<img height="1" width="1" style="display:none" src="https://www.facebook.com/tr?id=625554890944361&ev=PageView&noscript=1" />

New Adventures In Hi-Fi vol.2.21: Ένα ακόμα παράσημο στο στήθος των Black Angels

Οι νέοι Black Angels και οι υπόλοιπες σημαντικές κυκλοφορίες του 15ήμερου.

Το κακό χούι που υπάρχει στην τέχνη, να ασχολούμαστε με μερικά από τα σημαντικά ταλέντα της, μετά το θάνατο τους, εμφανίστηκε πάλι, με τον αναπάντεχο θάνατο του Φιλανδού Mika Vainio. Πέθανε στις 12 Απριλίου και ήταν 53 χρονών. Η αιτία ακόμη άγνωστη.

Τρομερή μορφή της πειραματικής ηλεκτρονικής μουσικής (άκου εδώ πως έχει κάνει το “Set the controls for the heart of the sun” των Pink Floyd), ιδρυτής των πρωτεργατών της industrial electronica, Pan Sonic, που το έργο του έχει γίνει πηγή έμπνευσης από την Bjork (εδώ η ίδια του παίρνει μια συνέντευξη το ’97, για λογαριασμό του BBC) μέχρι τη Holly Herndon.

The Black Angels – Death Song (Partisan Records)

Μ’ αυτό τον τίτλο και με αυτό το εξώφυλλο, νόμιζα ότι γυρίζουν καρφί στον αρχικό τους ήχο. Τον αργόσυρτο, βαρύγδουπο, ψυχεδελικό επιτάφιο, που τους έχει φέρει ήδη τρεις φορές στη χώρα μας (συν μία τον ερχόμενο Σεπτέμβρη), χάρη στην επιτυχία του True Detective. Τα χρώματα όμως του γραμμικού pattern στο εξώφυλλο του 5ου τους άλμπουμ, προειδοποιούν ότι εξακολουθούσε να μπαίνει στο στούντιο, το ίδιο φως που έμπαινε και στο Phosphene Dream. Και δεν λέω το Indigo Meadow, γιατί εκεί ήταν σα να έκαναν μια απόπειρα (media κωλοτούμπα ίσως για δόλωμα) με πιο pop προσέγγιση, που και πάλι τους βγήκε άψογη. Ωστόσο ο τίτλος του δίσκου είναι η ολοκλήρωση της ιδέας. Είχαν πάρει το όνομα τους από το τραγούδι των Velvet Underground “The black angel’s death song”. Βρες τη διαφορά!

Το “Currency” ξεκινάει με το γνωστό τους μπασοκίθαρο και τα γερά τύμπανα κι ακόμα κι αν ξέρω ότι είναι αυθαιρεσία, το λαμβάνω ως ξεκάθαρο μήνυμα της κυριαρχίας τους στην αναβίωση της ψυχεδέλειας των 60’s και 70’s. Στο “Half believing” και το “Life song” σου χαϊδεύουν λίγο τ’ αυτιά, αλλά λίγο για να μην καλομάθουν.

Σ’ αυτό το 5ο τους άλμπουμ κρέμονται από μια κλωστή πριν πέσουν στο λάκκο της επανάληψης. Το “Hunt me down” είναι ένα από τα πατενταρισμένα τους, που παρακαλάει για airplay, αλλά συνολικά συνδυάζουν περίφημα τις μέχρι τώρα αρετές τους και προσθέτουν και μερικά φρέσκα πραγματάκια όπως στο πιο ξεχωριστό “I dreamt”, χωρίς να έχουν ούτε ένα filler κομμάτι.

Άχρηστη Πληροφορία (όχι για όλους): αν κάνεις pre-order το Death Song από το site του και πάρεις τη σούπερ ντούπερ ντελούξ έκδοση, θα έχεις μεταξύ άλλων δώρων και ένα herbal grinder, όπως απενοχοποιημένα το ονομάζουν. Δύο δίσκους πριν (νομίζω) έδιναν δώρο μια καυτερή σάλτσα τύπου ταμπάσκο.

