Τι (παραπάνω) έμαθα για τον Anders Trentemøller μέσα σε δέκα λεπτά

Ενόψει των συναυλιών σε Θεσσαλονίκη (27/2) και Αθήνα (28/2) μια ακόμα κουβεντούλα με ό,τι καλύτερο έχει βγάλει η ηλεκτρονική σκηνή της Δανίας

Τον Anders Trentemøller τον γνώρισα στα πλαίσια μιας συνέντευξης που είχαμε κάνει πριν τέσσερα χρόνια για το ελληνικό Myspace. Είχε μόλις κυκλοφορήσει το δεύτερο άλμπουμ του,  είχε κάνει ομολογουμένως πολύ ενδιαφέροντα πράγματα και θα ερχόταν για δύο live σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.

Έτσι είχα την ευκαιρία να γνωρίσω έναν μουσικό για τον οποίο άκουγα πολλά και ήξερα ελάχιστα αφού κι ο ίδιος αποφεύγει να απασχολεί τον μουσικό τύπο συχνά. Στο μεσοδιάστημα άκουσα καλά “Into The Great Wide Yonder” από ένα promo CD, άκουσα το “The Last Resort” και διάβασα τις κριτικές για να ενημερωθώ καλύτερα. Τα υπόλοιπα τα καλύψαμε στην συνέντευξη.

Ο Trentemøller, λοιπόν, ξεκίνησε να βγάζει χρήματα σαν νηπιαγωγός. Μια δουλειά που όπως μου περιέγραψε ήταν ιδανική γιατί τότε έπαιζε σαν DJ. Δεν χρειαζόταν να δουλεύει Δευτέρες και Παρασκευές, ύπηρχε και ένας άλλος νηπιαγωγός που ήταν DJ. Γενικότερα η δουλειά του άφηνε πολύ ελεύθερο χρόνο να καλλιεργήσει τα ενδιαφέροντα του. Με τίποτα πάντως δεν μπορούσα να φανταστώ έναν τύπο με το παρουσιαστικό του Trentemøller να φυλάει παιδάκια για τα προς το ζην.

Το πρώτο του άλμπουμ, το “The Last Resort”, κυκλοφόρησε το 2006. Η εποχή είχε πολύ Four Tet, Aphex Twin και αναμενόμενα κινήθηκε σε minimal techno γραμμές. Ο διεθνής τύπος τον αποθέωσε πολύ περισσότερο από τη στιγμή που δεν είχε βγει κάτι αξιόλογο από τη Δανία για χρόνια.

Η εποχή συμπίπτει με την αναγέννηση του Δανέζικου κινηματογράφου και πολλοί ηλεκτρονικοί καλλιτέχνες κατάφεραν να προβάλλουν τη δουλειά τους μέσα αυτό τον τρόπο. O Trentemøller έγραψε τη μουσική για το “Det Som Ingen” και γενικά το έδαφος στη Δανία τότε ήταν πολύ γόνιμο για καλλιτεχνική δημιουργία. Στο Roskilde του 2006 αποθεώθηκε παίζοντας μπροστά σε 60.000 θεατές και καθιερώθηκε σαν ένα από τα πιο ανερχόμενα ονόματα της ηλεκτρονικής σκηνής.

Τα επόμενα χρόνια κύλησαν κυρίως με περιοδείες. Κάτι που είναι μεγάλη πρόκληση για τους ηλεκτρονικούς μουσικούς αφού οι επιλογές είναι δύο: Ή να κάνουν περιοδεία τα μηχανήματα, ή να δουλευτεί το υλικό από την αρχή ώστε να μπορεί να βγει κάτι ωραίο από μια ζωντανή μπάντα. Ο Trentemøller διάλεξε τη δεύτερη λύση στήνοντας μία μπάντα τριών ατόμων και άρχισε τις περιοδείες στα venue της Ευρωπής.

Την ίδια εποχή το όνομα του ακούγεται και στην Μεγάλη Βρετανία και κάνει remix σε tracks των Moby, των Royksopp, των Knife. Με την εμπειρία των live και τα συμβατικά όργανα να μπαίνουν περισσότερο στη μουσική του έγραψε το “Into The Great White Yonder” που κυκλοφόρησε το 2010.

