Στο Call of Duty, το καθήκον θα σε καλεί για μια ζωή

Η μαμά πατρίδα και ο μπαμπάς έθνος σε χρειάζονται. Η άρνηση τιμωρείται παραδειγματικά.

Στις 6 Νοεμβρίου κυκλοφορεί το Call of Duty: Black Ops III (PC, PS4 και Xbox One η full, για PS3 και Xbox 360 θα βγει μια κομμένη multiplayer έκδοση), επιβεβαιώνοντας τη γνωστή ετήσια ρουτίνα. Το επερχόμενο COD υπόσχεται, ως συνήθως, φρέσκα κουλούρια, όμως εδώ στο OΝΕΜΑΝ σκεφτήκαμε να ασχοληθούμε με τα παλιότερα. Δεν τα λέμε μπαγιάτικα, πολύ απλά γιατί για την εποχή τους ήταν φρεσκότατα πολλά από αυτά και μας πρόσφεραν τεράστιες συγκινήσεις.

Ψυχανεμιζόμαστε ότι και το κοινό μας (ναι, εσύ φίλε 30+ με τη γυαλιστερή καράφλα) δεν συγκινείται πλέον με τα perks, τα boosts, τις πέρκες, τα φαγκριά και τα ουστ πως διάολο λέγονται αυτά, αλλά θυμάται με αγάπη και νοσταλγία τις ιστορικές στιγμές της σειράς. Βάζουμε μπρος το DeLorean και ξεκινάμε.

Ιστορικό καθήκον

Το πρώτο Call of Duty κυκλοφόρησε στα PC τον Νοέμβριο του 2003. Developer ήταν η γνωστή μας (πια) Infinity Ward, η οποία ιδρύθηκε το 2002 (και) με τη βοήθεια της publisher Activision. Tα πρώτα μέλη του εν λόγω team είχαν δουλέψει στην 2015, Inc για «λογαριασμό» του θρυλικού Medal of Honor: Allied Assault.

Με την ομάδα ανάπτυξης να έχει εμπειρία από World War II first person shooters, ήταν φυσικό και επόμενο να επιλεγεί για το Call of Duty αυτή η θεματολογία. Μόνο που, όσο και να ακούγεται τώρα οξύμωρο, το παιχνίδι διέθετε αρκετές καινοτομίες σε διάφορα επίπεδα, από το τεχνικό έως και το gameplay. Καταρχάς, δεν είχες τον έλεγχο μόνο ενός «γιάνκη», καθώς η εκστρατεία χωριζόταν σε βρετανική, σοβιετική και αμερικάνικη (εξυπακούεται).

Προφανώς, δεν ήταν μόνο αυτό. Σε τεχνικό επίπεδο, είχε δοθεί μεγάλη φροντίδα στα οπτικά και ηχητικά εφέ, π.χ. εκρήξεις, τα τελευταία δε ήταν τόσο δυνατά που μια προσωρινή κώφωση με το «σωστό» ηχητικό σύστημα δεν ήταν εκτός προγράμματος. Επιπλέον, ήταν εμφανής και η προσπάθεια για μία τρόπον τινά κινηματογραφική εμπειρία με τη χρήση κατάλληλης μουσικής υπόκρουσης κατά τη διάρκεια των αποστολών, και των στιγμιοτύπων πριν και μετά από αυτές. Κάπως έτσι, δένεσαι ακόμα περισσότερο, όχι τόσο με τους χαρακτήρες, όσο με το εγχείρημα. Σώζω τον κόσμο από τον ναζισμό εδώ, δεν παίζω απλά.

Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα από το ανέμισμα της σοβιετικής σημαίας στην Reichstag στο τέλος του πρώτου Call of Duty, πιθανώς δεν υπάρχει. Η εικόνα αυτή μας δίνει το έναυσμα και για κάτι ακόμη, σε gameplay επίπεδο πλέον. Το παιχνίδι της Infinity Ward κατάφερε επιτυχώς να προσφέρει, όσο το δυνατόν, ρεαλιστικές μάχες μεγάλης κλίμακας, έστω κι αν σε ορισμένες στιγμές αυτό αποτελεί μια ψευδαίσθηση.

Σε αντίθεση με την Chuck Norris «οπτική» του Medal of Honor του Μόνος αλλά Λύκος, στο COD αποτελείς μέρος μιας γενικής σύρραξης. Ναι, θες δε θες θα γίνεις το επίκεντρο και το φίνο φανταράκι για όλες τις δουλειές, αλλά όχι ο super trooper που σπέρνει όλεθρο στο διάβα του, είπαμε, έστω κι αν πρόκειται για έναν μίνι αντικατοπτρισμό στην έρημο.

Σε καλεί το καθήκον ξανά

Με το πρώτο COD να φέρνει την επαναστάση στο είδος, η συνέχεια ήταν αναπόφευκτη (και που να δεις τι σου ‘χω για μετά). Τον Οκτώβριο του 2005 (το 2004 έγινε στην ουσία το μοναδικό break στη σειρά αν και κυκλοφόρησε από την Spark Unlimited το Finest Hour για κονσόλες), βγήκε το Call of Duty 2. Στην ουσία, πάτησε γέρα στον original τίτλο και επέκτεινε τα ήθη και τα έθιμά του.

