<img height="1" width="1" style="display:none" src="https://www.facebook.com/tr?id=625554890944361&ev=PageView&noscript=1" />

Η μπάντα που άκουγες μικρός

Η μπάντα που σ' έμαθε να ακούς μουσική, που έκανε τη μάνα σου να ουρλιάζει, που σε έκανε να κλείνεσαι στο δωμάτιο για ώρες. Αυτή.

Αποκλείεται σήμερα να ακούς την ίδια μουσική που άκουγες εκεί στα τέλη του δημοτικού-αρχές γυμνασίου. Αποκλείεται. Την ίδια μπάντα; Αποκλείεται. Τότε μάθαινες να ακούς μουσική, ήταν ένα φίλος που είχε τον τάδε δίσκο και πήγαινε στο τάδε μαγαζί  -μεγαλύτερος από εσένα πάντα. Και μετά γνώρισες ένα άλλο φίλο. Και μετά μια γυναίκα και ψάχτηκες λίγο για να κάνεις εντύπωση. Και μετά χωρίσατε και είπες θα ακούω τη δική μου μουσική. Και κάπως έτσι ακούς αυτά που ακούς σήμερα. Οπότε, μήπως να θυμηθούμε το τότε;

W.A.S.P. o Στέλιος Αρτεμάκης

Εγώ μέταλ. Ναι, εγώ. Και δεν έχω να ντραπώ που πέρασα από τις -λιώνω για πάρτη σου- εκπομπές του Γκαραβέλα στον Galaxy 92,  που η πρώτη μου αγορασμένη κασσέτα ήταν από Κατσιμιχαίους, που ενέδωσα στην γοητεία του είδους τσακνήμαχαιρίτσα. Η φάση του μέταλ ήταν η πιο ένδοξη πριν αρχίσω να βρίσκω τον εαυτό μου και περάσω σιγά σιγά σε πιο παρασημοφορημένα είδη.

Τη φάση λοιπόν του μέταλ την πέρασα κανονικά. Μέταλ Χάμερ στο χέρι, κασσέτες Accept και Udo Dirkschneider στα ταξίδια, και μια λίαν ελπιδοφόρα καριέρα μέταλ τραγουδοποιού μέχρι που ο πατέρας μου διάβασε τη θρυλική μου διασκευή στο Paranoid των Black Sabbath που "πήγαινε σε έναν τάφο ένα βράδυ πήγα για να κοιμηθώ". Και την σταμάτησε εκεί αφού δεν συμμερίζεται την γοτθική εμμονή με το θάνατο και τους νεκρούς. Που να ήξερε ότι χρόνια μετά θα επισκεπτόμουν νεκροταφείο στο Οσλο που ήταν στο top ten των αξιοθεάτων της πόλης #fantasoupoli. Πάντως δεν κράτησε πολύ, αμυδρά θυμάμαι κάτι μεταξύ μετάWaterboys "The Whole Of The Moon" και τεσσάρας του Παναθηναικού από Λίβερλπουλ μέχρι το γκολ του Κώστα Μπατσινίλα στο Παναθηναικός-Χόνβεντ 5-1.

Αλλά έμεινε αυτό.


 

Φυσικά τους Wasp δεν τους πρόλαβα στο "Fuck Like A Beast". Τους πέτυχα λίγο αργότερα όταν το hair metal ήταν στα τελευταία του. Αλλά έκανα τα ψαξίματα μου, οριζόντια, κάθετα, εμπρός, πίσω. Και παντα εκεί γυρνούσα. Στη φωνάρα του Blackie να τραγουδάει ποίηση:

I do whatever I want to do ya

I'll nail your ass to the sheets

A pelvic thrust and the sweat starts to sting ya

I fuck like a beast

Πάρε κι άλλη μία στροφή για να καταλάβεις

I got pictures of naked ladies

Lyin' on their beds

I whiff that smell and sweet convulsion

Starts a swellin' inside my head

Είναι αυτό που λένε τα βλέπω τώρα και... Αλλά τότε έκανα σαν τρελός.

