεφτά, και μας είχαμε τσάμπα πτήση στη Γουατεμάλα, κι από εκεί και μετά είπαμε “ΟΚ, ας κάνουμε μια γαμημένη ταινία!” Ξέρεις, ας αποδείξουμε πως μπορούμε να το καταφέρουμε  χωρίς να έχουμε πλούσιους γονείς.

Στις ΗΠΑ δεν υπάρχει κάποια κοινωνική στήριξη για αυτό το πράγμα. Υποθέτω ΟΚ, υπάρχει το Ινστιντούτο του Σάντανς αλλά αρχίζουν και σου λένε ότι πρέπει να δουλέψεις με αυτό τον μαλάκα ή με εκείνο τον μαλάκα. Και δεν θέλω να το κάνω αυτό, θέλω να το κάνω όπως θέλω να το κάνω, με τους ανθρώπους μου. Είναι περίεργο, ε; Σκέφτεσαι πως οι ΗΠΑ, “α! πλούσια χώρα! θα πρέπει λογικά να υποστηρίζουν τα πάντα” αλλά πραγματικά δε συμβαίνει αυτό. Υπάρχει ένα σύστημα στήριξης της εσωτερικής κλίκας των ελίτ, ξέρεις, πλουσιόπαιδα που έχουν βγει από πανάκριβα σχολεία κι έχουν ήδη διασυνδέσεις, υπάρχει κι ο νεποτισμός, τα παιδιά του τάδε διάσημου σταρ. Μπορούν εύκολα να κάνουν μια ταινία.

Μέχρι το 2030 θα έχουμε λογικά περίπου 18 Κόπολα να γυρίζουν ταινίες.

Ναι ναι, ακριβώς! Ρε παιδί μου θέλω να πω, γάμα το, δεν είμαι εναντίον του να κάνουν ταινίες αυτοί, απλά θέλω να ακούγονται περισσότερες φωνές. Δεν είμαι από αυτούς τους αντιδραστικούς τύπους που λένε “ooh!, είμαι εργατική τάξη, είναι πλούσιοι, δε νιώθουν, ΕΓΩ πρέπει να κάνω ταινίες, αυτοί όχι”. Όλοι μας πρέπει να κάνουμε ταινίες. Οπότε ναι, ας κάνουν ταινίες όσοι Κόπολα θέλουν, κι ας κάνουν ταινίες όσοι γιοι των Τομ Χανκς θέλουν, ας κάνει ό,τι θέλει, δε με νοιάζει. Αλλά θα πρέπει να ακούγονται κι άλλες φωνές. Δεν ξέρω, αυτό πιστεύω.

Ωραία, θες λοιπόν να αποδείξεις κάτι, αποφασίζεις να κάνεις μια ταινία, οπότε λες… “ωραία, ας κάνω ένα βουβό φιλμ…”

Ναι, ας το κάνω όσο πιο δύσκολο γίνεται να προωθηθεί! [γελάει]

Ναι, για τη σύγχρονη σκλαβιά στον υπόγειο της Νέας Υόρκης. Τι;

Κοίτα, πιστεύω… Πρέπει πάντα να θέτεις εμπόδια στον εαυτό σου. Ίσως έχω την τάση να βάζω υπερβολικά πολλά εμπόδια στον εαυτό μου. Μάλλον το κάνω δηλαδή γιατί νιώθω νεκρός κι ακόμα μόλις ξεκινάω. Αλλά το να κάνεις το εύκολο πράγμα μου μοιάζει σαν απάτη. Αν πας και πεις “α ναι, τι ωραία, ας κάνω μια κουλ χίπστερ ταινιούλα”, ξέρεις, κάτι για το οποίο γνωρίζεις πως θα υπάρχει ήδη κοινό, κάτι που θα έχει το σωστό επίπεδο χαριτωμενιάς και που ξερωγώ θα βάλω τον Τζέισον Σουόρτσμαν να πρωταγωνιστεί. Ξέρεις. Δε θέλω να το κάνω αυτό το πράγμα. Θέλω να κάνω κάτι που…

