Γιατί ένας indie μουσικός διασκεύασε ολόκληρο το “1989” της Taylor Swift;

Εκτός του ότι είναι τέλειο, φυσικά.

Στις αρχές Αυγούστου ο Ράιαν Άνταμς ανακοίνωσε πως θα κυκλοφορούσε μια διασκευή ολόκληρου του υπερ-σουξέ άλμπουμ “1989” της Τέιλορ Σουίφτ και σήμερα, σχεδόν ενάμιση μήνα μετά, το άλμπουμ του έχει όντως κυκλοφορήσει και -απέναντι σε κάθε μου θέληση ή προσδοκία- δε μπορώ να σταματήσω να το ακούω.

Θα φτάσω γρήγορα και στον Ράιαν Άνταμς, τον indie ροκά ή alternative κάντρι μουσικό ή όπως θες να τον κατηγοριοποιήσεις -αν κρίνεις πως είναι αναγκαίο-, αλλά πρώτα θέλω να πω κάτι άλλο.

Αγαπώ την ποπ μουσική. Όχι ειρωνικά, όχι αποστασιοποιημένα, όχι επειδή σήμερα είναι ΟΚ να σου αρέσει η ποπ μουσική. Ούτε καν ως δήλωση. Απλά την αγαπώ. Αγαπώ πολλά είδη μουσικής βέβαια αλλά αυτό πάντα ένα τσικ περισσότερο ακριβώς επειδή το κοινό ποτέ δεν το σεβόταν ιδιαίτερα. Αν σε μια τυχαία μου χρονιά στην blogovision έχω καμιά ντουζίνα indie rock άλμπουμ, 2-3 διαφόρων ειδών και 3-4 ποπ, πάντα ήμουν και πάλι ‘ο τύπος που ακούει ποπ’ απλά και μόνο επειδή μοιάζει περίεργο το να σου αρέσει η Έλλι Γκούλντινγκ με τον ίδιο τρόπο που σου αρέσουν οι Arcade Fire ή ο Κέντρικ Λαμάρ.

ΟΚ, δεν ξέρω, τι να πω. Η μουσική είναι μία.

Θυμάμαι πριν χρόνια να βλέπω κάτι κλιπάκια από ένα live των Smashing Pumpkins (τους οποίους λατρεύω) και στην αρχή ενός κομματιού να παίζουν το ρεφρέν του “Call the Shots” των Girls Aloud (τις οποίες λατρεύω), αλλά με τρόπο εμφανώς χλευαστικό, με τον Κόργκαν να λέει “αυτό είναι το σπουδαιότερο τραγούδι που έχει γραφτεί ποτέ, χαχαχα”. Δεν καταλάβαινα γιατί όλο αυτό- άμα σου αρέσει το τραγούδι απλά παραδέξου ότι σου αρέσει το τραγούδι, προς τι το άγχος;

 

Τελοσπάντων, τα χρόνια πέρασαν και η τρομακτική διάσπαση της πληροφορίας των ‘00s έδωσε τη θέση της σε ένα παράξενα ομογενοποιημένο γούστο στη διάρκεια των ‘10s. Παρενέργεια αυτής της δράσης/αντίδρασης είναι ότι ξαφνικά είναι ΟΚ να σου αρέσει η ποπ μουσική. Όχι -μόνο- η πειραματική ποπ ή η ποπ που εννοούμε όταν ακούμε FKA Twigs, αλλά και η κανονική, η σκέτη, η mainstream, η τσιχλόφουσκα. Αυτή που ψιλοκορόιδευαν οι Travis όταν διασκεύαζαν Μπρίτνεϊ Σπίαρς, λες και είναι κάποιοι οι Travis για να σκάνε και γελάκια τραγουδώντας κομμάτια του τιτάνα Μαξ Μάρτιν.

Ξαφνικά το pitchfork κάνει review στο “My Everything” της Αριάνα Γκράντε και του βάζει κι ένα 7.7 (και λίγο είναι). Το “Chandelier” της Σία είναι το κομμάτι της χρονιάς. Το “1989” της Τέιλορ Σουίφτ ήταν πέρσι τόσο παντού, σε όλες τις λίστες, σε όλα τα thinkpieces, που ξαφνικά θα έπρεπε να νιώθεις απαρχαιωμένος αν δεν σου άρεσε. (Μου αρέσει πολύ, αν και το προηγούμενό της άλμπουμ μου άρεσε σχεδόν εξίσου.) Η ποπ είναι το νέο κουλ. Μου φαίνεται ακόμα κάπως περίεργο, γιατί δεν πάει πολύς καιρός από τότε που φράσεις του στυλ “απενοχοποιημένη, καλή ποπ” γέμιζαν δισκοκριτικές που ντρέπονταν να πούν απλώς “εντάξει, ποπ είναι και ψιλοντρέπομαι που το ακούω αλλά δεν περνάω κι άσχημα”.

 

Τελοσπάντων, τα λέω όλα αυτά επειδή υποθέτω εξηγούν για ποιο λόγο, υπό κανονικές συνθήκες, θα ήμουν έτοιμος να μισήσω και να κατασπαράξω ένα προτζεκτάκι σαν το “1989” του Ράιαν Άνταμς. Ενός μουσικού που ήρθε με το indie cred του για να πάρει έναν φανταστικό ποπ δίσκο και να τον αλλάξει, ήρθε να τον ‘φτιάξει’. Να κάνει την μεταειρωνική φασούλα του. Ήμουν έτοιμος να παίξω ξύλο με αυτό τον δίσκο. Μέχρι που τον άκουσα.