O Ηλίας Αναστασιάδης ήταν (too) 2 Unlimited

Μικρός ήμουν μεταλάς. Πριν από αυτό, ήμουν κάγκουρας. Μπορεί τον φράχτη στο μαλλί να τον είχε ο κολλητός μου και όχι εγώ, αλλά αυτό το 'νόου νόου, νόου νόου νόου, νο νο νο νο, νο νο δερς νο λίμιτ' ήταν ο ύμνος της ζωής μου. Τον έβαζα στα ημίχρονα των ματς που έπαιζα στην αυλή της γιαγιάς, τον άκουγα στο MTV, τον είχα και σε κασέτα. Για να μη με περάσεις για κάνα χτεσινό λοιπόν, στην κασέτα είχε και τις άλλες μεγάλες επιτυχίες της μπάντας (μικρός ήθελα να μεγαλώσω και να γίνω εγώ ο παρτενέρ της Anita Doth στο σχήμα), όπως το 'Tribal Dance' και το 'Let The Beat Control Your Body'. Γενικά, δεν είχα καταλάβει ότι δεν είμαι ράπερ ή MC, θα το καταλάβαινα με τον καιρό. Η προσαρμογή σε άλλα μουσικά είδη ήταν λίγο ατσούμπαλη. Μετά τους 2 Unlimited, το έριξα στους Terror X Crew και το Νότη Σφακιανάκη. Μετά το Νότη στους Iron Maiden και τους Iced Earth, αλλά κάπως έτσι δεν βρήκαμε όλοι το δρόμο μας βρε παιδιά του Απρίλη του '83; Το θέμα είναι ότι ξεκινήσαμε unlimited. (Ω, τι σου 'πε).

Έρμαιο της αδερφής του ο Χρήστος Χατζηιωάννου (βλέπε Queen)

Μέχρι να διαμορφώσω τη δική μου εξαίσια μουσική άποψη και να ακούω ασταμάτητα TXC στη Δευτέρα και την Τρίτη Γυμνασίου, ήμουν το μουσικό σκλαβάκι της αδερφής μου. 4 χρόνια μεγαλύτερη, άκουγε πολλά και διάφορα και αναγκαστικά έμπαινα από το Δημοτικό στο τριπάκι να το παίξω κι εγώ μεγαλύτερος, να ακούω αυτά που ακούν οι μεγάλοι. Παρέα λοιπόν στους Meat Loaf, τους Beatles, τον Bryan Adams, τον Michael Jackson, τους Bon Jovi και την μετέπειτα στροφή της στο μέταλ, η αδερφή μου άκουγε πολύ Queen. Ή τουλάχιστον έτσι θυμάμαι. Με έχω πάντως σαν ανάμνηση να ξεκοκαλίζω cd των Queen, ακόμα και προσωπικούς δίσκους του Bryan May αργότερα και να κολλάω με το Flash, το We will rock you, το Fat Bottomed Girls, το Innuendo, το Radio GaGa, το I Want it All, το Under Pressure και φυσικά το Bohemian Rhapsody.

Μπορεί τα χρόνια μου στο Γυμνάσιο να τα πέρασα με hip hop hooligan και το διάβολο που κατέβηκε κάτω στο Χολαργό και πρόλαβε το Lada μου που ήτανε αργό αλλά θα έχω πάντα να λέω ότι ξεκίνησα να αγαπάω τη μουσική από το Bohemian Rhapsody.

Ace of Base o Θοδωρής Δημητρόπουλος

Όταν βγήκε το Happy Nation ήμουν 10 χρονών και κανονικά αυτό θα αρκούσε για άφεση κάθε αμαρτίας αν αυτό που αποζητούσα ποτέ στη ζωή μου ήταν η συγχώρεση για μουσικές (ή μη) αγάπες. Οι Ace of Base έγιναν εκεί γύρω στα μέσα των '90s ένα μαζικό κύμα που με ευχαρίστηση άφησα να με παρασύρει: το Happy Nation ήταν ένα από τα 3 πρώτα CD που απέκτησα (ποτέ δε θυμάμαι τη σειρά- τα άλλα δύο ήταν ένα Best of του Έλβις και το 'Κόκκινο' των  Beatles), το Wheel of Fortune ήταν το πρώτο τραγούδι που χόρεψα έξω (το θυμάμαι χαρακτηριστικά γιατί ήταν *τόσο* big deal: ντρεπόμουν αδιανόητα να χορέψω, THE IRONY), το All That She Wants το είχα μάθει απέξω κι ανακατωτά και περίμενα να το βάλει η τηλεόραση τα Σαββατοκύριακα που ξημεροβραδιαζόμουν στον καναπέ και απλά έκανα ζάπινγκ ανάμεσα στα 5 κανάλια που είχα βιντεοκλίπ, με φίλους συζητούσαμε για τη μπάντα ό,τι πληροφορίες αλιεύαμε από χαζοπεριοδικά που έπεφταν στα χέρια μας ("είναι αλήθεια ότι είναι Ναζί;;;"), το Sign είχα ενθουσιαστεί όταν επιτέλους κάποιος από όλους μας βρήκε τους στίχους του (!) σε κάποιο από αυτά τα περιοδικά που έβαζαν στίχους για 4 τραγούδια το μήνα (εποχή πριν το ίντερνετ: σοβαρά τώρα, πώς διάβολο επιβιώσαμε;).