[σταματάει, τρώει μια κουταλιά, αρχίζει ξανά]

Βασικά κάτσε, πάμε λίγο πίσω. Νομίζω πως αυτή τη στιγμή η κουλτούρα στην Αμερική είναι όλη ένα μεγάλο “American Idol”. Κατασκευασμένα σκουπίδια. Όλο μαλακίες τύπου “ω! ο τραγουδιστής πρέπει να τραγουδάει έτσι!” “πρέπει να κάνουν φωνητικές γυμναστικές!” “πρέπει να κουνάνε το χέρι τους στο κοινό καθώς χτυπάνε συγκεκριμένες νότες” “πρέπει να μοιάζουν με ένα συγκεκριμένο τρόπο” “να φοράνε τα κατάλληλα ρούχα και να έχουν στυλίστα”. Έρχομαι από μια εποχή πανκ ροκ και old-school hip-hop, όταν οι άνθρωποι δεν έδιναν μία αν οι άλλοι τους γούσταραν. Επειδή κανείς δε γούσταρε αυτά τα πράγματα όταν πρωτοβγήκαν, τα γούσταραν μόνο αυτοί που τα έκαναν και οι φίλοι τους, και ήθελαν απλά να αποδείξουν πράγματα μεταξύ τους.

Αλλά δε τους ένοιαζε το mainstream επειδή το mainstream τα μισούσε όλα αυτά. Δεν υπήρχαν όνειρα του να είσαι επιτυχημένος σε αυτό τον κόσμο. Το έκαναν μόνο γιατί ένοιαζε τους ίδιους. Υπάρχουν ελάχιστες ταινίες σήμερα που είναι έτσι. Υπάρχει ανάγκη για περισσότερες ταινίες που δεν είναι αυτό το είδος του “American Idol” πράγματος, αλλά πάνε κόντρα στο κατασκευασμένο στυλάκι του όλου… ξέρεις, του γαμημένου του Σάιμον Κάουελ να σου λέει πώς τραγουδά ένας καλός τραγουδιστής. Δηλαδή φτάνει πια!

[κάνω αγγλική προφορά] “Αυτό ήταν σωστό.”

Ναι ναι! [κάνει ακόμα πιο γελοία αγγλική προφορά] “Είσαι ένας καλός τραγουδιστής.“ Γαμήσου! Δεν έχεις προσωπικότητα, είσαι βαρετός! Κάνε κάτι διαφορετικό, κάτι που σε κάνει να σκέφτεσαι με νέους τρόπους, κάτι που σε τρομάζει ή που σε κάνει να νιώθεις ξανά ζωντανός. Δηλαδή θέλω να πω, όλοι οι σπουδαίοι τραγουδιστές που αγαπάμε, όλοι αυτοί θα είχαν χάσει πανηγυρικά σε αυτό το πράμα. Κατευθείαν! Ο Μπομπ Ντύλαν; Δε θα πέρναγε καν από… Τι λέω, δε θα είχε καν την ευκαιρία να ΠΑΕΙ σε αυτό το πράγμα.

Θα ήταν στα επεισόδια των οντισιόν στην αρχή μαζί με τους αστείους διαγωνιζόμενους.

Ναι ναι με όλους αυτούς που κοροϊδεύουν. Στο blooper reel! “Να, να, κοιτάχτε τον Τζόνι Ρότεν, χαχα, πόσο αστείος είναι.” Έτσι δεν είναι; Αυτοί οι άνθρωποι άλλαξαν τον κόσμο και δε θα τους επιτρεπόταν καν η είσοδος στην κουλτούρα που δημιουργούμε σήμερα. Θέλω να επαναστατήσω απέναντι σε αυτό. Πιστεύω πάρα πολύ ότι ο καθένας πρέπει να έχει τη δική του φωνή, και πρέπει να παλέψεις πολύ για να βρεις αυτή την ευκαιρία, αλλά αν προσπαθήσεις, αν είσαι τυχερός, αν έχεις φίλους στον κόσμο να σε βοηθήσουν…

Το θλιβερό είναι πως αυτό ισχύει και για το ανεξάρτητο σινεμά, δηλαδή υπάρχει αυτή η φόρμα των ταινιών τύπου Σάντανς‘ που απλά μπορείς να δεις το σεμινάριο συγγραφής σεναρίων από πίσω τους.

