Οι Big Nose Attack σιχαίνονται να τους συγκρίνουν με τους Black Keys

Τα δυο αδέρφια από το Μπραχάμι μίλησαν στο Oneman για την κοινή μουσική τους πορεία, τις περιοδείες, τον Bowie και την παραλίγο παρουσία τους στο Bataclan τη νύχτα της τρομοκρατικής επίθεσης.

Μουσικό συγκρότημα, το οποίο αποτελείται από δυο άτομα, έναν στα τύμπανα κι έναν στην κιθάρα και τα φωνητικά και ερμηνεύει blues και ροκ μουσική.

Οι Black Keys είπες; Μην το πεις αυτό μπροστά στους Big Nose Attack σε παρακαλώ, διότι έχουν βαρεθεί -και δικαίως- τις συγκρίσεις με το αμερικάνικο δίδυμο. Λες και υπάρχει μονοπώλιο στα μουσικά ντουέτα και το κατοχύρωσε το αμερικάνικο συγκρότημα με ειδική αίτηση στο παγκόσμιο καλλιτεχνικό επιμελητήριο.

Υπάρχει λοιπόν κι ένα εξαιρετικό ελληνικό συγκρότημα - ντουέτο, το οποίο από το 2011 διαγράφει μια διαρκώς ανοδική πορεία. Οι (The) Big Nose Attack από το Μπραχάμι, δηλαδή ο Γιώργος a.k.a Boogieman κι ο Αντώνης, a.k.a. Little Tonnie, έχουν κυκλοφορήσει ήδη τρία επίσημα άλμπουμ, έχουν περιοδεύσει στο εξωτερικό, συμμετείχαν στο line-up του περσινού Rockwave Festival ανοίγοντας τη συναυλία των Black Keys κι απόψε το βράδυ θα τους δούμε σε ένα *δικό τους* live στη σκηνή του Gagarin 205, όπου και θα παρουσιάσουν το τρίτο τους άλμπουμ, "69".

Α, ο Γιώργος κι ο Tonnie δεν είναι απλά μουσικοί συνοδοιπόροι (ήταν μαζί και στους τριμελείς Down & Out) αλλά και αδέρφια, με τον Boogieman να “ρίχνει” 5 χρόνια στον Little Tonnie. Λίγες ημέρες πριν τη μεγάλη τους συναυλία, μίλησαν στο Oneman για την μουσική, τη θάλασσα και την παραλίγο παρουσία τους στο Bataclan του Παρισίου *εκείνο* το βράδυ του Νοέμβρη.

 

Η μουσική παιδεία και οι Down & Out

Πώς βρέθηκαν δυο αδέρφια να διαγράφουν κοινή μουσική πορεία; Παρέσυρε ο μεγάλος τον μικρό για να έχει παρέα ή το μικρόβιο της μουσικής τους το κόλλησε κάποιος άλλος;

Μουσική ξεκινήσαμε να παίζουμε όσο θυμόμαστε τους εαυτούς μας, μας χώσανε οι γονείς μας με κάποια παιδικά όργανα. Παίζαμε με τα αρμόνια και μας ηχογραφούσαν με μαγνητοφωνάκια. Μετά βρήκαμε στην αποθήκη μια παλιά κιθάρα της μάνας μας σε κακό χάλι, ξέρεις, απ’ αυτές του 1970 που πήγαιναν πακέτο με το τραπεζομάντιλο για να κάνεις πικ-νικ, έλειπαν και δυο χορδές θυμάμαι. Σ’ αυτή την κιθάρα αρχίσαμε να παίζουμε τα πρώτα δικά μας τραγούδια, είχαμε φτάσει πια και στο Γυμνάσιο κι είχαν μπει οι δίσκοι κι οι κασέτες στη ζωή μας. Είχαμε και βινύλια, αλλά δεν τα ακούγαμε κι όσοι λένε ότι ακούγανε βινύλια τότε, λένε ψέματα. Το CD τότε ήταν ‘ουάου’. Ακούγοντας τους πρώτους μας δίσκους, μας μπήκε το μικρόβιο να αρχίσουμε να παίζουμε σε κανονικές μπάντες, τα 5 χρόνια διαφοράς όμως ήταν πρόβλημα” πραγματοποιεί μια μικρή αναδρομή της πορείας τους ο Γιώργος, εξηγώντας πως από την ξεκούρδιστη κιθάρα της μάνας τους, κατέληξαν να σχηματίζουν συγκροτήματα τα οποία δίνουν πια τις δικές τους συναυλίες.