 

“Δεν είναι reimagining ή επανακατασκευή του δίσκου,” λέει ο Άνταμς στο Rolling Stone. “Είναι ένα παράλληλο σύμπαν. Έτσι το σκέφτομαι. Δημιουργούμε ένα παράλληλο σύμπαν.” Σε αυτό το παράλληλο σύμπαν, τα ενθουσιώδη ποπ τραγούδια της πιτσιρίκας Σουίφτ έχουν μετατραπεί σε λυπητερή ροκ μέσα από τα σωθικά ενός μοναχικού, μεσήλικα άντρα. Όχι όμως με την διάθεση της διόρθωσης. Αν ακούσεις ένα τυχαίο διάστημα 10” αυτού του δίσκου γίνεται πασιφανές πως ο Άνταμς λατρεύει το πρωτότυπο και το προσεγγίζει με απόλυτη σοβαρότητα και απόλυτη αγάπη και σεβασμό.

Πάνε οι εποχές του ειρωνικού γέλιου. Τώρα η Τέιλορ Σουίφτ, και η ποπ, δεν χρειάζεται κανέναν κουλ indie μουσικό να την σώσει. Αν ακούσεις πώς σπάει η φωνή του Άνταμς σε σημεία του “Wildest Dreams” θα το καταλάβεις. Δεν είναι μια φασούλα. Δεν είναι -απλά- μια άσκηση ύφους. Είναι πόνος και είναι τιμιότητα. Αυτός ο άνθρωπος νιώθει αυτό που τραγουδάει.

 

“Άκουγα  αυτό το δίσκο και σκεφτόμουν πως ‘ακούω περισσότερα’,” εξηγεί. “Όχι πως του έλειπε κάτι. Απλά σκεφτόμουν τα συναισθήματα και τις ενορηχστρώσεις.” Το “1989” λέει πως το έλιωσε κατά τη διάρκεια των περσινών του μοναχικών Χριστουγέννων, ύστερα από τον χωρισμό του που τον άφησε μόνο για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια. Στη διάρκεια εκείνης της περιόδου θέλησε να συμμαζέψει πάλι τον εαυτό του και να βρει μια κατεύθυνση. Τη βρήκε ακούγοντας Τέιλορ Σουίφτ, επειδή αυτό ζούμε.

Και πήρε όλο το άλμπουμ και, στην αρχή εντελώς για την πάρτη του, το επανερμήνευσε σαν κάτι που θα είχε βγάλει ο Μπρους Σπρίνγκστιν. Πάνε τα παλαμάκια, πάνε τα χοροπηδηχτά ρεφρέν, πάει η γελαστή, γεμάτη ενθουσιασμό φωνή της Σουίφτ. Στη θέση όλων αυτών έχεις ξεγυμνωμένες ενορχηστρώσεις, μοναχικές κιθάρες, μια φωνή που αντηχεί στο τίποτα. Το “Blank Space”, ένα από τα καλύτερα κομμάτια του πρωτότυπου άλμπουμ, ένα παιχνιδιάρικο ερωτικό κάλεσμα που όλο περηφάνια και χαρά λέει “you look like my next mistake”, ο Άνταμς το κάνει να ακούγεται σαν μια θλιμμένη ανάμνηση κάποιου έρωτα που χάθηκε.

 

Δεν είναι όλα τα κομμάτια του εγχιερήματος εξίσου πετυχημένα, πχ το “Style” πρακτικά το πυροβολεί εν ψυχρώ. Αλλά το “Out of the Woods” το απογειώνει με μόνο του όχημα μια κιθάρα. Το “Bad Blood”, που είναι από τα χειρότερα κομμάτια του δίσκου, εδώ γίνεται χαμηλών τόνων ύμνος.

Το συνολικό αποτέλεσμα είναι, ωστόσο, μαγευτικό. Ακριβώς επειδή, εντελώς αναπάντεχα, καταλήγει (άθελά του ή μη) σε μια αληθινή σπουδή ύφους, μορφής και περιεχομένου. Ο Ράιαν Άνταμς δεν πείραξε από το πρωτότυπο άλμπουμ τίποτα, ούτε καν τη σειρά των κομματιών. Είναι τα πάντα εκεί που ήταν. Δεν έντυσε το αποτέλεσμα με ειρωνεία ή αποστασιοποίηση, δεν νιώθεις πως πήγε να δανειστεί κάτι από το έξαφνο coolness της πανταχού παρούσας Τέιλορ Σουίφτ. Και σίγουρα δεν νιώθεις πως πήγε να διορθώσει τίποτα.

 

Είναι πασιφανές πως θαυμάζει αυτό το άλμπουμ και, μέσα από την ειλικρίνεια με την οποία το προσέγγισε, κατάφερε όντως να αποκαλύψει μια διαφορετική πτυχή αυτών των κομματιών. Η ξέφρενη, μεταδοτική, νεανική ποπ, έγινε μεσήλικος ροκ στοχασμός και δε χρειάστηκε να αλλάξει ούτε λέξη, ούτε νότα.

Γιατί; Γιατί η μουσική είναι μία.

TAGS
REVIEWS
ADVERTISING
  • top stories

ΜΟΥΣΙΚΗ