<img height="1" width="1" style="display:none" src="https://www.facebook.com/tr?id=625554890944361&ev=PageView&noscript=1" />

To ‘Spy’ είναι η πιο αστεία ταινία του καλοκαιριού

Ο Τζέισον Στέιθαμ είναι comedy gold και η Μελίσα ΜακΚάρθι είναι ο Τζέιμς Μποντ που έχουμε ανάγκη. Δες αυτή την ταινία!

Το “Spy” ξεκινάει όπως κάθε άλλη κατασκοπική περιπέτεια έχει ξεκινήσει ποτέ: Με τον στυλάτο κατάσκοπο στο πεδίο της δράσης, να ακολουθεί τη διαδρομή του στο αντίπαλο στρατόπεδο από εχθρό σε εχθρό, μέχρι να του δώσει κάποιος αυτό που ζητάει για να ολοκληρώσει την αποστολή του. Μόνο που εδώ, ο 007 έχει σημαντική βοήθεια: Στο αυτί του, αντί για συνείδηση, έχει κάτι πολύ πιο χρήσιμο, μια χειρίστρια της CIA που τον κατευθύνει. “Στρίψε εδώ”, “κοίτα εκεί”, “πρόσεχε παραπέρα”.

Πίσω από κάθε επιτυχημένο πράκτορα βρίσκεται… μια Μελίσα ΜακΚάρθι; Δεν ξέρω, πίσω από τον Πολ Φέιγκ πάντως, σίγουρα.

Το δίδυμο συνεργάζεται για μια ακόμη φορά, περνώντας σε ένα ακόμα διαφορετικό είδος, είναι λες και έχουν βάλει σκοπό να διαγράψουν όλο το κινηματογραφικό φάσμα μέσα από μια άφοβα επιθετική χιουμοριστική οπτική. Ο σκηνοθέτης Φέιγκ (δημιουργός φυσικά του “Freaks and Geeks”, μιας από τις καλύτερες σειρές όλων των εποχών) άργησε να βρει επιτυχία στο σινεμά, κι αυτό συνέβη επιτέλους χάρη στο “Bridesmaids”, όπου η ΜακΚάρθι έκλεψε την παράσταση κι έφτασε μέχρι και τα Όσκαρ.

Ύστερα συνεργάστηκαν ξανά στο “The Heat”, μια κωμική ματιά στην buddy cop movie (μαζί με τη Σάντρα Μπούλοκ) και μετά την κατασκοπική περιπέτεια “Spy”, θα δουλέψουν μαζί για 4η φορά και στο επερχόμενο “Ghostbusters”, περνώντας για πρώτη φορά και στο sci-fi. Η ΜακΚάρθι είναι πολύ έντονη κωμική παρουσία, καμιά φορά μπορεί απλά να είναι too much, όμως ο Φέιγκ ξέρει πώς να βγάλει τον ιδανικό κωμικό εαυτό της.

Στο “Spy” υπάρχουν στιγμές που είναι εμφανές πως την αφήνει να αυτοσχεδιάσει και να δώσει το 101% της ορμής της, αλλά είναι στα απολύτως ταιριαστά σημεία, όταν ο ρόλος -αλλά κυρίως- η ταινία το απαιτεί.

Αυτή τη φορά η ΜακΚάρθι ξεκινά απόλυτα συγκρατημένα. Παίζει τη Σούζαν Κούπερ, μια αναλύτρια της CIA που έχει θεωρητικά άδεια κατασκόπου ίδια με όλων των άλλων πρακτόρων-σταρ, μόνο που σε αντίθεση με εκείνους, με τους καλογυαλισμένους, αστραφτερούς, εντυπωσιακούς, γεμάτους αυτοπεποίθηση κατασκόπους (τους Τζουντ Λο και τις Μορένα “Homeland” Μπακαρίν), είναι κολλημένη σε μια δουλειά γραφείου εδώ και μια δεκαετία. Δίχως λάμψη, δίχως χαρισματικότητα, δίχως βλέψεις για κάτι παραπάνω. “To να κάνεις αίσθηση δεν είναι κάτι γενναίο,” είναι μία από τις πολλές αντι-εμψυχωτικές ατάκες που της έλεγε η μητέρα της όταν ήταν μικρή. “Παράτα τα όνειρά σου,” έγραφε το τάπερ του κολατσιού της όταν πήγαινε σχολείο.

