Οι ταινίες: Πώς ζούμε σήμερα

Με το “Gone Girl” ο Ντέιβιντ Φίντσερ παραδίδει το πιο αλλόκοτο αριστούργημά του από την εποχή του “Fight Club”. Η “Xenia” του Πάνου Κούτρα συμπληρώνει το must κινηματογραφικό νταμπλ της βδομάδας.

Και το “Gone Girl”; Τι είναι το “Gone Girl”;

Α, να. Απλό. Είναι η διασκευή ενός μυθιστορήματος της Τζίλιαν Φλυνν, για μια γυναίκα που αγνοείται (η Ρόζαμουντ Πάικ είναι αποκάλυψη) κι έναν άντρα που ψάχνει πανικόβλητος να τη βρει (ο Μπεν Άφλεκ αλλάζει εκφράσεις και γλώσσα σώματος κάθε φορά που γυρνάει διαφορετικά ο άνεμος της κοινής γνώμης στην ταινία, είναι θαυμάσιος) και μια κοινωνία που φλερτάρει με την παράνοια και κάθε μέρα που περνάει αναζητά αχόρταγα νέα πράγματα για να ασχοληθεί. Και μια κατάμαυρη, δυσβάσταχτα -ή άκρως απελευθερωτικά, όπως το αντιλαμβάνεται κανείς- κυνική σπουδή πάνω στο γάμο, όχι το γάμο, τις σχέσεις, το πάρε-δώσε με άλλους ανθρώπους, στην σημερινή κοινωνία της πληροφορίας και της αφήγησης-ως-πληροφορία. Και μια κωμωδία για τη μαυρίλα της ψυχής μας.

Τι είναι το “Gone Girl”;

Είναι η ικανότητα του Φίντσερ να κάνει ταινίες που δεν ‘είναι’ ένα πράγμα, είναι μια ακόμα ταινία-καθρέφτης που προκαλεί τον σύγχρονο άνθρωπο να τη διαβάσει με τρόπο που αποκαλύπτει τόσα πράγματα για αυτόν όσο και για εκείνη. Γιατί δε ξέρω αν μπορώ να περιοριστώ και να χαρακτηρίσω το “Gone Girl” (imdb | letterboxd) θρίλερ, αισθηματικό, trash, νουάρ, αστυνομικό, κοινωνική ηθογραφία, μαύρη κωμωδία, ευαίσθητο, κυνικό. Είναι όλα αυτά και άλλα τόσα που δε μου έρχονται τώρα, και ό,τι επιλέξεις να το βαφτίσεις ανά πάσα στιγμή δείχνει τι βλέπεις όταν το κοιτάς και άρα δείχνει τι σκέφτεσαι για το δικό σου Σήμερα.

Κάνω λίγο πίσω.

Η ιστορία μοιάζει αρχικά σαφής, και είναι. Ο Νικ και η Έιμι, παντρεμένοι καιρό, με γνωριμία κατευθείαν μέσα από ρομαντική κομεντί (ζαχαρένια, αλευρένια τελοσπάντων), με έναν χωρισμό διαρκείας κατευθείαν μέσα από τα άγχη και τους εφιάλτες μας. Αυτή είναι μάλλον η ρομαντική κομεντί κατά Φίντσερ, δύο άνθρωποι που έρχονται μαζί και αρχίζουν να σχηματίζουν κομμάτια τους σύμφωνα με αυτό που ο έτερος θέλει να βλέπει, μέχρι συμβιβασμού. Ή όχι, αναλόγως της κατάληξης. Πάντα μιλούσε ο Φίντσερ στις ταινίες του για αρρωστημένα ρομάντζα, των οποίων η δυσλειτουργία μιλούσε για τη θέση των ατόμων στη σημερινή κοινωνία. (Να μια εξαιρετική ανάλυση πάνω σε αυτή την ιδέα.)

Στο “Gone Girl” όμως έρχεται βιτρίνα. Η ταινία χρησιμοποιεί διάφορες αφηγηματικές τεχνικές και χρόνους εξιστόρισης για να μας παρουσιάσει έναν Μοντέρνο Γάμο, το πώς στήθηκε, το πώς αποσυντέθηκε, το πώς έριξε φως σε σκοτεινές περιοχές των συζύγων. Και, όπως θα έπρεπε κιόλας, ποτέ δεν έχεις σαφή ιδέα πού σε οδηγεί όλο αυτό. Ιδίως την πρώτη πράξη της ταινίας, την παρακολουθούσα μη έχοντας συναίσθηση του point. Στη συνέχεια χάζεψα, μετά γελούσα. Το “Gone Girl” το παρακολουθείς είτε απορώντας με αυτά που βλέπεις, είτε απορώντας με αυτά που βλέπεις.