Εννοείται, εντελώς! Υπάρχει αυτή η φόρμουλα. Όλο αυτό το [κάνει απαλή φωνούλα] “ωωω, κοίτα, είναι μια μικρή ταινιούλα! Είναι μια τόσο μικρή, τρυφερή, προσωπική ταινιούλα, με ένα μπάτζετ 5 εκατομμυριών δολλαρίων και πρωταγωνιστή τον Τζέιμς Φράνκο!” Απλά ξέρεις πως θα χτυπήσουν συγκεκριμένες νότες και απλά λες… Θέλω να πω ρε φίλε, όλοι αυτοί είναι ένα μάτσο σνομπ που απλά πάνε και προσποιούνται πως κάνουν ταινίες, ξέρεις; Δεν τους νοιάζει στα αλήθεια. Δε ρισκάρουν τίποτα. Με τρελαίνει αυτό το πράγμα. Θέλω πράγματα που σου δίνουν την αίσθηση πως αυτός ΕΠΡΕΠΕ να κάνει αυτή την ταινία, πως ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου!

Δε θέλω να κακολογήσω κανέναν, επειδή ξέρεις, ποιος είμαι εγώ; Είμαι ένας κανένας που έρχεται με την μικρή του ταινία, εντάξει; Απλά ελπίζω να βοηθήσουμε να ανοίξει μια περιοχή για ένα διαφορετικό είδος ιστοριών. Να ειπωθούν κι αυτές. Εξάλλου υπάρχουν άνθρωποι που θαυμάζω. Άνθρωποι που τα κατάφεραν στο παρελθόν κι έμειναν πιστοί στον εαυτό τους. Θέλω να πω, κοίτα καποιον σαν τον Τζιμ (Τζάρμους) που άνοιξε το Φεστιβάλ. Δεν κάνει Χολιγουντιανά σκουπίδια, κάνει μόνο πράγματα που θέλει να κάνει. Έχει μια ξεχωριστή, μοναδική φωνή, τη δική του φωνή. Δεν μαζεύεται προσπαθώντας να αρέσει σε περισσότερους. Λέει πάντα, “έτσι βλέπω τον κόσμο, αυτές είναι οι ιδέες που θέλω να εξερευνήσω.” Έτσι πρέπει να γίνεται αυτό το πράγμα.

Εσύ γιατί ήθελες να κάνεις ταινίες;

Γιατί είναι το μόνο γαμημένο μέρος που ο κόσμος ακόμα συγκεντρώνεται για δυο ώρες. Ίσως και το να διαβάζεις, ΟΚ, αλλά αυτό είναι μια εντελώς ατομική εμπειρία, οι ταινίες είναι κάτι που μοιράζεσαι. Και είσαι υποχρεωμένος να εστιάσεις την προσοχή σου για 2 ώρες ή παραπάνω, είναι το μόνο μέρος που η υπερφορτωμένη με πληροφορίες κοινωνία μας μπορεί ακόμα να σταθεί ήρεμα, να συγκεντρωθεί και να σκεφτεί σε βάθος για ιδέες και ζητήματα και καταστάσεις. Ναι, συχνά είναι απλά μια απόδραση ή μπορεί να είναι ανεγκέφαλο, αλλά υπάρχει η δυνατότητα για κάτι στο οποίο ο κόσμος πραγματικά δίνει σημασία, κι αυτό με ενδιαφέρει.

Μου αρέσουν οι ιδέες. Δε μου αρέσει η κουλτούρα της ατάκας. Μου αρέσει η κουλτούρα όπου οι άνθρωποι παίρνουν πράγματα στα σοβαρά και προσπαθούν πραγματικά να εξερευνούν και να σκέφτονται σε βάθος τα πράγματα. Και πού αλλού μπορείς να το βρεις αυτό μαζικά εκτός από το σινεμά; Είναι πολύ σπάνιο, και με τις ταινίες έχεις τουλάχιστον την ευκαιρία.