Προφανώς, υπήρξαν και διαφοροποιήσεις, όπως για παράδειγμα η γνωστή μας πλέον αναπλήρωση υγείας μέσω ησυχίας και μη δεχόμενος πυρά, αντί για τα περιβόητα medkits. Κατά τα λοιπά, η πετυχημένη τακτική με το σπάσιμο του campaign διατηρήθηκε, και το παιχνίδι μας χάρισε πολλές αλλά και καλές αποστολές, όπως η τελευταία με το πέρασμα του Ρήνου. 

Με την κυκλοφορία του Call of Duty 3 και τη σκυτάλη της ανάπτυξης να δίνεται στην Treyarch για πρώτη φορά, καθίσταται εμφανές ότι η μπογιά του B’ Παγκοσμίου Πολέμου έχει αρχίσει να χάνει το λαμπερό της χρώμα. Ο τίτλος δεν κυκλοφόρησε στα PC και θυμάμαι ν’ αγοράζω τον τίτλο στο PS3 ελλείψει άλλου δυνατού shooter στο launch (το Resistance με είχε χαλάσει λιγουλάκι).

Δεν πέρασα άσχημα, προς Θεού, αλλά φάνηκε ότι απαιτείται πνοή δυνατού βόρειου ανέμου. Τα gimmicks με το controller του PS3 δεν βοήθησαν και ήταν από τις στιγμές που ήρθα στη θέση του καταναλωτή/ gamer: 60 ευρώ γι’ αυτά που πρόσφερε ήταν μάλλον πολλά.Δεν πειράζει, κάποια στιγμή θα τα πάρω πίσω από τον συντάκτη του OPS2 Magazine που προφασίστηκε ότι έχει χάσει το παιχνίδι και δεν μπορεί να μου το δώσει, αναγκάζοντας την πολεμική μου δίψα να το αγοράσει.

Αλλαγή σκηνικού

Η κακομοίρα η Treyarch δεν έφταιγε σε τίποτα, ίσα-ίσα που καλό προσπαθούσε να κάνει για να καλύψει το κενό, άσε που αργότερα έκανε μια χαρά δουλειά. Κι αυτό γιατί η original developer Infinity Ward ήθελε χρόνο για να παρουσιάσει το έπος που λέγεται Call of Duty 4: Modern Warfare, αυτό που ονομάζω ευχή και κατάρα των military first person shooters.

Η «ευχή» είναι το εύκολο. Με μία κίνηση ματ που ούτε ο Κασπάροφ δεν θα έβλεπε, το πολεμικό σκηνικό άλλαξε άρδην και πέρασε στη σύγχρονη εποχή. Καταρχάς, το single player ήταν εξαιρετικό, ποιος ξεχνά εξάλλου τις αποστολές στην Ουκρανία και τον θρυλικό Captain Price, ή το τέλος του παιχνιδιού. Δεν είναι λίγοι που θεωρούν ότι το COD4 ήταν το τελευταίο της σειράς με πραγματική σόλο εκστρατεία και όχι απλά για να υπάρχει ως επίφαση ή συμπλήρωμα του multi. Έχω μια μικρή διαφωνία εδώ, θα τα πούμε σε λίγο.

Το βέβαιο είναι πως σε μέγεθος, βλέπε ποσότητα, δεν ήταν Call of Duty 1 & 2, αλλά τουλάχιστον σε ποιότητα παράπονο δεν υπάρχει. Όπως και να ‘χει, η επανάσταση, κακά τα ψέματα, έλαβε χώρα στο multiplayer. Όλοι το δοκιμάσαμε, όλοι κολλήσαμε έστω και λίγο, τα killstreaks έγιναν έμμονη ιδέα. Ακόμα και παίκτες που σιχτίριζαν το multi, παραδέχθηκαν με ένοχα ματάκια αργότερα ότι σκάλωσαν μια σταλιά. Και μετά συνέχισαν να το βρίζουν.

Το ότι είναι και «κατάρα», είναι μάλλον κι αυτό εύκολο. Η επιτυχία του Modern Warfare έφερε τους κλώνους (π.χ. ακούει μήπως το Homefront;), και το συνεχές κουτσούρεμα του single εις βάρος του multi, στην ίδια τη σειρά αλλά και στο είδος γενικότερα. Αυτές οι κινήσεις έφεραν τη ρουτίνα, την ανάπτυξη από συνήθεια, την εμπορευματοποίηση. Αν υπάρχει ένας λόγος που τώρα λέμε (ορθά, λανθασμένα, υποτιμητικά;) ότι το COD είναι για πιτσιρίκια, όλα ξεκίνησαν από εδώ και, προφανώς, δεν ήταν πάντα έτσι στη σειρά.