Φωτογραφίες: Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson

Άρχισα να παίζω σε σχολικές μπάντες, ο Tonnie ήταν πολύ πιο μικρός όμως, οπότε η πρώτη δική μας μπάντα σχηματίστηκε κάπου το 2003 κι ήταν οι Down & Out. Έγω τότε ήμουν 21 κι ο Tonnie 16. Ήμασταν 3 μέλη σε αυτή τη μπάντα, από τη θέση του μπασίστα πέρασαν 5 άτομα μέχρι να καταλήξουμε τελικά στον Τάσο, που ήταν μαζί μας τα περισσότερα χρόνια”. Μπορεί να μην σου λέει πολλά το όνομα Down & Out αν δεν έχεις εντρυφήσει στην διαδρομή τους, όμως το βιογραφικό τους ήταν πολύ δυνατό. Πάρα πολύ δυνατό για την ακρίβεια.

Είχαμε όντως μεγάλο βιογραφικό, παίξαμε μαζί με πάρα πολλούς σημαντικούς μουσικούς, από Johnny Winter μέχρι Gary Moore και ZZ Top. Καθόμουν με τον Billy Gibbons, τον κιθαρίστα που ήταν ο λόγος για τον οποίο έμαθα κι εγώ κιθάρα και δεν πίστευα αυτό που ζούσα, τον έβλεπα με πιτζάμες να τρώει τσίλι κον κάρνε. Με τις επιρροές μας δηλαδή έχουμε παίξει ήδη, με λίγες μπάντες εν ενεργεία έχουμε ακόμα όνειρο να παίξουμε, ίσως με τους Rolling Stones και τον Springsteen”

, θυμάται ο Γιώργος για να τον συμπληρώσει ο Tonnie: “Θα έλεγα και Tom Waits εγώ αλλά θα προτιμούσα να είμαι από κάτω χωρίς άγχος και να τον απολαμβάνω”.

Πώς βρέθηκε ένα ελληνικό συγκρότημα να μοιράζεται τη σκηνή μαζί με αυτούς τους θρύλους; “Κυνηγούσαμε απλά το όνειρο, τα πράγματα ήταν λίγο πιο αγνά τότε και μπορούσες να βρεις πιο εύκολα κάποια e-mail για να επικοινωνήσεις με τους ατζέντηδες. Το ίντερνετ ήταν λίγο πιο παρθένο και ανοιχτόμυαλο” μου εξηγεί ο Γιώργος.

Βοηθούσε πολύ και το MySpace, θυμάμαι ότι είχα πολλούς μουσικούς που άκουγα, ακόμα κι απ΄την Αμερική, διαχειρίζονταν μάλιστα οι ίδιοι τις σελίδες τους, δεν υπήρχε αυτό το απρόσιτο. Σήμερα υπάρχουν site για τα πάντα, αλλά είναι πιο δύσκολο να επικοινωνήσεις. Όλοι προσπαθούν να το παίξουν οι μπάντες της διπλανής πόρτας αλλά βάζουν άτομα του μάρκετινγκ να χειρίζονται τις σελίδες και να απαντάνε στα μηνύματα”, ρίχνει τα καρφιά του ο Tonnie.