Jamiroquai  - Automaton (Virgin EMI)

Ο tomaton ή ο potaton το φανταζόμουν στην πραγματικότητα το καινούργιο άλμπουμ του Jay Kay, γιατί περίμενα μεγάλη μπούρδα. Αλλά ξεπερνά και την πιο αισιόδοξη προσδοκία. Ίσως οι ίδιοι να μην το δεχτούν, αλλά οφείλουν το επίκαιρο του ήχου τους στο RAM των Daft Punk (άκου το “Cloud 9” και θα καταλάβεις), ίσως λίγο και στη σειρά The Get Down. Τον ίδιο τον ήχο τους όμως δεν το χρωστάνε πουθενά από αυτά (άσε που δεν χρησιμοποιούν καν τα δεκάδες samples, όπως οι προαναφερθέντες). Αντίθετα μερικοί ανερχόμενοι όπως Tyler,The Creator, Anderson.Paak, Chance The Rapper, ακόμα κι ο Pharrell, παραδέχονται ότι η ηλεκτρονική funk/acid jazz των Jamiroquai είναι από τις βασικές τους επιρροές. 

Στο 8ο άλμπουμ τους κάνουν πολύ σοβαρή δουλειά. Με όλες τις επιταγές και τους κανόνες της pop και αυτό σημαίνει ότι έχουν ξεφορτωθεί τα πολλά πνευστά, έχουν βάλει περισσότερα (και πιο πρωταγωνιστικά) πλήκτρα και έχουν γίνει ένα με το 2017, παρόλο που μετράνε σχεδόν 30 χρόνιας πορείας. Και χαίρομαι ιδιαίτερα που δεν χρειάζεται να κάνω συγκρίσεις με παλιότερες επιτυχίες τους. Είναι τόσο κομματάρα το “Nights out in the jungle” με το flow να θυμίζει αμέσως Grandmaster Flash, που δεν θέλω να κοιτάξω πίσω. Κοίτα να δεις που τώρα ανυπομονώ κιόλας να τους δω live.

The New Pornographers – Whiteout Conditions (Concord Records)

Αυτό που κάνει τους Καναδούς New Pornographers μια σταθερά καλή μπάντα, είναι πως τα βασικά της μέλη, είναι ήδη χορτασμένοι μουσικοί που δεν ψάχνουν σχοινί να πιαστούν. Ο Dan Bejar που μάλλον είναι αυτός που δίνει το έναυσμα κάθε φορά για την ηχογράφηση νέου άλμπουμ, έχει τη δική του σεβαστή πορεία ως Destroyer, ενώ και η Neko Case έχει ήδη 20 χρόνια σόλο στην πλάτη της.

Βέβαια σε δεύτερη ανάλυση είναι και μονίμως αχόρταγοι, γιατί μπαίνουν με υποδειγματική όρεξη κάθε φορά στο στούντιο. Και είναι αξιοθαύμαστο που στα 40plus τους πλέον ο καθένας, εξακολουθούν να έχουν μια ζηλευτή college rock ενέργεια. Αλλά αυτό είναι το καλό όταν δεν έχεις γίνει ποτέ Arcade Fire. Δεν υπάρχει το παραμικρό άγχος για κάθε επόμενη κυκλοφορία. Και να τα αποτελέσματα. Δεν σηκώνουν το πόδι τους από το γκάζι πριν το όγδοο κομμάτι και φυσικά δεν το ξαναφήνουν από το “Juke” και μετά. Αν τα μιούζικαλ δεν ήταν τόσο βαρετά, το La La Land θα ξεκινούσε στο μποτιλιάρισμα με το “Avalanche alley” ή το “High ticket attractions” (δεν μπορώ να διαλέξω).

