<img height="1" width="1" style="display:none" src="https://www.facebook.com/tr?id=625554890944361&ev=PageView&noscript=1" />

Περιμένοντας τον Γκοντό: Μία παράσταση που αξίζει την 'αναμονή' της

Ο Μπέκετ μπορεί μέσα στο έργο να καταργεί το χρόνο, εσύ ωστόσο βρες τον. Και μην χάσεις το ανέβασμα του στον Τεχνοχώρο Cartel.

Στο απόλυτο σκοτάδι, ένας δυνατός θόρυβος μας «γνωρίζει» το φως. Απέναντι μας, ερημιά. Οι ήρωες του Μπέκετ είναι εκεί. Παραπατούν ανάμεσα στα απορριματοφόρα και τα διάφορα –ανυποψίαστα- διερχόμενα οχήματα. Κρύβονται πίσω από τα σακάκια τους. Και όλο και κάτι βρίσκουν να κάνουν «έτσι, για να λένε ότι ζούνε». Λίγο πριν την επικείμενη κατάρρευσή τους και μέσα από την ανυπόφορα άπραγη καθημερινότητά τους, ο Εστραγκόν και ο Βλαδίμηρος προτάσσουν το χέρι και μας προσκαλούν να τους ακολουθήσουμε στο δρόμο μιας ατέρμονης επανάληψης:

Αναμονή. Άγνοια. Απραξία.

Πρώτο Κουδούνι: Η υπόθεση

Δύο περιπλανώμενοι αλήτες δίνουν ραντεβού στη βιομηχανική περιοχή του Βοτανικού. Σ´ έναν έρημο δρόμο. Στο μοναδικό δέντρο που διακόπτει τη μονοτονία του τοπίου. Περιμένουν κάποιον να έρθει.

Ο Εστραγκόν έχει την τάση να ξεχνά κάτι αμέσως μόλις συμβεί, είναι ευμετάβολος, συχνά σκεπτικός και κάπως ανυπεράσπιστος, βλέπει συχνά όνειρα, βρωμάνε τα πόδια του, κάποτε -λέει- ήταν ποιητής και πιστεύει ακράδαντα πως «οι άνθρωποι είναι για τα πανηγύρια». Ο Βλαδίμηρος είναι πιο πρακτικός τύπος, κάπως επίμονος, ούτε θέλει να ακούει για όνειρα, θυμάται λεπτομερώς καθετί που συμβαίνει, έχει βαθιά ελπίδα πως ο Γκοντό θα έρθει, είναι προστατευτικός, ξέρει νανουρίσματα, αλλά μυρίζει το στόμα του.

Δεύτερο Κουδούνι: Το έργο

Ένας Σάμιουελ Μπέκετ να αρνείται μετά βδελυγμίας την όποια ερμηνεία απέναντι στην υπόσταση του Γκοντό (θεϊκή-πολιτική-υλιστική) και ένα κοινό να προσπαθεί από το έτος παρουσίασής του (1953) μέχρι σήμερα να «ξεσκεπάσει» αυτό το αποκύημα της φαντασίας του Ιρλανδού συγγραφέα. Κάποιοι, έσπευσαν να το συσχετίσουν με την αγγλική λέξη God και την γαλλική κατάληξη –ot δίνοντας στην αναμονή των δύο ηρώων μία μεταφυσική νότα. Κάποιοι άλλοι, ταύτισαν τον Γκοντό με τους εκάστοτε Μεσσίες της πολιτικής σκηνής, μίλησαν για την απουσία και την ανικανότητα αυτών να απαλλάξουν μία χώρα από τα δεινά της. Κάποιοι τρίτοι, εντόπισαν –επιτυχώς- το άχρονο του χρόνου που πρεσβεύει ο Γκοντό. Ο Μπέκετ, που ένιωθε τη ρουτίνα σαν «καρκίνο του χρόνου» και την κοινωνική συναναστροφή ως «σκέτη πλάνη», αποτύπωσε στον «Γκοντό» την τρομακτική σταθερότητα του κόσμου.