Μέσα από μια ιστορία της οποίας τα βασικά στοιχεία πλοκής θα μπορούσες να συναντήσεις από πρεστίζ αστυνομικό δράμα μέχρι, ας πούμε, σειρά του Παπακαλιάτη, ο Φίντσερ προσγειώνει το βλέμμα και κοιτάζει ψυχρά, με απόλυτη σοβαρότητα όσο και απόλυτη αίσθηση του χιούμορ, το πώς μια ακραία ιστορία για τον έρωτα που έχασε ένα ζευγάρι, μετατρέπεται σε μια ακόμα ματιά στο πώς ζούμε σήμερα. Με πολύ γέλιο. Με πολλή ασφυξία. Με πολύ σοκ. Με πολλή -μαύρη, κατάμαυρη- καρδιά.

Ο μεγάλος σκηνοθέτης πάντα είχε αυτή τη μοναδική ικανότητα να το καταφέρνει αυτό, είτε το υλικό προέλευσης ήταν μια αληθινή ιστορία φόνων κάτι δεκαετίες πριν, είτε κάποιο βιβλίο αεροδρομίου. Ο Φίντσερ βρίσκεται πάνω στον παλμό του σήμερα κι αυτό είναι κάτι που δεν το αποκτάς, απλά το έχεις. Είναι ένστικτο. Ο Φίντσερ δεν γράφει τις ταινίες του, και οι ταινίες του ανήκουν σε διαφορετικά είδη και είναι διαφορετικές ιστορίες. Όμως όλες ανήκουν σε αυτό το σύμπαν εμμονής και ασφυξίας, ακόμα περισσότερο δε η τελευταία του τριπλέτα χάρη και στην ομοιομορφία των παγερών σάουντρακ που συνεισφέρουν οι Τρεντ Ρέζνορ και Άτικους Ρος.

 

Από τον υπαρξιακό λαβύρινθο του Νίκολας Βαν Όρτον στο “Game” καθώς ζει μια ζωή δίχως να του λείπει τίποτα αλλά και δίχως να του ανήκει τίποτα, μέχρι την περιθωριακή ιδιοφυία του Μαρκ Ζάκερμπεργκ του “Social Network” που κατασκεύασε έναν κόσμο πάνω στον προϋπάρχοντα κόσμο για να είναι εκεί το κατεστημένο. Aπό τον αόρατο κατ’ανάγκην εχθρό στα σκοτάδια του “Zodiac” μέχρι την ποπ αναρχία κατά του lifestyle στο “Fight Club”, και των ηρώων που ανατινάζουν μια κοινωνία αδιέξοδο επειδή εκπλήρωσαν τους σκοπούς τους και δεν βρήκαν απολύτως τίποτα στην άλλη άκρη. Από πόλη-κόλαση του “Se7en” όπου η αντίληψη περί ηθικής είναι ένα νουάρ ριάλιτι event ως την βίαιη σύγκρουση του πνεύματος του Αύριο με τους κρυμμένους κάτω από το χιόνι σκελετούς μιας εγκληματικής, ναζιστικών αποχρώσεων Ιστορίας γεμάτης αίμα στο θεόψυχρο “Girl with the Dragon Tattoo”. Όλοι και όλα στο έργο του μιλάνε για το σύγχρονό μας άγχος. Ζούμε το τέλος της Ιστορίας και την αρχή του θορύβου και ο Φίντσερ το καταγράφει με συνέπεια, μέσα από ιστορίες σαν αυτή.

Μέσα από ιστορίες σαν το “Gone Girl”, μια ερωτική όπερα για τα 24ωρα καλωδιακά infotainment κανάλια, για το τέλος της Ιστορίας (ενός γάμου) και την αρχή του θορύβου (γύρω από αυτόν). Για το πώς ένας άντρας προσπαθεί να ανακτήσει μάταια τον έλεγχο της αφήγησης του χαρακτήρα του, για το πώς το ίματζ παρουσιάζεται σαν στεγνό κομμάτι πληροφορίας, για το πώς τα media καταναλώνουν σαν ζόμπι, δίχως καν συναίσθηση της ανηθικότητάς τους. Και για έναν έρωτα, και για τη μετάλλαξή του, και για μια σχέση στη Στιγμή που διανύουμε.

