<img height="1" width="1" style="display:none" src="https://www.facebook.com/tr?id=625554890944361&ev=PageView&noscript=1" />

Όλα σου τα χρέη μαζεμένα σε μία παράσταση

Το Καγκουρώ του Βασίλη Κατσικονούρη στο Εθνικό, μεταφέρει όλα τα βάρη μίας γενιάς. Και άλλης μίας.

Το χειροκρότημα είναι ίσως μία από τις πιο λυτρωτικές φάσεις μίας παράστασης. Είναι μία μεγαλειώδης κίνηση που σου επιτρέπει να διοχετεύσεις στα χέρια σου όλην την ένταση, την έκσταση που μάζεψες καθισμένος και όσο το δυνατόν πιο ακίνητος παρακολουθώντας μία ομάδα ανθρώπων να υποδύονται κάτι ή κάποιον που ρεαλιστικά ή σουρεαλιστικά σου μοιάζει. Το χειροκρότημα είναι μία μοναδική ευκαιρία να απελευθερώσεις το συναίσθημά σου σε μία ατμόσφαιρα γεμάτη συναισθήματα.

Εκείνο το βράδυ στο Εθνικό, στην κεντρική Σκηνή Νίκος Κούρκουλος, το χειροκρότημα ήταν τόσο δυνατό που αν εκείνη την ώρα περνούσες απ'έξω, θα έβαζες στοίχημα ότι το κοινό είδε μία παράσταση λυτρωτική και σπουδαία. Αν το έκανες, θα το κέρδιζες.

Το καγκουρώ του Βασίλη Κατσικονούρη κατάφερε να μας χωρέσει όλους στη μάρσιπό του και να μας ταξιδέψει κάπου μακριά. Στην ψυχή μας.

 

Πρώτο Κουδούνι: Η υπόθεση

Κεντρικό πρόσωπο του έργου είναι ο Ορφέας, ένας νέος, θύμα της σύγχρονης ελληνικής κρίσης κρίσης ο οποίος προσπαθεί να βρει το βηματισμό του σε μια κοινωνίας σε αδιέξοδο. Η ανάγκη για ένα καλύτερο μέλλον τον οδηγεί στην απόφαση να μεταναστεύσει στην Αυστραλία, τελικά όμως αναπάντεχες εξελίξεις δεν θα του επιτρέψουν να πραγματοποιήσει ποτέ αυτό το ταξίδι.

Το Καγκουρώ  είναι μια ιστορία ενός τόπου που αναζητάει όραμα. Το σπίτι του Ορφέα γίνεται η ορχήστρα αναπαράστασης μιας οικογενειακής τραγωδίας ανάμεσα στις χιλιάδες που ξεδιπλώνονται  δίπλα μας. Από τη μικρή κλίμακα μιας καθημερινής οικογένειας μεταφερόμαστε στη μεγάλη κλίμακα μιας ολόκληρης κοινωνίας για να παρακολουθήσουμε ψηφιδωτά της ιστορίας και της παθογένειας της σημερινής Ελλάδας.

Δεύτερο Κουδούνι: Το έργο

Μετά το Καλιφόρνια Ντρίμιν και το Γάλα ή αλλιώς το έργο που καθιέρωσε τον Βασίλη Κατσικονούρη στο team των θεατρικών συγγραφέων, το Καγκουρώ έρχεται να μιλήσει για ένα θέμα επικαίρο που ελπίζω ότι δεν θα λάβει κάποτε τις τιμές του διαχρονικού. Πέντε άνθρωποι και ένα χρέος. Ή μήπως πέντε χρέη και ένας άνθρωπος.

Στο ασφυκτικό σκηνικό του Δημήτρη Μυλωνά υπάρχουν πέντε φιγούρες που στροβιλίζουν γύρω από την  οικονομική μετανάστευση και όπως συμβαίνει με τις πεταλούδες και τη φωτιά, έτσι και εκείνοι καίγονται όταν καταφέρνουν να την πλησιάσουν.

 

Το κείμενο συνδέει άρρηκτα και κάπως τρομακτικά, το τσούρμο των ανθρώπων που άφησαν την Ελλάδα το '50 και το '60 με εμάς τους ανθρώπους ενός σήμερα που δεν ξέρουμε αν το αύριό μας θα είναι tomorrow ή demain. Στην παράσταση βλέπουμε έναν θείο που έφυγε στο πρώτο κύμα μετανάστευσης για την Αυστραλία και τον ανηψιό, τον Ορφέα, που σκέφτεται να φύγει με το δεύτερο. Το τωρινό.

Στη συζήτηση που ακολούθησε της παράστασης, με παρόντες τον Βασίλη Κατσικονούρη, το Δημήτρη Μυλωνά, τον Χρήστο Σαπουντζή (πατέρας του Ορφέα) και τον Γιώργο Παπαπαύλου (Ορφέα), ο Κατσικονούρης μας μίλησε λίγο για το όνομα του κεντρικού ήρωά του και μας εξήγησε ότι η επιλογή του 'Ορφέας' δεν είναι τυχαία.