Το background σου έχει καμία σχέση;

Όχι. Εμ, κάπως. Ήμουν επαγγελματίας σκεϊτάς, έκοβα βόλτες τον κόσμο. Στο σκέιτμπορντ υπάρχει μια σύγχυση, πολλοί νομίζουν πως είναι απλά ένα σπορ, αλλά απέχει τόσο πολύ από το να είναι σπορ, που είναι σχεδόν αστείο. Η όλη ουσία είναι να φιλμάρεις τα τελευταία, πιο εφευρετικά πράγματα που συμβαίνουν. Οπότε τα πράγματα δεν ξεκινούν από τους διαγωνισμούς ή τελοσπάντων όχι το αληθινό σκεϊτμπόρντινγκ. Αυτό οδηγείται από το φιλμ. Από το τι είσαι ικανός να δημιουργήσεις μέσω βίντεο. Αυτά τα βίντεο κυκλοφορούν σε όλο τον κόσμο και έτσι γίνονται άνθρωποι γνωστοί σκεϊτάδες. Οπότε εγώ αυτό έκανα. Και δε θες πάντα να φιλμάρεις μόνο κολπάκια, αλλά θες να πιάσεις το lifestyle, τις ζωές των παιδιών. Οπότε προέρχομαι από το σκεϊτμπόρντινγκ, αλλά είναι κάτι άμεσα συνδεδεμένο με τις ταινίες.

Εσύ τι ταινίες έκανες;

Σκέιτ βίντεο, με τα οποία εταιρείες προμοτάρουν τον εαυτό τους ή ομάδες. Συνήθως πληρώνει κάποιος σπόνσορας, παπούτσια, σανίδες, δε ξέρω, σπονσοράρει κάποια ομάδα ανθρώπων κι εγώ κάνω ένα βίντεο για αυτούς, για τα κόλπα τους ή για οτιδήποτε τους αφορά. Χτίζω τις προσωπικότητές τους και λέω ιστορίες μέσα από αυτά τα βίντεο. Είναι αρκετά επιδραστικά, κάτι που δεν θα παρατηρήσει κάποιος αν δεν είναι μέρος αυτού του κόσμου. Όμως υπάρχει επίδραση στο σινεμά. Ας πούμε ο Σπάικ Τζόνζι ξεκίνησε γυρίζοντας τέτοια βίντεο. Και προχώρησε κάνοντας πολύ εφευρετικά πράγματα.

Η ταινία σου, επρόκειτο πάντα να είναι σιωπηλή;

Δε μου αρέσει όλο αυτό το παστίς πράγμα, είναι εντελώς τέχνασμα. Δε θα έκανα ένα βουβό φιλμ απλά για να κάνω ένα βουβό φιλμ. Και το συγκεκριμένο το γυρίσαμε πριν βγει στις αίθουσες το “Artist”, απλά μας πήρε για πάντα να το τελειώσουμε. Τελοσπάντων, νομίζω υπερβολικά πολλές Αμερικάνικες ταινίες σήμερα εξαρτώνται από το ‘κολπάκι’ τους. Δεν ήθελα κάτι τέτοιο εγώ. Ήταν μόνο επειδή ταίριαζε στην ιστορία. Δηλαδή βγάζει νόημα. Και δεν υπάρχουν ούτε κάρτες διαλόγων, ούτε το κλασικό πιανάκι, ούτε τίποτα.

Είναι αυστηρά μια απόπειρα να μπούμε μέσα στο κεφάλι ενός ανθρώπου που υπό κανονικές συνθήκες δε θα μπορούσαμε. Και νομίζω δεν έχει γίνει πάρα πολύ συχνά αυτό στο σινεμά, ως προσπάθεια να αντιληφθείς τις αισθήσεις ενός χαρακτήρα. Δηλαδή υποθέτω θα μπορούσε κάποιος να κάνει μια τυφλή ταινία, να είναι όλη μαύρη…

Μόνο ήχοι.