«Τι ήθελε τελικά να πει ο συγγραφεύς», κανείς δεν είναι σίγουρος μέχρι σήμερα. Άλλωστε, σε δηλώσεις του, είχε παραδεχθεί ότι «Αν ήξερα τι θέλω να πω, θα το έλεγα και μέσα στο έργο». Το μόνο σίγουρο είναι ότι η ιστορία του Εστραγκόν και του Βλαδίμηρου, του Ποτζό και του Λακύ που γράφτηκε μέσα στα -υλικά και ψυχολογικά- συντρίμμια του τέλους του Β’Παγκοσμίου Πολέμου, επηρέασε σημαντικά το σύγχρονο θέατρο.

«Τίποτα δεν γίνεται. Κανένας δεν έρχεται. Κανένας δεν φεύγει. Είναι φοβερό». Οι δύο βασικοί ήρωες του έργου ξεχνούν ότι θυμούνται και πεθαίνουν για να ζήσουν. Οι υπόλοιποι τρεις, είναι «περαστικοί». Βρίσκονται εκεί στο ίδιο σημείο. Κάθε μέρα. Τα ονόματα και οι ρόλοι τους ταξικά κοινωνικά, είναι ίδιοι. Οι ρόλοι τους, είναι ίδιοι. Ένας άρχοντας που αδυνατεί να σκεφτεί και ένας υπήκοος που δεν του επιτρέπεται να το κάνει. Γιατί αν σκεφτεί, τρελαίνεται. Αν αλλάζει κάτι, στο τακτικό ραντεβού των ηρώων του Μπέκετ, είναι η εξαθλίωση. Η κατάρα της αναμονής που όλο και μεγαλώνει.

 «Δεν κάναμε τίποτα κακό, στο ραντεβού μας ήρθαμε. Πόσοι άνθρωποι πιστεύεις ότι μπορούν να το πουν αυτό;» ο Βλαδίμηρος αγανακτεί την ώρα που ο Εστραγκόν χαζεύει μία σειρά παπουτσιών που βρέθηκαν εκεί από τον ίδιο άνθρωπο. Έχουν την ίδια ιστορία. Αλλά διαφορετικό νούμερο.

Σε αυτό το σημείο, η έξυπνη επιλογή του Παναγιώτη Σούλη (Εστραγκόν) κατά τη διάρκεια «αναζήτησης» των δικών του παπουτσιών να απορρίψει ένα συγκεκριμένο ζευγάρι γιατί «αυτά, τα φορούσε στον Πλατόνοφ», ήρωα τον οποίο ενσάρκωνε φέτος το χειμώνα στον ίδιο χώρο, πετυχαίνει άψογα την -προαναφερθείσα- μεταφορά στο χρόνο που ο Μπέκετ τόσο πολύ επιθυμεί να σατιρίσει.

Μέσα στην πλήρη απραξία, βλέπουμε τους ήρωες να προσπαθούν να ζήσουν. Να αναζητήσουν την αλήθεια και να τη φοβηθούν. Να ρωτήσουν για να τη μάθουν αλλά να μην ακούσουν την απάντησή της.

Ευρηματικά, επιλέγουν να φορέσουν το καπέλο όταν επιθυμούν να επανέλθουν ή να επαναφέρουν κάποιον στην κανονικότητα της καθημερινότητας. Το καπέλο ή αλλιώς την επιτομή του καθωσπρεπισμού. Της υποταγής στην επιβληθείσα ευγένεια των καιρών.