Ο μύθος του Ορφέος τον θέλει να βρίσκεται σε μία εκκρεμότητα μεταξύ πάνω και κάτω κόσμου. Να βιώνει μία εσωτερική διαμάχη”. Τα λόγια του, έκαναν την καρδιά μου να σφίξει ακόμα πιο πολύ οφείλω να σου ομολογήσω. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως αυτή η εκκρεμότητα να είναι το κλειδί της αναστάτωσης. Ίσως αυτή η εκκρεμότητα να ευθύνεται που σε όλη τη διάρκεια της παράστασης ενοχλούσα τον λαιμό μου καταπίνοντας σταθερά χωρίς να πίνω κάτι.

 

Η παράσταση ξεκινά με πέντε ανθρώπους να παραδέρνουν σε 25 τετραγωνικά. Να ζουν χωρίς να αναπνέουν. Να φοβούνται αν θέλεις, να αναπνεύσουν. Ένας Ορφέας, δημοτικός αστυνομικός που περιμένει τη μετάταξή του και ονειρεύεται να φύγει στην Αυστραλία πριν ντυθεί δεσμοφύλακας. Ένας Ορφέας που γενικά, ονειρεύεται. Ένας Ορφέας, υποταγμένος στα θέλω του πατρός και της κοινωνίας του.

Η ευρηματική σκέψη του σκηνοθέτη, Δημήτρη Μυλωνά, να δώσει στον πατέρα ένα κουδούνι να χτυπά σαν αυτό των φυλακών και όχι σαν αυτό του σχολείου στο οποίο διδάσκει δίχως παράπονο τόσα χρόνια, βάζει ένα ακόμα λιθαράκι στην επιθυμία αυτού να κρατήσει το γιο του κοντά του ακόμα και αν πρέπει να τον στείλει σε μία φυλακή.

 

Μέχρι και το τέλος της παράστασης, δεν μπορείς να είσαι σίγουρος αν αυτή του την επιθυμία, την εκφράζει βάσει κάποιων πιστεύω ενός κάποιου ιδεαλισμού ή πρόκειται απλώς για μία ανάγκη του να μην μείνει μόνος. Για μία ελπίδα ότι δεν θα τον εγκαταλείψει και ο γιος του, μετά την γυναίκα του. Σε όλη σχεδόν την παράσταση προσπαθεί να γλιτώσει από μία εγκατάλειψη.

Σε όλη σχεδόν την παράσταση, όλοι προσπαθούν να γλιτώσουν από μία ακόμη εγκατάλειψη.

 

Ο ήδη παρατημένος από τη μητέρα του, Ορφέας προσπαθεί να μη χάσει την κοπέλα του Μαρίνα. Μία Μαρίνα που στη σκέψη του ίδιου φόβου, δεν τον αφήνει να την εγκαταλείψει και τον κρατά δίπλα της παθαίνοντας απανωτές κρίσεις πανικού. Ένας αδερφός αναθρεμμένος στα ξένα που έχει υποστεί την εγκατάλειψη της δικής του κοπέλας, του αδερφού του και του Ορφέα. Μία παράσταση δομημένη πάνω σε έναν Ορφέα πιστό και σύγχρονο συνεχιστή του Τρέπλιεφ από το Γλάρο του Τσέχωφ.

Μικρή Παρένθεση: Θυμάμαι όταν είχαμε κάνει το αφιέρωμα στην Νέα Γενιά των Ηθοποιών, η Λένα Δροσάκη (η Μαρίνα στο έργο) μου είχε πει ότι φέτος, θα παίζει τη Νίνα από το Γλάρο. Μου είχε κάνει εντύπωση τότε γιατί μου το είχε πει. Αφού θα έπαιζε στο Καγκουρώ. Κλείνω την παρένθεση. Τώρα κατάλαβα τι εννοούσε.

Ο Κατσικονούρης θα πει ότι πρόκειται για μία παράσταση που “αναζητά ποιο είναι το χρέος μας σήμερα”. Θα πει ότι “όλα γύρω μας είναι χρέος. Ακόμα και τα όνειρα, χρέος είναι” και ένας κύριος από το κοινό θα δυσανασχετήσει. Κατά κάποιον τρόπο, είχε δίκιο. Κατάπια μία ακόμη φορά εκείνη την ώρα, και έγειρα προς τα πίσω.

Τρίτο Κουδούνι: Το χειροκρότημα

Δύσκολα θα καταφέρω να ξεχάσω την σκηνή που κλείνει την παράσταση. Η εκπληκτική σκέψη του σκηνοθέτη να χωρίσει το σκηνικό σε κομμάτια αφότου οι πρωταγωνιστές παίρνουν το δρόμο τους σε πάνω και κάτω κόσμο. Κατά τη διάρκεια εκείνων των τελευταίων λεπτών, ένιωσα μέσα μου κάτι να σχίζεται. Να καταρρέει. Και ας μην με έχει αφήσει κάποιος για να φύγει στο εξωτερικό. Και ας μην έχω επιθυμήσει εγώ να το κάνω. Και ας είμαι ακόμα ζωντανή.