[γελάει] Ναι, αλλά εννοώ ότι έβγαζε νόημα. Ταίριαζε στην ιστορία. Ήξερα πως πρέπει να κάνω κατευθείαν κάτι που θα μας έκανε να δείξουμε πως είμαστε διατεθειμένοι να ρισκάρουμε και πως δεν κάνουμε αυτή την ταινία μόνο και μόνο για να μας πάρει τηλέφωνο το Σάντανς. Ναι, μπορεί να φάμε τα μούτρα μας και μπορεί πολλοί να πιστέψουν πως χάσαμε τον χρόνο μας, αλλά δεν με πειράζει, καταλαβαίνεις; Θέλαμε μια αληθινή πρόκληση.

Από πράγματα που θυμίζουν βουβή ταινία έχεις κρατήσει μόνο το frame rate.

Ναι, το αλλάξαμε ώστε να θυμίζει Τσάρλι Τσάπλιν. Νομίζω πως οι άνθρωποι κινούνται πιο ποιητικά σε αυτό το ρυθμό.

Θεματικά, ήταν κάτι συγκεκριμένο που σε έκανε να θες να πεις αυτή την ιστορία;

Α, τι, εννοείς ίσως την σκλαβιά που συμβαίνει μπροστά στα γαμημένα τα μάτια μας και οι περισσότεροι άνθρωποι δεν το συνειδητοποιούν καν και ούτε τους νοιάζει; Ξέρεις, αυτή η ιστορία ήταν στις εφημερίδες για δυο μέρες. Στο Μεξικό και τη Γουατεμάλα, από όπου έρχονται αυτοί οι άνθρωποι, θα ήταν για κανά μήνα. Αλλά στη Νέα Υόρκη, ο κόσμος ήταν σε φάση “Ω, ναι, σκατά ε, τρελό αυτό” και μετά τέλος. Ή δεν το ήξεραν καν. Και βασικά οι περισσότεροι συνεχίζουν να μην το ξέρουν.

Δεν ξέρω. Σε αυτές τις εποχές όπου έχεις τον πλούτο να συγκεντρώνεται στα χέρια όλο και λιγότερων, σημαίνει πως οι υπόλοιποι από εμάς αρχίζουμε να είμαστε επιφυλακτικοί μεταξύ μας. Νευρικοί. Φοβόμαστε ο ένας τον άλλον. Κρίνουμε τους ανθρώπους πολύ γρήγορα και φερόμαστε απάνθρωπα στους ανθρώπους γύρω μας, ειδικά αν ο άλλος ας πούμε ζητιανεύει. Αυτή η διαδικασία κάνει απάνθρωπους τους εαυτούς μας, εν τέλει.

Είναι εντελώς γαμημένη διαδικασία. Αυτοί που έχουν τη δύναμη μας κάνουν να στρεφόμαστε ο ένας εναντίον του άλλου και το μισώ αυτό. Μισώ να βλέπω ανθρώπους να φέρονται ο ένας στον άλλον με ασέβεια. Πιστεύω πως όλοι έχουν αξία, δε θέλω να ζω σε έναν κόσμο όπου όλοι απλά ανταγωνιζόμαστε μεταξύ μας ή είμαστε σαν καβούρια μέσα σε έναν κουβά, προσπαθώντας απλά να σκαρφαλώσουμε ο ένας στον άλλον ή να σπρώχνουμε ο ένας τον άλλον προς τα κάτω απλά για να βγούμε έξω. Το αληθινό ζήτημα είναι να νοιαζόμαστε ο ένας για τον άλλον, γιατί εκείνοι που μας έβαλαν μέσα σε αυτό τον κουβά δεν δίνουν μία για εμάς.

*Το “La voz de los silenciados” κόβει βόλτες στα Φεστιβάλ του κόσμου και, ελπίζουμε, σύντομα να είναι διαθέσιμο, κάπως, κάπου. Αυτό είναι το επίσημο site της ταινίας. Προβλήθηκε στην Ελλάδα στο 54ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

[Διάβασε επίσης]