Η Σούζαν δεν πιστεύει τίποτα, δεν περιμένει τίποτα, είναι παγιδευμένη- στα έγκατα ενός γραφείου-κάτεργου, γεμάτου νυχτερίδες, ερωτευμένη με τον άντρα που για χρόνια κατευθύνει σε όλες τις επιτυχίες του, και δίχως καμία φιλοδοξία για να γίνει πιο πετυχημένη, πιο εντυπωσιακή, πιο σημαντική. Όταν η CIA τη ρίχνει στο πεδίο της δράσης, είναι ακριβώς επειδή έχουν ανάγκη έναν άνθρωπο που θα περάσει παντελώς απαρατήρητος. Κανείς δε γυρνάει για να προσέξει την ύπαρξη της Σούζαν, και η εταιρεία τη ντύνει με τρόπο προσβλητικά πατροναριστικό όταν καλούνται να της φτιάξουν μια πλαστή ταυτότητα. Δεν την μετατρέπουν σε πλούσια επιχειρηματία ή σε επιτυχημένη έμπορο ή σαν μοχθηρή διακινήτρια όπλων, παρά τη ντύνουν σαν παραιτημένη από τη ζωή crazy cat lady. “Μοιάζω σαν την ομοφοβική θεία κάποιου,” λέει απογοητευμένη στην προϊστάμενή της, όταν της παρουσιάζεται η πλαστή της ταυτότητα.

Ναι: Πίσω από την κωμωδία και τη δράση, το “Spy” είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που διαπιστώνει πως ποτέ δεν είναι αργά για να αποκτήσεις αληθινή φιλοδοξία στη ζωή σου.

Από εκεί και ύστερα, αυτό που κάνει την ταινία πετυχημένη σε πρώτο επίπεδο, στην επιφάνειά της, στα απολύτως απαραίτητα δηλαδή, είναι το πόσο ικανοποιητική είναι σαν κωμική ιστορία κατασκόπων. Δηλαδή ναι, δεν είναι πως θα τρως τα νύχια σου από αγωνία ή πως θα νιώσεις ποτέ πως βλέπεις μια κανονική περιπέτεια του Τζέιμς Μποντ, όμως για κωμική προσέγγιση, το ίδιο το βασικό υλικό είναι αξιοπρεπέστατο.

Η πλοκή είναι γεμάτη με ανατροπές, διπλούς πράκτορες, απόπειρες δηλητηρίασης, φονικούς βαρώνους όπλων, γλίτσικους διακινητές, μέχρι και σκηνές μάχης. (Η σκηνή στην κουζίνα εκ των πραγμάτων ξεχωρίζει, είναι μια κανονικότατα άξια σκηνή μάχης.) Αλλά ο θρίαμβος έγκειται στην κωμωδία. Ο Πολ Φέιγκ που εκτός από τη σκηνοθεσία είναι υπεύθυνος και για το σενάριο, όχι μόνο έχει γράψει μια ιστορία που κυλάει σα νεράκι και την έχει γεμίσει με Α+ επιπέδου αστεία (είναι πραγματικά ξεκαρδιστική ταινία), αλλά ξέρει πώς να διαχειριστεί το υλικό του ώστε να μην το αφήσει να γίνει spoof. Τα αστεία δεν έρχονται ποτέ εις βάρος ούτε της πλοκής ούτε της ανάπτυξης χαρακτήρων.