Ο Γιώργος a.k.a. Boogieman

Μιας και το έφερε η κουβέντα, δεν χάνω την ευκαιρία να τους ρωτήσω για το καλύτερο live που θυμούνται, ως θεατές. “Το καλύτερο live που έχουμε δει αλλάζει συνέχεια, το τελευταίο που έπαθα πλάκα ήταν The Jon Spencer Blues Explosion στο Gagarin. Δεν βλέπουμε και συχνά live έξω πάντως, τα περισσότερα e-mail που στέλνουμε είναι για να παίξουμε, σπάνια συνδυάζουμε και κάποιο live σαν θεατές, μόνο όταν έχουμε κάποιες μέρες κενό”, εξηγεί ο Γιώργος πριν κάνει την μεγάλη αποκάλυψη:

“Στη τελευταία μας περιοδεία είχαμε κανονίσει ένα live στη Γαλλία και σκεφτόμασταν να πάμε στους Eagles of Death Metal στο Παρίσι, στη μοιραία συναυλία, μιας και είχε ακυρωθεί κι η συναυλία τους στην Ελλάδα. Τελικά μας ακύρωσαν το live στη Γαλλία για τεχνικούς λόγους και δεν πήγαμε ποτέ στη Γαλλία”.

Ίσως τα πιο ευχάριστα τεχνικά θέματα στην καριέρα τους. Πώς αντιμετωπίζει ένα τέτοιο συμβάν ένα μουσικό συγκρότημα; Επηρεάστηκαν απ' αυτό που έζησαν οι Eagles of Death Metal;

Ήταν μεγάλο σοκ, αλλά ο πολιτισμός και η κουλτούρα δεν καταστέλλονται. Κι εγώ δηλαδή την επόμενη μέρα πήγα σε live και αν και στην αρχή ήμουν λίγο σκεπτικός που θα βρεθώ με τόσο κόσμο, τελικά όλα ήταν μια χαρά, γιατί αυτός ακριβώς είναι κι ο σκοπός της μουσικής, να πολεμάει αυτές τις καταστάσεις”, περιγράφει ο Tonnie.

Το τέλος των Down & Out πώς ήρθε και γιατί; “Σε κάποια φάση απλά κουραστήκαμε, έχουμε μάθει κιόλας να δουλεύουμε μόνοι μας, ζούμε στο ίδιο σπίτι, κάνουμε τα ίδια πράγματα και καταλαβαίνω ότι αυτό μπορεί να είναι κουραστικό και για τον τρίτο”, παραδέχεται ο Γιώργος. Αλήθεια, δεν έχουν βαρεθεί να βλέπουν συνέχεια ο ένας τον άλλον; Ποιο είναι το μεγαλύτερο διάστημα που έχουν περάσει χώρια; “Το μεγαλύτερο διάστημα που δεν έχουμε δει ο ένας τον άλλο είναι ένα τρίμηνο, όταν είχα πάει να δουλέψω σεζόν στη Σαντορίνη. Το έκανα αυτό παλιά, δεν το κάνω όμως πια γιατί δεν είναι καλό για τη μπάντα να παγώνει για τόσο καιρό και γενικά γίνονται πράγματα το καλοκαίρι", θυμάται ο Γιώργος.

Το ντουέτο και οι Big Nose Attack



O Little Tonnie

Από την τριάδα των Down & Out (τα δυο αδέρφια κι ο εκάστοτε μπασίστας δηλαδή), στο ντουέτο των Big Nose Attack. Τι έχει αλλάξει πλέον;

Το ντουέτο είναι πιο εύκολο για μας. Στο δημιουργικό κομμάτι, στις πρόβες και τις συνθέσεις είναι πιο εύκολο να συμφωνήσεις. Μαζί γράφουμε τη μουσική και τους στίχους. Μπορεί να ξεκινήσει το κομμάτι ο ένας και να το ολοκληρώσει ο άλλος. Είναι όμως πιο δύσκολο στα πρακτικά θέματα, όλο το τρέξιμο πέφτει σε δυο άτομα” παραδέχεται ο Tonnie. Αλήθεια, πόσα όργανα παίζει ο καθένας; Στα άλμπουμ των Big Nose Attack σίγουρα δεν θα πλήξεις πάντως.