Συζυγικά καθήκοντα

Η συνέχεια σχετικά με το multiplayer και τις συνήθειες του Call of Duty, είναι γνωστή. Η συνταγή του gaming ολοκαυτώματος εδραιώθηκε με το Modern Warfare 2 του 2009 και από τότε το τρένο κινείται σε ράγες, αν και η αλήθεια είναι πως την τελευταία διετία-τριετία παρουσιάζει μια καλούτσικη κάμψη. Πριν ολοκληρώσουμε όμως τη σημερινή μας εκπομπή (και ευχαριστήσω τους τεχνικούς μας), θα ήθελα να διατυπώσω εδώ την ένσταση που έλεγα και να μιλήσω για το World at War του 2008, άντε και για το Black Ops του 2010.

Αυτά τα δύο είναι τα τελευταία COD με αξιοπρεπείς εκστρατείες, σίγουρα όχι στο επίπεδο προηγουμένων, αλλά τουλάχιστον καλές εμπειρίες, έστω και σχετικά σύντομες. Καταρχάς, το World at War επέστρεψε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά, πέρα από το κλασικό ανατολικό μέτωπο, μας πήγε βόλτα και στον Ειρηνικό, κάτι σχετικά σπάνιο (π.χ. το θυμάμαι στο Medal of Honor: Rising Sun). Επιπλέον, διαθέτει ζόρικες αποστολές, άγρια εισαγωγή, έναν Kiefer Sutherland για τον οποίο ο συγχωρεμένος ο Joe Cocker θα μπορούσε να είναι λίγο περήφανος, Gary Oldman και... ΤΟ ΛΑΤΡΕΜΕΝΟ NAZI ZOMBIES MODE.

Οι ορδές των απέθαντων λιώνουν καλύτερα με παρέα, αν και είναι εφικτό να επιχειρήσεις να τις ξεκληρίσεις μόνος σου δίχως την ίδια χάρη. Το εθιστικό αυτό mode επιστρέφει στο Black Ops, το οποίο αποτελεί ουσιαστικά τον διάδοχο του WaW. Όμως, στο δικό μου μυαλό, το πρώτο ΒΟ έχει μείνει για την κατασκοπευτική χροιά λόγω Ψυχρού Πολέμου και την επίσκεψη στο Βιετνάμ, μια χώρα, ένα πολεμικό μέτωπο ταμπού για τους γνωστούς λόγους που δεν χρειάζεται να ψειρίσουμε εδώ.

Σε κάθε περίπτωση, και τα δύο games της Treyarch διέθεταν αξιόλογο σενάριο, τη βάση για κάθε τίτλο που χαράσσεται στη μνήμη χωρίς να συγκαταλέγεται απαραίτητα στους κορυφαίους των κορυφαίων, συν τα όποια θετικά στο gameplay. Ρε ζόμπι, έχεις φάει φλογοβολιά να δεις για πότε θα πεθάνεις οριστικά;

Αναπάντητες κλήσεις καθήκοντος

Έρωτας, γάμος, καβγαδάκια, το τέλος μίας σχέσης, σαν το διαζύγιο των αφεντικών της Infinity Ward (Zampella, West) με την Activision. Περίπου από τα ίδια μονοπάτια πέρασε και η δική μου σχέση με το Call of Duty. Ένα μικρό σκίρτημα με το Black Ops II, της Treyarch και πάλι, το ένιωσα το 2012 αλλά ήταν μάλλον αντανακλαστική κίνηση.

Για να είμαι ειλικρινής, το παρακολουθώ δημοσιογραφικά, αλλά μηχανικά, περίπου σαν την ανάπτυξή του. Μακάρι να με διαψεύσει το Black Ops III, αλλά δεν βλέπω πως οι ετήσιες κυκλοφορίες και οι εναλλαγές συντροφών (βλέπε developers) ωφέλουν τον θρύλο του Call of Duty να επιβιώσει. Βασικά, λάθος, θα επιβιώσει, η σωστή απορία είναι πως θα παραμείνει θρύλος.

Αυτή είναι μία λούμπα που πέφτουν διάφοροι τίτλοι τη σήμερον ημέρα, προσωρινά δεν θ’ ανοίξω το στόμα μου και δεν θα φορέσω κουκούλα να τους καταδώσω (ώπα, σαν να προδόθηκα...). Παρόλα αυτά, το Call of Duty και η επιτυχία του, για την ακρίβεια τα ρεκόρ και οι πωλήσεις του, είναι οι υπεύθυνοι. Είπαμε, ευχή και κατάρα, με αυτό ζεις με αυτό και θα πεθάνεις, κάτι σαν τον φετινό μπασκετικό Ολυμπιακό και τον Σπανούλη. Εντάξει, αυτό το θέμα κάνει τζιζ, ας νοσταλγήσουμε καλύτερα τα παλιά, αγκαλιάζοντας το πιστό τουφέκι μας. 

Υ.Γ.: Προσοχή από που παραγγέλνετε πίτσες και σαλάτες. Να πληροφορήσω ότι το μετανιώνεις την επόμενη μέρα, όχι την ίδια.

TAGS
REVIEWS
ADVERTISING
  • top stories

GAMES