Οι βασικές διαφορές με το “The Last Resort” είναι τα φωνητικά και οι κιθάρες. Από τη στιγμή που ο ήχος είναι πιο σύνθετος και καλύπτει περισσότερα genre, στις περιοδείες η μπάντα διευρύνεται στα εφτά άτομα.

Και έτσι φτάνουμε στο σήμερα και στο “Lost”. To άλμπουμ κυκλοφόρησε πέρυσι. Το είχαμε επισημάνει στη στήλη με τα άλμπουμ αλλά έπεσε σε ένα δύσκολο μήνα με κυκλοφορίες από Arctιc Monkeys, Elvis Costello, Manic Street Preachers. Στο άλμπουμ υπήρχαν συνεργασίες με τη Mimi Parker των Low,την Kazu Makino των Blonde Redhead, τη Sune Rose Wagner των Crystal Stilts, τη Marie Fisker που είχε κάνει φωνητικά και στο προηγούμενο άλμπουμ. Ένας διαφορετικός δίσκος για τον οποίο προσπαθήσαμε να μάθουμε ό,τι περισσότερο γίνεται.

Αυτό το άλμπουμ ήρθε φυσιολογικά μετά το πρώτο που ήταν πιο “προγραμματισμένο” και το δεύτερο που είχε κιθάρες. Είναι μια φυσικολογική εξέλιξη, πιο οργανικό, αντανακλά το σημείο που βρίσκομαι τώρα στη ζωή μου

Είμαι σε μια φάση που πιστεύω ότι τα πάντα είναι δυνατά. Είμαι σαρανταενός ετών, για χρόνια το είχα ρίξει στα πάρτι αλλά τώρα με απασχολούν τα πιο ουσιαστικά πράγματα της ζωής. Αυτά είναι που με εμπνέουν και αυτά θα ακούσεις στη μουσική μου. Δεν με απασχολούν πλέον τα μεγάλα ερωτήματα της τέχνης

Αυτό είναι το πρώτο άλμπουμ με κανονικούς στίχους. Στην αρχή ήθελα να κάνω ένα instrumental άλμπουμ αλλά κατά κάποιο τρόπο το υλικό που έγραφα ζητούσε στίχους. Οι μελωδίες από μόνες τους ζητούσαν στίχους. Και επειδή δεν μπορώ να τραγουδήσω έκανα αυτές τις συνεργασίες. Με την εξής προυπόθεση. Ότι θα γράψουν και τους στίχους. Ότι δεν βάλω εγώ λόγια στο στόμα τους.

Όταν ήμουν μικρός άκουγα The Cure. Μου άρεσαν γιατί είναι πολύ dark και την ίδια στιγμή μπορούν και γράφουν υπέροχα ποπ τραγούδια. Συνδυάζουν αυτές τις δύο πλευρές και φυσικά μπορούν να γράφουν αξιόλογους στίχους. Το ίδιο ισχύει και για τους Depeche Mode φυσικά. Και αυτοί συνδυάζουν το ποπ με το dark.

Οι συζητήσεις με το Martin Gore, ο οποίος ήταν φαν της μουσική μου, ήταν από τις καλύτερες στιγμές της περιοδείας με τους Depeche Mode. Ο Dave Gahan είναι ένας φανταστικός performer αλλά με το Gore είχα πολλά περισσότερα να πω σαν συνθέτης. Ποτέ μου δεν φανταζόμουν ότι θα καθόμασταν μία μέρα και θα πίναμε μπύρες.

Όταν έρχομαι στην Ελλάδα τρώω και πιτόγυρα. Το φαγητό στη χώρα σας είναι ιδιαίτερα λαδερό και αυτό είναι μια ευχάριστη αλλαγή. Το αγαπημένο μου φαγητό πάντως είναι το Sushi.

Ο Anders Trentemøller θα εμφανιστεί σήμερα (Πέμπτη 27/2) στο Fix Factory of Sound στη Θεσσαλονίκη και αύριο (Παρασκευή 28/2) στο Gazi Music Hall στην Αθήνα.

ADVERTISING
  • top stories

ΜΟΥΣΙΚΗ