Το κλειδί είναι, όπως συχνά γίνεται στην κωμωδία, το κάστινγκ. Για τη ΜακΚάρθι τα είπαμε ήδη: Όπως σε μια καλή κατασκοπική περιπέτεια ένας πράκτορας ντύνεται 5-6 διαφορετικές περσόνες, έτσι κι εδώ ο Φέιγκ χρησιμοποιεί τη ΜακΚάρθι, πάντα αποτελεσματικά, με 5-6 διαφορετικούς τρόπους. Είναι άλλοτε πράα, χαμηλών τόνων, εξασκώντας το θλιμμένο loser χιούμορ (του οποίου έτσι κι αλλιώς ο Φέιγκ είναι μάστορας, αν θυμηθεί κανείς το “Freaks and Geeks”), κι άλλοτε παντελώς ανεξέλεγκτη, είτε στο αυτοσχεδιαστικό χιούμορ (τα καφροξεσπάσματά της απέναντι στη Ρόουζ Μπερν είναι τέλεια), είτε σε ένα καθαρά physical επίπεδο (περίμενες να δεις τη Μελίσα ΜακΚάρθι να σκίζει σε σκηνές δράσης;).

Όμως τα διαμάντια στο υπόλοιπο καστ είναι ακόμα καλύτερα. Η Ρόουζ Μπερν είναι έτσι κι αλλιώς φανταστική κωμικός-από-το-πουθενά. Στο “Neighbors” γράφαμε πως θέλουμε να τη βλέπουμε σε κωμωδίες ακόμα πιο συχνά. Εδώ παίζει μια Βουλγάρα εγκληματία και φέρνει τρομερό στυλ και ύφος στον χαρακτήρα, ώστε πρακτικά δεν τη σκέφτεσαι καν ως Φονική Κακιά. Είναι φανταστική, όπως παντού και πάντα, όμως αν για εκείνην το γνωρίζαμε και το περιμέναμε, τι μπορείς να πεις για το γεγονός πως ο Τζέισον Στέιθαμ κλέβει την -κωμική- παράσταση;

Ο Στέιθαμ παίζει έναν έτερο πράκτορα που όταν τα πάντα κάνε κατά διαόλου, αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του και να λύσει το μυστήριο παρά τις διαταγές των ανωτέρων του. Το αποτέλεσμα είναι να χαλάει συνεχώς τα πάντα, να είναι ένα κινούμενο σαμποτάζ, που νομίζει επιπλέον πως είναι και ό,τι καλύτερο έχει συμβεί ποτέ στον κόσμο. Συνεχώς λέει απίθανα πράγματα που υποτίθεται του έχουν συμβεί (και που είμαι πεπεισμένος πως έχουν συμβεί σε κάποιον από τους απίθανους χαρακτήρες που έχει παίξει σε όλη την υπόλοιπη φιλμογραφία του) και είναι διαρκώς προβληματικός, αλαζόνας και θυμωμένος. Είναι ξεκαρδιστικός και ειλικρινά θα ήθελα να γυριστεί spin-off ταινία μόνο για τον χαρακτήρα του, αν δεν συνειδητοποιούσα πως κάθε ταινία που έχει γυρίσει ποτέ του, θα μπορούσε να είναι spin-off του χαρακτήρα του από το “Spy”.

Το οποίο, εν τέλει, καταφέρνει να τα έχει όλα. Και τα μούσκουλα, και το μυαλό, και το χιούμορ. Θα κοπανιέσαι από τα γέλια σε κάθε σκηνές, θα εκπλαγείς σε άλλες, θα περάσεις καταπληκτικά σε όλες. Κι όλα αυτά, την ίδια στιγμή που υπό την καθοδήγηση του Πολ Φέιγκ και την πιο έξοχη από ποτέ Μελίσα ΜακΚάρθι, μπορεί και διαχειρίζεται μια ιστορία εμψύχωσης μέσα στον όλο πανικό κωμωδίας και δράσης.

Έξυπνες και αστείες περιπέτειες από το πουθενά: Κι όμως, γυρίζονται ακόμα.

ADVERTISING
  • top stories
  • BEST OF NETWORK

ΝΕΑ ΟΜΑΔΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΡΟΑΤΗ ΣΚΟΡΕΡ

Αντάλλαξαν τον Bogdanovic οι Nets

Μία μέρα πριν εκπνεύσει το Trade Deadline, οι Brooklyn Nets παραχώρησαν τον Bojan Bogdanovic με ανταλλαγή. Διαβάστε τις λεπτομέρειες.

ΣΙΝΕΜΑ