Κάποια όργανα τα παίζουμε, κάποια άλλα τα προσπαθούμε, μερικά δεν είναι καν όργανα. Το να παίξεις ένα όργανο σε μια ηχογράφηση δεν σημαίνει ότι μπορείς να το παίξεις και live στη σκηνή. Μπορεί να παίξω ένα σημείο του άλμπουμ με μεταλλόφωνο, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το έμαθα. Γενικά τα έχουμε γκρουπάρει, εγώ παίζω ό,τι έχει χορδές κι ο Tonnie χτυπάει πράγματα. Ξεκίνησε και τρομπόνι αλλά δεν πήγε πολύ καλά, ήταν οι χειρότεροι μήνες της ζωής μου”, μου λέει γελώντας ο Γιώργος. Μουσικά τα βρίσκουν λοιπόν. Στις περιοδείες; Πόσο εύκολο είναι για δυο αδέρφια να περνάνε ατελείωτες ώρες μέσα σε ένα βαν; Το μικρόφωνο περνάει στον Tonnie:

Είναι πολύ πιο εύκολο να ταξιδεύεις με τον αδερφό σου, με έναν άνθρωπο που τον ξέρεις από πάντα και έχεις συνηθίσει τις ιδιαιτερότητές του. Βέβαια στα ταξίδια έχουμε πλέον κι άλλους ανθρώπους. Πάλι καλά γιατί κάποια στιγμή βαριέσαι, σε φεστιβάλ που ταξιδεύαμε μόνοι μας μπορεί να περάσει μια μέρα και να μην μιλήσουμε καθόλου. Έχει κι αυτό τα καλά του βέβαια”.

“Γενικά οι περιοδείες είναι τρομερή φάση, μια τεράστια κυκλοθυμία, μια top και μια πάτος. Δεν ξέρεις κάθε μέρα που θα είσαι, αν θα έχει κόσμο, τι κόσμος θα έρθει, αν θα έχεις κοιμηθεί. Τη λέξη YOLO πρέπει να την έχει βγάλει κάποιος στη μέση ενός tour, είναι extreme εμπειρία, ψυχεδέλεια. Γνωρίζεις ωραίους ανθρώπους στα ταξίδια, πετυχαίνεις γνωστούς. Συναντήσαμε 3 φίλους μας Έλληνες σε 3 διαφορετικές πόλεις, εντελώς τυχαία”, προσθέτει με ενθουσιασμό ο Γιώργος.

 

Πότε προέκυψαν όμως οι Big Nose Attack και βασικά, γιατί The Big Nose Attack; “Τους Big Nose τους δημιουργήσαμε το 2011. Η πιο κλασική ερώτηση που μας κάνουν είναι το πώς προέκυψε το όνομα.  Το έβγαλε ένας Πολωνός, όταν ήμασταν στο Torun Blues Festival ως Down & Out. Ήθελε να περιγράψει τη φάση μας κι είπε τις λέξεις Big Nose Attack, τώρα αν ήθελε να πει noise ή επειδή οι Πολωνοί είναι βόρειοι κι έχουν μικρές μύτες του φάνηκαν οι δικές μας μεγάλες, δεν ξέρω. Τότε βάλαμε στο συρτάρι αυτή την ατάκα κι είπαμε να την χρησιμοποιήσουμε για τραγούδι ή για τίτλο άλμπουμ. Όταν όμως σταματήσαμε τους Down & Out κι αρχίσαμε το ντουέτο, δεν το σκεφτήκαμε καθόλου. Η πλάκα είναι ότι στην ίδια πόλη στην Πολωνία μείναμε πρόσφατα με το βαν, αποκτά ιδιαίτερη σημασία για μας το μέρος”.