Στα highlight πρέπει οπωσδήποτε να μπει η υπέροχη ερμηνεία του 'πατέρα' Χρήστου Σαπουντζη που για μένα είναι μία κατάθεση ψυχής. Κρατάει τη σημαία σφιχτά όταν ο γιος του πια δεν είναι ζωντανός. Την κρατάει και συνεχίζει μία ζωή που εκείνος επέλεξε ότι αντέχει να ζήσει.

Η σημαία δεν έχει να κάνει με την πατρίδα, έχει να κάνει με τα πιστεύω του καθενός”, εξήγησε αργότερα ο Κατσικονούρης. Στη δική μου μνήμη έφερε τις σκηνές από τη Νοσταλγία του Ταρκόφσκι. Τις σκηνές με το κερί. Και την πίστη.

 

Με μεγάλα γράμματα θα μπορούσα να γράψω για την ερμηνεία του θείου από την Αυστραλία και την τρομακτικά ρεαλιστική οπτική που με τη συνδρομή του συγγραφέα κατά τη διάρκεια των προβών, κατόρθωσε να δώσει ο Σπύρος Τσεκούρας. Μοναδικός ο τρόπος που διαχειρίστηκε επί σκηνής την λεγόμενη 'βλαχιά' των Ελλήνων που ζουν μακριά από την πατρίδα τους. Ενδεικτικά, αναφέρω την εναλλαγή στη σκηνή που ενώ σκοτώνει ένα καγκουρώ στη μέση του δρόμου, βρίσκεται να τραγουδάει σε ένα καπληλιό της Μελβούρνης παρέα με τον Καζαντζίδη.

 

Καλή η δυναμική της Λένας Δροσάκη, παρότι, θα ήθελα να μη μου θυμίζει σε κάποιες φάσεις (στο χορό για παράδειγμα) τη Λίλα που παίζει παράλληλα στο Κουν.

Πολλά υποσχόμενη η πρώτη μου θεατρική γνωριμία με τον Γιώργο Παπαπαύλου. Η θέληση που βγάζει επί σκηνής να κερδίσει το κοινό, είναι ένας από τους λόγους που με έπεισαν να τον χειροκροτήσω πιο ένθερμα. (σ.σ.: Η θετική ενέργεια, είναι άτιμο πράγμα)

Εσκεμμένα δεν ανέφερα σε όλο το κείμενο το όνομα και το ρόλο του Κέρβερου. Γιατί στο τέλος, οι κακοί είναι εκείνοι που ακούγονται, σωστά; Αυτός είχε το μαχαίρι. Αυτός ήταν ο αχρείος, ο γλοιώδης, ο κατάπτυστος, ο φονιάς. Σε αυτόν, πήγε εκείνο το βράδυ ο Ορφέας. Ένας σκληρός (ίσως τον ήθελα λίγο λιγότερο πομπώδη για να μην καρτουνίζει) Ηλίας Μελέτης που αποδεικνύει ότι και οι μικροί ρόλοι καμιά φορά μπορούν να εκτοξευθούν αν βρεθούν στα κατάλληλα χέρια.

Σε αυτό το σημείο νιώθω την ανάγκη να πω ότι χαίρομαι ειλικρινά που ξεκινώ το Όρντινο της φετινής χρονιάς με το έργο ενός Έλληνα συγγραφέα σκηνοθετημένο από έναν νέο σκηνοθέτη σε μία μεγάλη και καταξιωμένη σκηνή όπως αυτή του Εθνικού.

Να πέσει η αυλαία, παρακαλώ

 

Πληροφορίες Παράστασης

Κάθε Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή 21:00, Σάββατο 18.00 και 21.00, Κυριακή 19.30 στη Σκηνή Νίκος Κούρκουλος του Εθνικού Θεάτρου

Παίζουν: Λένα Δροσάκη, Μελέτης Ηλίας, Γιώργος Παπαπαύλου, Χρήστος Σαπουντζής, Σπύρος Τσεκούρας

Συντελεστές: Δημήτρης Μυλωνάς (Σκηνοθεσία), Δήμητρα Λιάκουρα (Σκηνικά-κοστούμια), Αλέκος Αναστασίου (Φωτισμοί), Παύλος Κατσιβέλης (Μουσική), Νατάσα Σαραντοπούλου (Επιμέλεια κίνησης), Θωμαίς Τριανταφυλλίδου (Βοηθός σκηνοθέτη), Ελίνα Γιουνανλή (Φωτογράφος)

ADVERTISING
  • top stories
  • BEST OF NETWORK

Ο ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΤΟΥ ΟΣΦΠ ΣΤΟ NBA GREECE

Hollis Thompson: "Για γέλια ο Trump, ευτυχώς που είμαι στην Ελλάδα"

Χωρίς φλυαρίες και "φίλτρα", ο Hollis Thompson ξεχώρισε τον κορυφαίο ανά θέση NBAer, "αποκάλυψε" τον κορυφαίο όλων των εποχών και κατακεραύνωσε τον Donald Trump στο NBA Greece.

ΘΕΑΤΡΟ