Των καιρών που ακριβώς επειδή φοβούνται τα «μυαλά», τα υποβιβάζουν. Η σκηνή του Ποτζό με τον Λακύ θυμίζει κάτι από την ιστορία με τον ελέφαντα και το τσίρκο (μέσα από το βιβλίο Ιστορίες Για να Σκεφτείς του Χόρχε Μπουκάι): «Μα πώς γίνεται ένας ελέφαντας, ένας τεράστιος, γιγάντιος ελέφαντας να μην μπορεί να λύσει τα δεσμά του, και δη όταν αυτά περιορίζονται σε μία τόση δα αλυσιδίτσα; Γίνεται γιατί για τον ελέφαντα, αυτή η αλυσιδίτσα αποτελεί μέρος της καθημερινότητάς του. Τη φορά από τότε που γεννήθηκε. Και πιθανότατα την παρατηρεί πάνω στη μητέρα ή τον πατέρα του. Για τον ελέφαντα, η αλυσίδα δεν αποτελεί απειλή ούτε κάτι ξένο. Για ποιο λόγο να επιδιώξει να την βγάλει; Άσε που, και να τη βγάλει, δεν γνωρίζει πού πρέπει να πάει».

Ο Γκοντό που θα επιθυμούσα να περιμένω για να συναντήσω έπειτα από την παράσταση, δεν έχει ούτε θεϊκή ούτε ανθρώπινη ούτε υλιστική μορφή. Γιατί είναι ιδέα. Είναι εκείνη η ιδέα που με τον καιρό, έγινε στερεότυπο. Και μας έβαλε μέσα στο πλαίσιό της. Ένα πλαίσιο με πολλά παπούτσια. Λίγο γέλιο και απέραντη μοναξιά.

Τρίτο Κουδούνι: Το χειροκρότημα

Έξυπνη η επιλογή του σκηνοθέτη Νίκου Καραγιώργου να τονίσει και να «παίξει» με το φυσικό στοιχείο στην παράσταση. Καθώς πετυχαίνει να κάνει το κοινό να αφουγκραστεί την προσμονή των ηρώων του. Καθ’όλη τη διάρκεια της παράστασης, επικρατεί μία σύγχυση. Μία αναμονή του «ποιος θα περάσει τώρα». (Λες να είναι ο Γκοντό;)

Εξαιρετικοί οι Βασίλης Μπισμπίκης και Παναγιώτης Σούλης στους ρόλους του Βλαδίμηρου και του Εστραγκόν, αντίστοιχα. Η μεταξύ τους χημεία (που ίσως οφείλεται στο γεγονός ότι δεν βρίσκονται πρώτη φορά μαζί επί σκηνής –το ντουέτο τους στο Στριπτίζ είχε λάβει εξίσου καλές κριτικές) είναι τόση ώστε να νιώθεις σαν να παρακολουθείς τη ζωή δύο φίλων. Χαμένων αλλά πολύ αγαπημένων.

Στο ίδιο –καλό- επίπεδο βρίσκονται και οι ερμηνείες των υπολοίπων μελών του θιάσου.

Να πέσει η αυλαία, παρακαλώ...

"Χειρότερο από το σκεφτόμαστε είναι το είχαμε σκεφτεί". #ΠεριμενονταστονΓκοντο

Μια φωτογραφία που δημοσίευσε ο χρήστης @hysterrika στις

Πληροφορίες Παράστασης

Κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στις 9.00 μ.μ. στον Τεχνοχώρο Cartel

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Γιώργος Γεροντιδάκης, Βασίλης Μπισμπίκης, Κατερίνα Σιώζου, Παναγιώτης Σούλης, Στέλιος Τυριακίδης

Συντελεστές: Νίκος Καραγιώργος (Σκηνοθεσία), Αθηνά Λιάσκου(Φωτογραφίες – βίντεο)

Ο σκηνοθέτης και οι ηθοποιοί έχουν επιμεληθεί τα σκηνικά, τα κοστούμια και τους φωτισμούς ως μέρος της διαδικασίας των δοκιμών.

ADVERTISING
  • top stories
  • BEST OF NETWORK

ΘΕΑΤΡΟ