Το συγκρότημα απασχολεί πλέον τα δυο αδέρφια full time; “Ασχολούμαστε πλέον full time, ναι. Κάνουμε δηλαδή κάτι δουλειές του ποδαριού αλλά δεν γίνεται να έχεις σταθερή πρωινή δουλειά και να τη συνδυάζεις με στούντιο και περιοδείες”. Ψιλογαμάτη φάση δηλαδή. Αφού έκανα την αρχή με τις κλισέ ερωτήσεις για το όνομα της μπάντας, δεν μπορούσα παρά να συνεχίσω με τα παρατσούκλια τους. Έτσι κι αλλιώς το Πούλιτζερ το είχα χάσει.

Το Boogieman βγήκε από τον μπαμπούλα, επειδή έτσι με έλεγε η μάνα μου, μάλλον επειδή ήμουν πολύ άσχημο παιδί κι έκανα τα άλλα παιδιά να κλαίνε”, λύνει το μυστήριο ο Γιώργος. “Το Little Tonnie βγήκε από τη μεγάλη διαφορά ηλικίας που έχουμε, όταν ξεκινήσαμε ειδικά, φαινόταν πολύ περισσότερο. Το ‘πού ‘σαι μικρέ’ έφερε το Little Tonnie, είναι και λίγο μπλουζιά”, ξεδιαλύνει και το δικό του γρίφο ο Tonnie.

Στα τραγούδια τους δεν λείπουν και οι αναφορές στη θάλασσα. Αυτή η αγάπη πάλι πώς προέκυψε; Μήπως δίπλα στην κιθάρα της μάνας τους βρήκαν και κανένα βιβλίο του Καββαδία; “Η αγάπη για τη θάλασσα ξεκίνησε απ’ όταν ήμουν στα Χανιά και βρισκόμουν διαρκώς δίπλα στο νερό. Δεν έχουμε καταγωγή από νησί, πάντα όμως μας άρεσε. Μετά γνώρισα κι έναν φίλο που ο πατέρας του έχει σχολή ιστιοπλοΐας κι ήμουν κάθε μέρα πάνω σε σκάφος, είχαμε κάνει και πολλά live σε νησιά κι ήμασταν στα πλοία συνέχεια. Τώρα έχουμε καιρό να δούμε θάλασσα πάντως”, δίνει την αρκετά πιο λογική απάντηση ο Γιώργος.

Τα δικά τους live και η σύγκριση με τους Black Keys

 

Από το support στα παιδικά τους είδωλα, στις δικές τους συναυλίες, ως πρώτο όνομα στην αφίσα. Πώς αισθάνονται γι’ αυτό; “Έχει και τα καλά και τα κακά του. Έχεις περισσότερες ευθύνες σε ένα δικό σου live, πρέπει να τρέξεις όλα τα διαδικαστικά κι ο κόσμος έχει περισσότερες προσδοκίες” με προσγειώνει ο Γιώργος.

Όλη η ευθύνη του live πέφτει πάνω σου κι ο κόσμος δεν ξέρει τι παίζει από πίσω, ποιοι άνθρωποι δουλεύουν, οπότε ό,τι και να γίνει το φορτώνεται η μπάντα, ακόμα κι ένα τεχνικό πρόβλημα. Απ’ αυτή την άποψη είναι πιο αγχωτικό, απ’ την άλλη βέβαια είναι κάτι που πάντα θέλαμε, να παίξουμε δηλαδή σε έναν μεγαλύτερο χώρο. Γουστάρουμε και για ηχητικούς λόγους, θα παρουσιάσουμε τη δουλειά μας σε ένα καλό ηχοσύστημα με φουλ setlist, όχι για μισή ώρα, όπου μόλις έχεις ζεσταθεί πρέπει να κατέβεις”, υπερθεματίζει ο μικρός αδερφός της μπάντας, πριν ξαναδώσει τη σκυτάλη στον Boogieman, ο οποίος ως μεγαλύτερος, παίρνει και την μερίδα του λέοντος στις απαντήσεις.