Σε κάποια φάση, όπως όλα τα πράγματα υποθέτω, έγιναν ντεμοντέ, όταν βγήκε το Flowers είχαμε μπει και Λύκειο πια, ντροπή, εντάξει. Δε με ένοιαζε: Είχα ακούσει το Cruel Summer και το έβρισκα (μετάφραση = το βρίσκω ακόμα) τόσο κομματάρα που είχα αγοράσει κι εκείνο το CD. Έτσι κι αλλιώς πάντα μου άρεσε να επιμένω λίγο παραπάνω με οτιδήποτε έχω αγαπήσει. Θα ήθελα να ισχυριστώ πως εκείνη η mind-'90s εμμονή με τους Ace of Base είχε κάποιο ρόλο να παίξει στη μετέπειτα διαμόρφωση των ποπ ευαισθησιών μου αλλά εν τέλει νομίζω πως απλώς θα παραμένουν για πάντα το απόγειο της Καλύτερης Χειρότερης Μουσικής Στην Ιστορία που ήταν τα εμπορικά '90s (μας). Tο Happy Nation πάντως ακόμα το ακούω συχνά πυκνά- και ποτέ ειρωνικά. Θα μου ήταν αδύνατον.

 

Παραπλήγας και ημιπλήγας (=Ημισκούμπρια ο Χρήστος Δεμέτης)

"Ρε έχεις ακούσει ποτέ Ημισκούμπρια;". Χελιδόνι Ηλείας, δήμος αρχαίας Ολυμπίας, κοινώς, το χωριό. Ποιο χωριό; Εκείνο που λες, το Πάσχα, το καλοκαίρι, στις διακοπές ρε παιδί μου, θα πάω στο χωριό. "Τι είναι τα Ημισκούμπρια ρε ξάδερφε;". "Άκου το βουκολικό και θα καταλάβεις", να λέει ο ξάδερφος. Play στο κασετόφωνο, ο Μεντζέλος και ο Μιθριδάτης να γίνονται urban legends και τα Ημισκούμπρια να αποτελούν αυτό που κάποιοι λένε, η "ένοχη απόλαυση". "Ένοχη"; Χμ. Τότε ήταν απόλαυση, απόλαυση είναι και τώρα. Την ίδια εποχή, ανακάλυψα με τεράστια έκπληξη, ότι ο "Βρωμύλος" είναι ο Μεντζέλος. Μιλάμε για τεράστια έκπληξη. Όμοια αυτή που παθαίνεις όταν βλέπεις το τέλος της "6ης αίσθησης" για πρώτη φορά.

Πάμε τώρα πίσω στην Αθήνα. Τα Virgin της Σταδίου μεσουρανούσαν τον καιρό εκείνο. Θυμάμαι ακόμα τη στιγμή που κρατούσα το "30 χρόνια επιτυχίες" στα χέρια μου. Θυμάμαι πως την ίδια μέρα είχα αγοράσει το "Evil Empire" των "Rage Against The Machine" και το "The Score" των Fugees. "Χιπ-χόπερ" δεν με έλεγες ποτέ, παίζει όμως να είχα μάθει τα περισσότερα στιχάκια των Ημίζ απ' έξω την εποχή των γυμνασιακών ετών. Ένα χρόνο μετά το "30 χρόνια επιτυχίες" του '96, ήρθε το magnum opus τους, το τιτανοτεράστιο, "Ο δίσκος που διαφημίζετε". Γκαιφές, ντισκοτέκ, ο Κύρης, Je suis bossu, Ο διάβολος που κατέβηκε στον Χολαργό και πρόλαβε το Lada μου που ήτανε αργό. Ο πατέρας μου οδηγούσε Lada Niva. Τίποτα δεν είναι τυχαίο ακόμα κι αν δεν πιστεύω στη μοίρα. Στα τέλη των '90s άκουγα ελληνικό ροκ και Radiohead, αλλά τα Ημισκούμπρια ήταν πάντα στην καρδιά μου. Γιατί ήταν αυτό που λέμε "τίμια" μπάντα. Τίμια παρέα μάλλον. Ο ορισμός της τιμιότητας για την ακρίβεια. Και γι' αυτό τους παίζω ακόμα στα dj set των Last Page.

