<img height="1" width="1" style="display:none" src="https://www.facebook.com/tr?id=625554890944361&ev=PageView&noscript=1" />

Ο Αλκίνοος είναι ο έφηβος που δεν θα ξεχάσουμε ποτέ

Η χθεσινή συναυλία του στον κήπο του Μεγάρου μας οδήγησε μεταξύ άλλων και σε αυτό το συμπέρασμα.

Όταν ήμουν μικρή μαζί με τα παγωτά και τα μπάνια, μετρούσα και τις επιτυχίες μου. Τα Α του Δημοτικού, τα 20 του Γυμνασίου και πάει λέγοντας. Στην αρχή το έβλεπα σαν παιχνίδι, έπειτα σαν ψυχαναγκασμό. Σαν ένα πρέπει που δεν μπορώ να αποφύγω. Όταν μπήκα ωστόσο σε αυτό που οι ψυχολόγοι ονομάζουν εφηβεία τα πράγματα και κυρίως οι προτεραιότητές μου άλλαξαν τόσο ώστε να χάσω το μέτρημα. Και να τα παρατήσω. Ο έφηβος εαυτός μου πίστευα ότι τα είχε σαρώσει όλα όπως έκανε αργότερα και ο ενήλικος.

Πίστευα. Κράτησε αυτό το ρήμα σε αυτό το χρόνο.

Στον κατάμεστο από κόσμο κήπο του Μεγάρου τα φώτα έδειχναν ουρανό. Περπατούσα αναζητώντας εκείνο το μικρό κομμάτι από πράσινο που θα προσφερόταν να φιλοξενήσει την –μάλλον όχι τόσο φάλτσα- φωνή μου μαζί με όλο το υπόλοιπο πακέτο (σώμα, μυαλό, κλπ). Όλα αυτά με τα μάτια καρφωμένα στη σκηνή -πώς δεν έπεσα πάνω σε κάποιον και εγώ απορώ. Έψαχνα να τον δω. Δεν είμαι σίγουρη αν το έκανα συνειδητά ή ασυνείδητα ούτε ποιο από όλα τα κομμάτια μου ήθελε να τον δει. Το μουσικόφιλο; Το ανυπόμονο;

Βγήκε. Τα μαλλιά του ήταν πιο κοντά και πιο λευκά. Αυτά ήταν και τα μόνα διαφορετικά στοιχεία πάνω του. Σε όλα τα υπόλοιπα ήταν ίδιος.

Ήταν ο ίδιος εκείνος  Αλκίνοος που μου συντρόφευε όλα τα εφηβικά μου χρόνια. Με την κιθάρα, το ειλικρινές ντροπαλό βλέμμα που ακολουθούσε έπειτα από κάθε χειροκρότημα, την καθάρια φωνή.

 

Ξαφνικά, τα θυμήθηκα όλα. Ξαφνικά, κατάλαβα. Το κομμάτι μου που διακαώς έψαχνε να τον δει πάνω στην σκηνή δεν ήταν άλλο από το έφηβο. Εκείνο που πίστευα ότι δεν υπάρχει πια. Ότι με παράτησε όπως εγώ τις επιτυχίες μου. Ότι με ξέχασε. Τίποτα, όλα λάθος.

 

Ο Αλκίνοος τραγουδά Γιατί δεν Έρχεσαι Ποτέ. Και κάνει εκείνην την ίδια ακριβώς κίνηση που έκανε και τότε όταν τον πρωτοείδα στο Θέατρο Βράχων (ετών 15). Στα κουπλέ  κοιτά χαμηλά, σχεδόν κλείνει τα μάτια. Αν το δεις με κλειστά αυτιά σχεδόν ορκίζεσαι ότι σε κάποιον ψιθυρίζει κάτι. Έπειτα κοιτά ψηλά και με τις δικές του μοναδικές κορώνες μας παίρνει μαζί του, μας βάζει να ρωτήσουμε, να φωνάξουμε, να ζήσουμε μαζί του τη δική του επιτυχία.

Η επιτυχία που μετρά ο Αλκίνοος ή μάλλον μία από τις επιτυχίες του είναι ακριβώς αυτή. Ότι κατάφερε και καταφέρνει όχι απλώς να τραγουδάμε μαζί του ένα τραγούδι. Αλλά να το ζούμε σαν να είμαστε αυτός. Εκείνη την ώρα, εκείνη το λεπτό που το συνέλαβε. Που το πόνεσε και το αποτύπωσε σε ένα χαρτί.