Τι είναι το “Gone Girl”, με ρώτησε ένας φίλος και συνάδελφος μετά την προβολή. Δεν έχω ιδέα, επειδή έχω χίλιες ιδέες. Αλλά ίσως και να είναι μια ταινία, μια trash νουάρ ακτινογραφία μαύρου χιούμορ, ειρωνείας και απόγνωσης, για τον έρωτα στα χρόνια του θορύβου.

Το τοπ-10 του Φίντσερ

Λέμε τώρα. Να περνάει η ώρα.

Μιλώντας για τις αλήθειες της Στιγμής και για ταινίες πάνω στο πώς ζούμε τώρα, σήμερα: Οφείλει να μην χαθεί η έτερη σπουδαία ταινία της βδομάδας, η “Xenia” (imdb | letterboxd) του Πάνου Κούτρα.

O Kούτρας έχει μια πολύ σημαντική ικανότητα να γυρίζει σκληρές ιστορίες που σου ζεσταίνουν την καρδιά, δίχως όμως να κάνει εκπτώσεις στην αλήθεια τους. Υποθέτω έχει να κάνει με τον τρόπο που βλέπει τον κόσμο- εύχομαι να μην αλλάξει ποτέ.

Μετά λοιπόν την πολύ ενήλικη ιστορία της “Στρέλλα”ς, αυτή τη φορά ο φακός του γυρνάει σε δύο εφήβους, και σε μια περιπέτεια παρουσιασμένη σαν ένα διαρκές εφηβικό όνειρο, έναν εφηβικό εφιάλτη ακριβέστερα, ενός φύσει αισιόδοξου παιδιού σε έναν κόσμο που θέλει να τον μάθει να φοβάται τα πάντα και να μην πιστεύει σε τίποτα. Ήρωες είναι δύο νεαροί Αλβανοί που ξεκινούν ένα ταξίδι από τη μια άκρη της Ελλάδας στην άλλη με στόχο να βρουν τον αληθινό τους πατέρα, αλλά και παράλληλα να υλοποιήσουν διάφορους υπο-στόχους: Να μπει ο μεγάλος σε έναν διαγωνισμό τραγουδιού, αλλά και να ξαναβρούν την αδερφική τους σχέση, την οποία η ζοφερή πραγματικότητα έχει αλλοιώσει.

Οι νεαροί πρωταγωνιστές Κώστας Νικούλι και Νίκος Γκέλια στην πρώτη τους κινηματογραφική εμφάνιση νιώθεις πως δεν παίζουν αλλά ζουν (κάτι που ίσχυε απολύτως και στη “Στρέλλα” και είναι μάλλον κάτι που ο Κούτρας θα βγάζει πάντα από τους ηθοποιούς του), καθώς σε κουβαλάνε από το ένα επεισόδιο της οδύσσειάς τους στο επόμενο. Είναι ένα επικό road movie στις ανοιχτές, επικίνδυνες θάλασσες της σύγχρονης Ελλάδας, όπου ο φόβος και το τυφλό μίσος έρχονται σε διαρκή σύγκρουση με την αγνότητα και τον ενθουσιασμό.

Ο Ντάνι και ο Όντι βρίσκουν διεξόδους αφενός ο ένας στον άλλον (η σχέση τους καθώς εξελίσσεται η ταινία είναι απλά κάτι το πανέμορφο να βλέπεις στην οθόνη), αφετέρου σε μικρά παράθυρα ανθρωπιάς που συναναντούν στις περιπέτειές τους. Μπορεί να είναι άνθρωποι, μπορεί να είναι όνειρα, μπορεί να είναι ακόμα και μουσικές άγκυρες στην παιδική τους αθωότητα. (Ένα μουσικό νούμερο στο επιβλητικό φυσικό σκηνικό ενός εγκαταλειμμένου ξενοδοχείου είναι η σκηνή της ταινίας.)

Η “Xenia” έχει το χάρισμα να κοιτάζει έναν μουντό κόσμο και να τον βλέπει πολύχρωμο, δίχως όμως να αγνοεί τις βασικές του, σκληρές αλήθειες. Είναι μια σημαντική ταινία που δεν κάνει θέμα τη σημαντικότητά της, και είναι μια πυκνή, διασκεδαστική, σκληρή, αληθινή ταινία που μοιάζει να διατρέχει όχι μόνο εδαφικά, αλλά και χρονικά την Ελλάδα, ενώνοντας το ‘κάποτε’ με το ‘κάπου εδώ’. Είναι μια διαχρονική οδύσσεια για το τώρα.

TAGS
REVIEWS
ADVERTISING
  • top stories

ΣΙΝΕΜΑ