Πρόσφατα είδα τον Δημήτρη Μεντζέλο να μιλάει δίπλα στον B.D. Foxmoor, τον Αρτέμη, τον Εισβολέα και τα άλλα παιδιά σε συνέντευξη τύπου που παραχώρησαν για τον Παύλο Φύσσα. Τι αισθάνθηκα βλέποντας τους όλους μαζί; Δέος, συγκίνηση και χαρά μαζί. Ασχέτως αφορμής για τη σύναξη τους.

Θα κλείσω με τον αγαπημένο μου στίχο από τα Ημίζ. Με μπόλικο πόνο και με  κοινωνικοπολιτικό νόημα:

Χάι πατερούλη άργησα λιγάκι / γιατί τραβάω ζόρια μ' ένα φίνο γκομενάκι /

δε με γουστάρει ο γέρος της που τη γυροφέρνω / κι όλο χιτλεριάζει τηλέφωνο σαν παίρνω /

όταν γυρίζει της ρίχνει μπινελίκι / και για κάνα μήνα κόβει το χαρτζιλίκι /

κομμένες οι αγάπες της λέει μάνι-μάνι / αυτά τα ξεπορτίσματα μετά απ' το στεφάνι.

Δε σου 'πα για τη σίστερ τώρα που το θυμήθηκα / την είδα σε παπάκι παρέα μ' ένα πίθηκα

διέθετε κοτσίδα και πράσινο μπουφάν / και τα αφτιά του ήταν ωσάν του Πίτερ Παν

Και σαν υστερόγραφο, επαναπροσδιορίζοντας τον όρο "Milf":

The Cure ο Στέφανος Νικήτας

Ο Παύλος ήταν από τους τύπους που “έχτισαν” την Όμπρε στα μέσα της δεκαετίας 80 στα Σίδερα Χαλανδρίου. Ήταν ένας μύθος για εμάς τους  μικρότερους που δε μας άφηναν οι γονείς μας να πάρουμε το 308 και να πάμε μέχρι την “Αγία” για μια βόλτα.

 Θαμώνες της Όμπρε λένε ότι ήταν από τους πρώτους που όταν έσβηναν τα φώτα και άρχιζε το πρόγραμμα με το Still of the Night των Whitesnake στεκόταν στη μέση της πίστας και άρχιζε να  χορεύει.

Το 1986 ήμουν 9 ετών και μου επιτρεπόταν να βγαίνω μάξιμουμ μέχρι τις δέκα το βράδυ. Συνήθως μαζί με τα φιλαράκια πηγαίναμε πίσω από την εκκλησιά της Ζωοδόχου Πηγής στην Πλατεία και κάναμε σκέιτμπορντ. Τότε ήταν που δειλά δειλά έμπαινε στη ζωή μας αυτή η τρέλα.

Μουσικά η παρέα δεν ήταν πουθενά γιατί το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να παίζει μπάσκετ και να κάνει σκέιτμπορντ.

Εγώ επειδή δεν το είχα ούτε με το μπάσκετ ούτε με το σκέιτ και επειδή  η αδερφή της μάνας μου εργαζόταν στην δισκοθήκη της ΕΡΤ άρχισα να ακούω από μόνος μου μουσική στο σπίτι της.

Της είχα πει θυμάμαι:  “Ασε ρε θεία τον Καζαντζίδη, τον Πάριο και τα ρέστα και φέρε κανένα δίσκο  από αυτά που ακούει ο κόσμος σήμερα”.

Μετά από μερικές μέρες μου τηλεφωνεί και μου λέει σου έφερα 4 δίσκους. Τους θυμάμαι μέχρι τώρα.Ήταν άλμπουμ που είχαν κυκλοφορήσει εκείνη την περίοδο: Το True Blue  της Madonna, το Master of Puppets των Metallica, το Slippery When Wet του Bon Jovi και τελευταίο το The head on the Door των The Cure.