“Το σημαντικό πάντως είναι να έχει πλάκα ένα live, έχουμε περάσει ωραία και με 20 άτομα από κάτω σε μια άκυρη πόλη. Παίξαμε για παράδειγμα στο Weißwasser, ένα χωριό ανάμεσα σε Γερμανία και Πολωνία που δεν το έχει ούτε ο χάρτης και γι’ αυτούς τους τύπους ήταν ό,τι καλύτερο έχουν δει, μας έκαναν μετά δώρο μέχρι και καφετιέρα για το ταξίδι”.

 Όσο για την εμπειρία του Rockwave; “Το Rockwave ήταν μια φανταστική εμπειρία, ένα πάρτι και μια εξαιρετική διοργάνωση και οι μπάντες ήταν γνωστοί μας. Οι Puta Volcano και οι Mods είναι φίλοι μας πια, τους ξέρουμε χρόνια. Οι Black Angels ήταν κλασμένοι, δεν επικοινωνούσαν και οι Black Keys ήρθαν λίγο πριν παίξουν. Τους γνωρίσαμε πάντως, ήταν κουλ, καλοί τύποι, έχουν χαβαλέ. Με τον Dan εγώ κι η Άννα από τους Puta δώσαμε μαζί μια συνέντευξη για ένα ντοκιμαντέρ στο BBC κι είχε γέλιο. Γενικά πάντως ήταν τύποι που θέλανε να μείνουν λίγο μόνοι τους”.

Ε, εντάξει, αφού τους έφεραν στην κουβέντα, δεν γινόταν να αντισταθώ. Πόσο τους εκνευρίζει η σύγκριση με τον Dan Auerbach και τον Patrick Carney; “Δεν με εκνευρίζει ότι μας το λένε, με εκνευρίζει που μας το λένε τώρα, επειδή τώρα έμαθαν τους Black Keys. Εμείς αγαπάμε τους Black Keys και τους ακούμε χρόνια, σκέψου ότι κατεβάζαμε παράνομα τη μουσική τους από το Limewire. To 2005 ας πούμε είχαμε παίξει διασκευή ένα τραγούδι των Black Keys με τους Down & Out. Απλά εκτιμάμε αυτή τη μουσική, δεν τους ανακαλύψαμε με τον τελευταίο τους δίσκο κι είπαμε να κάνουμε κάτι εμπορικό για να μας μάθει ο κόσμος. Αυτό που με αγχώνει είναι πως ό,τι κι αν κάνουμε ο κόσμος δεν ακούει, βλέπει δυο άτομα κι αυτόματα βγάζει συμπέρασμα, δεν μπορούμε να ξεκολλήσουμε απ’ αυτή την ταμπέλα με τίποτα”, εξαπολύει τα βέλη του ο Γιώργος για να συνεχίσει στο μονοπάτι του εκνευρισμού ο Tonnie:

“Είναι κι ο τρόπος που μας το λένε. Άλλοι απλά λένε ότι τους αρέσουμε κι οι δυο, κι άλλοι το λένε υποτιμητικά, ότι ‘α είστε σαν τους Black Keys’".

 

Η ελληνική σκηνή

 

Οι (The) Big Nose Attack αποτελούν ένα ζωντανό κύτταρο μιας μουσικής σκηνής που πάει από το καλό στο καλύτερο, με παρουσίες σε διεθνή φεστιβάλ, άλμπουμ που γνωρίζουν επιτυχία και συναυλίες που γίνονται sold-out. Πώς βλέπουν οι ίδιοι το επίπεδο μιας σκηνής που τη ζουν από μέσα;