 

Κάθε φορά που ένα τραγούδι αλλάζει, χαμογελά. Με την αμηχανία του έφηβου που ανεβαίνει για πρώτη φορά σε μία σκηνή, του νέου που τον αποδέχεται για πρώτη φορά ο κόσμος. Του ενήλικου που όταν όλα γύρω του βυθίζονται, βρίσκει σωσίβιο. Εκείνο το φουσκωτό μπαλόνι που το δένεις στον καρπό και το αφήνεις να σε πάρει. Όπου θέλει εκείνο και όχι εσύ. Ναι, στο ταλέντο αναφέρομαι. Σε αυτό το χάρισμα που όλοι μας διαθέτουμε αλλά λίγοι από εμάς το αφήνουμε να μας καθοδηγήσει. Και ας ξέρει. Πολύ καλύτερα από εμάς.

Ο Αλκίνοος κοιτά στα δεξιά του και μας παρουσιάζει σχεδόν συγκινημένος το Φώτη Σιώτα. Έναν μουσικό που δυστυχώς δεν είχα ακούσει μέχρι χθες και ευτυχώς, τον άκουσα. Άκουσέ τον και εσύ.

 

Δεν ξέρω αν ποτέ θα γίνει Αλκίνοος ή Θανάσης ή Σωκράτης. Δεν ξέρω αν ποτέ θα είμαστε σε θέση να τον αποκαλούμε με το μικρό του. Το μόνο που ξέρω είναι ότι αυτός ο καλλιτέχνης πρέπει να δέσει στον καρπό το μπαλόνι του. Αν και πιστεύω ότι το έχει ήδη κάνει.

Μετά από περίπου δύο ώρες κατάφερα να πάρω το βλέμμα μου από τη σκηνή και να κοιτάξω γύρω μου. Παρέες κάθε ηλικίας με μία μπύρα στο χέρι να τραγουδούν μερικούς από τους πιο λυπητερούς στίχους χαμογελώντας. Αριστερά μου είχα ένα μωρό. Νεογνό. Θα ταν δεν θα ταν πέντε μηνών. Κοκκινομάλλικο και στρουμπουλό. Χτύπαγε παλαμάκια.

Η μουσική από το Αδιέξοδο ξεκινά και όλοι κοιταζόμαστε σε φάση: Είναι εδώ ο Σαββόπουλος ή η Αρβανιτάκη; Προφανώς και δεν ήταν. Παρόλα αυτά ο Αλκίνοος τους τίμησε μιμούμενος τις φωνές τους κάθε φορά που τραγουδούσε τα λόγια τους. Γέλασε. Και εμείς γελάσαμε.

 

Μετά το δυνατό χειροκρότημα έκανε μια παύση. Χαμογέλασε και είπε ότι το επόμενο τραγούδι, τη Μικρή Βαλίτσα, την αφιερώνει σε όσους έχουν φύγει στο εξωτερικό για δουλειά. «Σε όσους έχουν φύγει από τη βάση».

Έκανε ένα βήμα πίσω και ξαναπλησίασε το μικρόφωνο. «Επίσης, θέλω να το αφιερώσω και στους φίλους μας που πνίγονται αυτό το διάστημα στις θάλασσές μας».

 

Το τραγούδησε ακαπέλα. Δεν κοίταξε δευτερόλεπτο.

Μας σύστησε δύο φορές τους μουσικούς του και άφησε τον κήπο να τον καταπιεί. Οι φωνές μας τον επανέφεραν. «Πρέπει να γλιτώσουμε», είπε. «Όχι να τελειώσουμε, να γλιτώσουμε». Έτσι είπε ότι λένε στα πανηγύρια. Μας είπε πάλι ακαπέλα ένα νανούρισμα και χάθηκε.

Προς τιμήν του, δεν είπε τον Κεμάλ. Δεν θα ήθελα να τον ακούσω να τον λέει παρότι το κάνει μοναδικά. Κουράστηκα με αυτό το Καληνύχτα Κεμάλ. Κουράστηκα να προσπαθούν όλοι να με πείσουν ότι αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ.

Υ.Γ.: Αφού τελείωσα το κείμενο κατάλαβα ότι δεν έχω χρησιμοποιήσει πουθενά το επίθετό του. Δεν ξέρω γιατί αλλά δεν μου πάει καρδιά. Μέσα μου, άλλωστε δεν υπήρξε ποτέ ως Ιωαννίδης. Μόνο ως Αλκίνοος.

ADVERTISING
  • top stories
  • BEST OF NETWORK

ΜΟΥΣΙΚΗ