<img height="1" width="1" style="display:none" src="https://www.facebook.com/tr?id=625554890944361&ev=PageView&noscript=1" />

Η 'Ανουσιότητα του να Ζεις' είναι ό,τι πιο wtf έχεις δει στο θέατρο

Η τελευταία παράσταση της Λένας Κιτσοπούλου αποδομεί το θέατρο που ήξερες και φτιάχνει ένα καινούργιο. Χειρότερο; Καλύτερο; Ποιος θα το πει;

Η σκηνή του Θεάτρου Τέχνης 'Κάρολος Κουν' είχε μόνο έναν καναπέ και ένα τραπεζάκι. Πάνω στο τραπεζάκι υπήρχαν δύο ανοιχτά λάπτοπ, τσιγάρα, περιοδικά και ένα τασάκι αν δεν κάνω λάθος. Κάτω, ήταν στρωμένο ένα χαλί. Οι θέσεις γέμιζαν στην πλατεία. Τελευταίος μπήκε ο Θανάσης Λάλας με την οικογένειά του. Ο Γιάννης Κότσιφας και η Λένα Κιτσοπούλου ανέβηκαν στη σκηνή ντυμένοι όπως αρμόζει σε δυο φίλους που πρόκειται να αράξουν σε έναν καναπέ με καμία διάθεση να αλλάξουν τον κόσμο, τουλάχιστον όχι απόψε. Τα φώτα έσβησαν και άναψαν ξανά όταν οι δυο τους είχαν πάρει θέση στον καναπέ.

~~~

Πηγαίνω συχνά θέατρο τον τελευταίο καιρό με αποτέλεσμα να έχω δει σε έναν χρόνο όσες παραστάσεις δεν είδα μέχρι τα 30. Όπως και να 'χει, θα μεταφέρω τις εντυπώσεις μου από μια παράσταση που ο μόνος γνωστός τρόπος να μην κάνει γκελ στο κεφάλι σου είναι το να μην τη δεις.

Είτε με υβρεολόγια είτε με ύμνους, είσαι καταδικασμένος να ασχοληθείς με την 'Ανουσιότητα του να Ζεις' αφού πέσει η αυλαία με έναν το λιγότερο ψυχοβγαλτικό τρόπο.

Η απείρως πιο σχετική με το θέατρο Έρρικα Ρούσσου μου παραχώρησε ευγενικά το όρντινο αυτής της εβδομάδας. Ποιος ξέρει πότε θα ξαναγράψω για θέατρο άλλωστε;

Η πρώτη Κιτσοπούλου της ζωής μου συνέβη το καλοκαίρι με τον 'Ματωμένο Γάμο', μια παράσταση που επίσης έμοιαζε ελάχιστα με ό,τι είχα δει ως τότε.

Για να βάλω λίγο στο κλίμα και τους αναγνώστες που δεν σαρώνουν τις σκηνές της επικράτειας, η Λένα Κιτσοπούλου όπως πέρυσι ανακάλυψα με τα μάτια μου, είναι το αιρετικό παιδί του ελληνικού θεάτρου.

 

Ο Λόρκα με τον οποίο καταπιάστηκε το καλοκαίρι ενδεχομένως θα κάρφωνε μια ξιφολόγχη στο δεξί του μάτι, βλέποντας το πώς κρέμασε/ξέφυγε/χάθηκε το έργο του στα χέρια της σκηνοθέτιδος μετά την πρώτη ώρα στο σανίδι.

Όπως έμαθα από πολύ πιο φανατικούς κιτσοπουλικούς, ο 'Ματωμένος Γάμος' ήταν μάλλον η χειρότερη από τις περίεργες θεατρικές στιγμές της. Οι ίδιοι φανατικοί μού έχουν εξηγήσει πώς σχεδόν έβαζαν τα κλάματα από το δέος στην εκδοχή της για την 'Κοκκινοσκουφίτσα'.

Στην αν μη τι άλλο έγκυρη και 'ψαρωτική' για όχι τόσο σχετικούς με το θέατρο κριτική της για το έργο, η Ματίνα Καλτάκη προσέγγισε το φαινόμενο 'Κιτσοπούλου' με πολλή ουσία και καθόλου φανφάρες: “Την εποχή των κοινωνικών δικτύων και της κρίσης, που μεγεθύνει τις εντυπώσεις σε βαθμό δυσανάλογο προς το αντικείμενο που τις προκάλεσε, οι παραστάσεις της Λένας Κιτσοπούλου απέκτησαν fan club στο κοινό και τα ΜΜΕ και τα κλισέ (τύπου «όπως συμβαίνει με όλες τις παραστάσεις της Λένας Κιτσοπούλου, είναι μια παράσταση που ή θα τη λατρέψεις ή θα τη μισήσεις») άρχισαν να παίρνουν και να δίνουν, ενισχύοντας κι άλλο τη συζήτηση για το αν υπάρχει κάτι πιο σοβαρό πίσω από την πλάκα και την κενή νοήματος πρόκληση στις παραστάσεις της”.

Υπάρχει λοιπόν κάτι πιο σοβαρό πίσω από την πλάκα; Νομίζω πως στο έργο με τον τίτλο τριών γραμμών που εν συντομία γράφω 'Η Ανουσιότητα του να Ζεις' υπάρχει κάτι πιο σοβαρό.

 

~~~

Η Κιτσοπούλου έκατσε αριστερά στον καναπέ, ο Κότσιφας δεξιά. Για το πρώτο δεκάλεπτο, το μενού είχε τους δυο τους να μιλάνε ταυτόχρονα στο τηλέφωνο ουρλιάζοντας στους 'άτυχους' που υποθετικά βρίσκονταν στην άλλη άκρη, σε μια εικόνα που θύμισε γρήγορα, αποτελεσματικά και έγχρωμα Σπιρτόκουτο και Οικονομίδη.