Η ελληνική σκηνή πάει σφαίρα. Έχει βοηθήσει και το ίντερνετ αλλά και το γεγονός ότι η μουσική που ακούει πια ο κόσμος είναι λίγο πιο διασκεδαστική, ‘φυσιολογική’ να το πω. Δυνατή ελληνική σκηνή είχαμε ας πούμε και τη δεκαετία του 80 αλλά κυρίως ήταν το death metal, που δεν μπορεί να το ακούσει πολύς κόσμος. Έχει ανέβει όμως κι η ποιότητα μουσικά” συμφωνεί μαζί μου ο Γιώργος για να συμπληρώσει ο Tonnie πως “Παράγεται ροκ μουσική για περισσότερο κόσμο, δεν είναι πια στο περιθώριο. Παραμένουμε βέβαια μπουζουκόβιος λαός, ακόμα και μέσα στη ροκ βλέπεις μια πανηγυρτζίδικη λογική, τύπου ελάτε παιδιά διασκεδάστε μας. Νομίζω όμως ότι σιγά σιγά φεύγει αυτή και βελτιωνόμαστε". Όσο για τα αγαπημένα τους συγκροτήματα;

Πολλά είναι τα αγαπημένα μας ελληνικά συγκροτήματα. Θα ακουστεί κλισέ αλλά επειδή έχουμε μεγαλώσει μαζί με τα παιδιά θα πω τους Mods, τους ξέρουμε από το πρώτο live που δεν είχαν καν αυτό το όνομα. Έχουμε τζαμάρει μαζί, έχω παίξει σε live τους. Μετά το Rockwave έχουμε αναπτύξει πολύ καλή σχέση και με τους Puta Volcano. Όχι μόνο ροκ πάντως, εξακολουθώ να αγαπώ και τον Mickey Pantelous που είναι one man μπάντα, μπλουζιά και μέντορας στην κιθάρα για μένα” μου απαντάει ο Γιώργος πριν δώσει ασίστ στον μικρό του αδερφό για τη δική του απάντηση:

Έχουν ανέβει κι οι παραγωγές στην Ελλάδα, χαίρομαι επίσης να βλέπω τις μπάντες να ξέρουν τι κάνουν, να μπορούν να διαχειρίζονται τη μουσική τους και να έχουν ένα μάρκετινγκ πλαν, ακόμα και DIY μπάντες. Η ηχοληψία επίσης έχει ανέβει πολύ, τα στούντιο, είναι όλα μαζί, έγινε μια προσπάθεια και επιτέλους κατάλαβαν ότι ο καθένας πρέπει να αναλάβει ένα πόστο. Δεν γίνεται να παίζουν όλοι μουσική, πρέπει κάποιος να κάνει την παραγωγή. Δυστυχώς δεν υπάρχει και κόσμος να κάνει τις δουλειές γραφείου, βιομηχανία από agencies κι αυτά που βλέπουμε στο εξωτερικό. Υπάρχουν τύποι που το κάνουν για πλάκα για τους φίλους τους. Σε λίγα χρόνια, που θα έχουν μεγαλώσει, θα το κάνουν πιο σοβαρά”.

Για το τέλος, έτσι για να μαυρίσω λίγο την ατμόσφαιρα, δεν μπορούσα να μην ζητήσω ένα σχόλιο για το σοκ της απώλειας του τεράστιου David Bowie. “Τι να πούμε, ο τύπος ήταν καλλιτέχνης με όλη τη σημασία της λέξης, δεν ήταν απλά ένας rock star. Πολυτάλαντος τουλάχιστον” σχολιάζει ο Γιώργος, για να αφήσει τον μικρό του αδερφό να κλείσει τη συνέντευξη:

“Είμαστε καταραμένη γενιά γιατί βλέπουμε τα είδωλά μας να πεθαίνουν και δεν αναπληρώνονται”.



Ευχαριστούμε τους Λουκουμάδες "Αιγαίον" ((Πανεπιστημίου 46 και Χαριλάου Τρικούπη, τηλ. 210-3814621), για τη φιλοξενία.

Οι (The) Big Nose Attack εμφανίζονται απόψε το βράδυ στο Gagarin 205.

ADVERTISING
  • top stories

ΜΟΥΣΙΚΗ