Δεν με άφησε να πάρω τους δίσκους σπίτι γιατί έπρεπε να τους επιστρέψει την επόμενη μέρα. Πρόλαβα όμως και τους άκουσα όλους. Τότε ήταν που τη ρώτησα αν μπορεί να τους γράψει σε κασέτα για να τους ακούω στο Wolkman που μου είχε φέρει ο πατέρας μου από τη Γερμανία.

Και έτσι έγινε. Και το έπαιζα μάγκας στους φίλους γιατί κάθε φορά που πήγαινα να κάνω σκέιτ άκουγα και από μια κασέτα.

Άλλες φορές το έπαιζα “μέταλάς” και άκουγα το Muster of Puppets και άλλες φορές “περίεργος” και έφερνα μαζί μου το The head on the door.

Έτσι αποκαλούσα τη μουσική τους, “περίεργη”, μια μουσική που άρχισα να τη γουστάρω χωρίς να έχω ακόμα ανακαλύψει τις τραγουδάρες που είχαν γράψει πριν το Head on the door.

Το μάθημα το έμαθα από τον Παύλο στον οποίο είχα τον θράσος να του πω μέσα στα μούτρα ότι : “Εγώ ακούω The Cure και ας είμαι εννέα, ρε φιλαράκι. Τι να μας πεις εσύ από τη ζωή σου”.

Άκου θράσος που το είχα. Τα έβαλα με τον τύπο με τα πέτσινα που ήταν 16 ετών και πήγαινε Ομπρε. Τον τύπο που όλοι τον φοβόντουσαν.

Ο Παύλος γέλασε. Τι να κάνει; Να μου ρίξει καμιά φάπα; Δε θα το έκανε. Δε θα τα έβαζε με ένα παιδάκι. Έτσι μου απάντησε λες και ήμουν συνομήλικος του.

Μάγκα θα σου φέρω αύριο μια κασέτα να ακούσεις και αν σου αρέσει να στην πουλήσω γιατί δε την ακούω πια.

Αμέ, εδώ θα είμαι μπορείς να την φέρεις του απάντησα και εφηγα με το σκείτ για το σπίτι.

Την επόμενη μου φέρνει μια κασέτα με μαύρο εξώφυλλο που έγραφε με μεγάλα λευκά γράμματα από πάνω Concert και από κάτω the cure live.

Την πήρα και όταν πήγα σπίτι την έβαλα στο walkman και την άκουσα. Μέθυσα, ενθουσιάστηκα, ένοιωθα σαν να ανακαλύπτω τον κόσμο. Η κασέτα  ξεκινούσε  με το Shake Dog Shake και στη συνέχεια είχε τα Primary, Charlotte Sometimes, The Hanging Garden , Give Me It , The Walk , One Hundred Years , A Forest , 10:15 Saturday Night, Killing An Arab.

Την επόμενη πήγα στο Παύλο με  δυο χιλιάρικα και του τα έδωσα. Του είπα ευχαριστώ και από τότε τους ακούω again and again and again.

Έπρεπε να περάσουν δέκα ολόκληρα χρόνια για να τους δω ζωντανά στo Zenith Arena της Lille στις 10.11. 1996.

*live από το Le Bataclan στο Παρίσι, (λίγες μέρες πριν εμφανιστούν στη Lille στις 6/11/1996)

Αγαπημένη μπάντα του Γιάννη Γεωργόπουλου οι Μanowar

Τα ξεχαρβαλωμένα συρτάρια του 80's κομοδίνου με τον στρογγυλό καθρέφτη κρύβουν ένα θησαυρό από original κασέτες. Αντιγραφή σε “Racks Πετράκης” είπατε; Σε καμία περίπτωση. Απέκτησα το πρώτο μου βινύλιο το 1990 (Guns N' Roses- Lies) και έκτοτε δεν σταμάτησα ποτέ... Δύο-τρία χρόνια πριν λοιπόν ξεκίνησε η πρώτη συλλογή από κασέτες. Bon Jovi- New Jersey, Guns N'Roses- Appetite For Destruction, Def Leppard- Hysteria, Manowar-Kings of Metal και το “ξέμπαρκο” Dreamweaver των Sabbat -το οποίο απέκτησα από σπόντα και εκτίμησα 15 χρόνια αργότερα- ήταν οι πρώτες μου αγορές.