Το πρώτο act ήταν αρκετό για να ζήσεις με τις αλήθειες ότι α) δεν θα ανέβει άλλος ηθοποιός στη σκηνή, β) δεν θα αλλάξει τίποτα στο σκηνικό, γ) η Κιτσοπούλου έχει συλλάβει το τέλειο πλαίσιο για να βγάλει σε αυτήν την παράσταση όλη τη φωτιά που καίει μέσα της, .

Κανένας μεγάλος συγγραφέας από πίσω, καμία ιδέα του κοινού για το τι έρχεται να δει, λιτό σκηνικό, ελάχιστοι πρωταγωνιστές. Αδόκιμα θέτοντάς το, η Κιτσοπούλου έχει κάθε ΠΣΚΔ που παίζεται η παράσταση ένα ολόκληρο γήπεδο για να το οργώσει όπως θέλει.

Το έργο εξελίσσεται σαν μια από τις εκατομμύρια κουβέντες που έχεις κάνει με έναν κολλητό σου στον καναπέ του σπιτιού του με την ατζέντα γεμάτη 'άσκοπες' θεματικές όπως το ΙΚΕΑ, το μαλλί του Χριστόδουλου Ξηρού, συνταγές για γλυκά και γενικότερα κουτσομπολιό που θα έβαζες στοίχημα ότι είναι περισσότερο αυτοσχεδιασμός παρά πιστή απόδοση κειμένου.

Φαντάζεσαι ότι αυτό είναι όλο και γελάς κάθε λίγο και λιγάκι με το μείγμα αθυροστομίας, “πω ρε φίλε, είχα κι εγώ αυτήν την κουβέντα τις προάλλες” και του de facto ασυνήθιστου τρόπου της Κιτσοπούλου. Αλλά δεν είναι αυτό όλο.

 

Σαν κορύφωση κάθε χλιαρής κουβέντας έρχεται μια κανονική καταιγίδα επί σκηνής. Οι πρωταγωνιστές, πάντα στα καλά καθούμενα, τρώνε χοντρές φρίκες με φωνές, ουρλιαχτά, γκαρίλες, βία, σπρωξιές, κλωτσιές και αίματα να λειτουργούν σαν ιντερμέδια στη γενικότερη σπαρίλα της συνάντησης τους.

Δεν ξέρω αν απλά ήθελα να δω κάτι πίσω απ' όλο αυτό ή αν όντως υπήρχε, αλλά έστω και με τη δική της υπερ(βολικά)-ρεαλιστική μέθοδο, η Κιτσοπούλου βάζει έναν καθρέφτη στη σκηνή και μας κάνει αρχικά να γελάσουμε, και στη συνέχεια, ενδυόμενοι τον μανδύα του αφηγητή της παράστασης για χάρη ενός τρίτου, να προβληματιστούμε.

Για τι απ' όλα; Για την πεζότητα των μικρών μας συναντήσεων, για τον ελεύθερο χρόνο που προτιμάμε πιο συχνά να σκοτώσουμε παρά να εκμεταλλευτούμε, για το πόσο εύκολα αλλάζουμε διάθεση, για το πόσο πολύ ή καθόλου (δεν) αγαπάμε τους φίλους μας, για την ανουσιότητα του να ζεις "μια μέρα, όπως κάθε μέρα, σε ένα διαμέρισμα από τα χιλιάδες διαμερίσματα της Αθήνας, αυτά με τα κουφώματα ασφαλείας και τους βολικούς καναπέδες τους, σε κατάσταση αμόκ”.

Στη δεύτερη ώρα της παράστασης, οι δύο ηθοποιοί γίνονται αυτοί θεατές ενός έργου, καθώς βγαίνουν από τον -όποιον- ρόλο τους και στρέφονται προς το κοινό. Η Κιτσοπούλου επιχειρεί να 'διαβάσει' τον τρόπο που εμείς οι από κάτω ανταποκρινόμαστε στα αστεία ή στα όχι τόσο αστεία της, αυτο-αποθεώνεται μέσα σε ένα παραλήρημα που στην αρχή έχει λίγο γούστο, αλλά στη συνέχεια ξεχειλώνει, ενώ για επιδόρπιο ο Κότσιφας σηκώνεται από τον καναπέ και χορεύει περίεργα κάτι 'περίεργα'.

Στο ίδιο πνεύμα του ξεχειλωμένου και σταδιακά άβολου ήταν και η υπόκλιση των ηθοποιών, σε ένα slo-mo που ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕ ΠΟΤΕ. Το τελειωτικό φεύγα τους από τη σκηνή το αφήνω για έκπληξη, χαρίζοντας μόνο το hint ότι είναι 101% κιτσοπουλικό.

 

Δεν μπορώ να διακρίνω αν είναι νίκη της παράστασης ή δική μου προβολή, αλλά θα ήθελα να πηγαίνω στην παράσταση με διαφορετική παρέα κάθε φορά για να κοιτάζω τις αντιδράσεις τους αντί για τη σκηνή. Νομίζω πως μόνο τότε θα κατέληγα στο αν μ' άρεσε η 'Ανουσιότητα του να Ζεις'. Σίγουρα πάντως ήταν πιο φιλική για τα μάτια μου απ' ό,τι ο 'Ματωμένος Γάμος'.

Η παράσταση 'Η Ανουσιότητα του να Ζεις' ανεβαίνει κάθε Δευτέρα, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στο Θέατρο Τέχνης 'Κάρολος Κουν' μέχρι τις 5 Απριλίου.

ADVERTISING
  • top stories
  • BEST OF NETWORK

ΘΕΑΤΡΟ