ΔΙΑΒΑΣΕ ΑΚΟΜΑ

Τα μοντέλα που έπιασαν το μικρόφωνο

Karen Elson – Double Roses (1965 Records)

Νέα, όμορφη, Βρετανίδα που ζει στην Αμερική, πρώην μοντέλο και πρώην σύζυγος του Jack White. Τώρα προσπαθεί να μεγαλώσει το παιδί της, να προλάβει τις συναντήσεις κηδεμόνων και δασκάλων, να οργανώσει κάποιο παιδικό πάρτι, να πάει σε κάποιο άλλο και μέσα σε όλα αυτά, ψάχνει να βρει και χρόνο για τον εαυτό της ώστε να μπορέσει να γράψει μερικά τραγούδια. Ε τώρα αυτό άνετα δεν θα μπορούσε να προσαρτηθεί, με απόλυτη συνοχή, στο σενάριο του Big Little Lies; Να πηγαίνει ας πούμε με την Whitherspoon και την Kidman στο Blue Blues, για να φάνε κάτι με σοκολάτα που να μην παχαίνει, όσο θα περιμένουν τα βλαστάρια τους να σχολάσουν. Ακόμα και το εκπληκτικό “Distant shore” θα μπορούσε να ακούγεται στο τέλος της σειράς.

Της πήρε εφτά χρόνια να βγάλει το δεύτερο άλμπουμ της, αλλά διαψεύδει αυτούς που την είχαν ξοφλημένη μακριά από τα μαγικά χέρια του White. Όμως μαγικά χέρια έχει και ο Jonathan Wilson που της έφτιαξε ένα άλμπουμ βγαλμένο από τη χρυσή εποχή της φολκ σκηνής του Laurel Canyon. Χωρίς τον δεσποτικό (πάντα έτσι τον φανταζόμουν) Jack, να την πατρονάρει (το “Call your name” είναι ξεκάθαρα γι’ αυτόν), γράφει μόνη της ένα πολύ όμορφο country-folk άλμπουμ και εκτίθεται χωρίς φόβο και ενοχές για τη ζωή της.

Daniel Brandt – Eternal Something (Erased Tapes)

Ο Daniel Brandt είναι το ένα τρίτο των Γερμανών Brandt Brauer Frick που είχαμε την τύχη να δούμε από κοντά σε εκείνο το Plissken Festival του 2013. Και ήταν ένα από τα πολύ καλά live εκείνης της μέρας. Μια live μπάντα που παίζει techno, ενώ αγαπάει τη jazz και έχει δημιουργήσει ένα φοβερό χορευτικό γεφύρωμα.

Αυτό είναι το πρώτο σόλο άλμπουμ του Brandt και αν γνωρίζεις τους BBF, μπορεί ακόμα και να καταλάβαινες τι περίπου ακούς χωρίς να δεις ποιος είναι. Κάπου πετάγεται έστω και μύχια, λίγη techno, αλλά δεν μένει για πολύ. Η βάση είναι ηλεκτρονική, αλλά με μία λογική μοντέρνας κλασσικής σύνθεσης που προκύπτει από experimental δοκιμασίες και που σε καμία περίπτωση δεν είναι club music (θα μπορούσε όμως να είναι pre-club). Μερικές φορές, όπως στο “Kale me”, εύκολα του φοράς και μια post-electronica ταμπέλα. Την ίδια ταμπέλα μπορείς να βάλεις και στο ομώνυμο κομμάτι, με το αγωνιώδες τρομπόνι να δημιουργεί ένα έως και δραματικό κρεσέντο.

Το Eternal Something διαθέτει αρκετό χώρο τόσο για να σου ηρεμήσει όσο και για να σου επαγρυπνήσει τις αισθήσεις.

ΔΙΑΒΑΣΕ ΑΚΟΜΑ:

Όλες οι New Adventures in Hi-Fi
ADVERTISING
  • top stories
  • BEST OF NETWORK

ΜΟΥΣΙΚΗ