Βέβαια δεν το κρύβω στο ίδιο συρτάρι βρίσκονται μπλεγμένες κυκλοφορίες των Rick Astley, Paula Abdul, Michael Jackson, Technotronic. Ναι, δεν το κρύβω ήταν η εποχή που αναζητούσα την μουσική μου ταυτοτήτα.

Από τα παραπάνω ξεχωρίζω το Kings Of Metal των Manowar. Μπάντα με ορκισμένους οπαδούς και φανατικούς εχθρούς. Ποζεράδες από τους λίγους, εγωκεντρικοί, φαλλοκράτες αλλά και σπουδαίοι μουσικοί, με ενδεχομένως αφελείς στίχους αλλά μαγική επική μουσική που δεν γίνεται να σε αφήσει ασυγκίνητο όπου και αν ανήκεις.

Μυήθηκα στον κόσμο τους με το Kings Of Metal (1988). Ψάρωσα ακούγοντας την εισαγωγή με το πιάνο στο Heart Of Steel, τον θόρυβο της μοτοσυκλέτας στο Wheels of Fire, την ιστορία του παππού στον εγγονό στο “Warrior's Prayer”, το σχεδόν στρατιωτικό αλαλαγμό στο “Hail and Kill”, τα φωνητικά του Adams αλλά και με το εξώφυλλο του πολεμιστή όπου έψαχνα στο μικροσκοπικό εξώφυλλο της κασέτας την ελληνική σημαία.

Πέρασαν 25 χρόνια, αλλά η γνώμη μου για την καλλιτεχνική αξία των Manowar και του συγκεκριμένου άλμπουμ δεν μεταβλήθηκε ποτέ. Μεγάλη μπάντα ladies and gentlemen...

 

Η Εύη Χουρσανίδη όταν ήταν μικρή ήταν μεγάλο φλωράκι (βλέπε Take That)

Πώς λέγεται αυτό το φαινόμενο; Αυτό που όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσες μουσικές κι αν ακούσεις, όσα συγκροτήματα κι αν ανακαλύψεις, θυμάσαι ακόμα (και θα θυμάσαι για ΠΑΝΤΑ, σαν κατάρα, σαν ξόρκι), στίχους που αποστήθισες σε μικρή ηλικία και που πολύ θα ήθελες να είχες διαγράψει από τη μνήμη σου; Ε λοιπόν εγώ αυτό το έχω πάθει με τα τραγούδια του 'Everything Changes' των Take That. Ήταν το πρώτο CD που απέκτησα ποτέ, όταν ήμουν ακόμη πιτσιρίκι, φόραγα σπορτέξ και έκανα συλλογή με αυτοκόλλητα. Για κάποιο λόγο βρίσκαμε αυτούς τους πέντε υπερ-ξενέρωτους τύπους "αχ πάρα πολύ ωραίους" και και τσακωνόμασταν ποιος είναι ο πιο όμορφος και παθαίναμε παροξυσμό με τις γιγαντοαφίσες τους στο super Κατερίνα και λιώναμε με το video clip του 'Babe' (τραγικό) και ξέραμε απέξω όλο το 'Another Crack In My Heart' (τρελή ninet-ίλα) και είχαμε και ειδικό χορευτικό για το 'Relight My Fire' (γιορ λαβ ιζ μάι όνλι ντιζάιερ).

Αργότερα έμπλεξα με μακρυμάλληδες και το γύρισα σε Led Zeppelin, Deep Purple, Rainbow και Savatage. Ακόμα πιο μετά έμπλεξα με ακόμα πιο παράξενους τύπους κι άρχισα να τρέχω από συναυλία σε συναυλία κι από φεστιβάλ σε φεστιβάλ και να ψάχνομαι πάρα πολύ μουσικά. Παρ' όλ' αυτά, το 2006, που ήμουν κοτζάμ γυναίκα, έμενα στο Λονδίνο και δε φορούσα πια σπορτέξ, πήγα με τις δύο κολλητές μου στο Milton Keynes και είδαμε live τον Robbie, και μάλιστα ανήμερα των 25ων γενεθλίων μου. Ας πούμε ότι το χρώσταγα στον 12χρονο εαυτό μου.

ADVERTISING
  • top stories
  • BEST OF NETWORK

ΜΟΥΣΙΚΗ