ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ

Στο Gymkhana του Γιοχάνεσμπουργκ έβρεξε καμένο λάστιχο

Ταξιδέψαμε στη μακρινή Νότια Αφρική για το επικό Gymkhana GRiD 2017 και νιώσαμε το καυτό θέαμα στο πετσί μας, κυριολεκτικά.

Αν πέρυσι τέτοια εποχή ακούσατε για μία μάχη που έγινε στο Μαραθώνα, με κράνη αντί για περικεφαλαίες και στρατιές από άλογα που μάχονταν σε ζευγάρια, τότε το στόρι δεν θα σας είναι άγνωστο. Έχει τίτλο ‘Gymkhana GRiD’ και κάθε χρόνο ‘τρέχει’ σε ένα διαφορετικό σημείο ανά τον πλανήτη. Φέτος, η Κάθοδος των Μυρίων έστειλε αυτή την ορδή μισθοφόρων όσο πιο νότια πάει στο χάρτη: στη Νότια Αφρική. Παρέα τους και η αφεντιά μου, ακολουθώντας πιστά σαν groupie το θεσμό τα τελευταία χρόνια, άφησα πίσω παιδιά, σκυλιά, γατιά και έβαλα πλώρη για το Γιοχάνεσμπουργκ.

Τη μεγαλύτερη και πλέον πυκνοκατοικημένη πόλη της χώρας, με τέσσερα και πλέον εκατομμύρια κατοίκων. Με έκταση 2300 τετραγωνικών χιλιομέτρων, αριθμός που την καθιστά μεγαλύτερη από το Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη. Μάλιστα, η πρωτεύουσα της επαρχίας Γκαουτένγκ, είναι η μεγαλύτερη πόλη στον κόσμο που δεν είναι χτισμένη δίπλα σε παραλία, λίμνη ή ποταμό! Κι αφού μοίρασα απλόχερα πολύτιμα infos για το επόμενο παιχνίδι trivial pursuit, πάμε στο αγωνιστικό κομμάτι.

Μισθοφόροι του θεάματος, οδηγοί με πλούσια βιογραφικά, φουσκωμένους εγωισμούς, θεριά ανήμερα στη δούλεψή τους και πολλά λάστιχα για κάψιμο, έτοιμα να λιώσουν σαν παγωτό ένα ζεστό μεσημέρι Αυγούστου

Αυτοί αποτελούσαν τους πρωταγωνιστές του τριημέρου. Πρώτος και καλύτερος ο άνθρωπος που συνέλαβε την όλη ιδέα, ο δαιμόνιος Ken Block, που μου δίνει την αίσθηση πως ακόμα και στον ύπνο του, σβούρες θα κάνει στο κρεβάτι. Αυτός ο θεσμός αποτελεί εξέλιξη των περίφημων Gymkhana videos με τα οποία ‘ρίχνει’ ενίοτε το internet. Παρέα του, η υπόλοιπη ‘συμμορία’ από το FIA World RallyCross: ο teammate του στη Hoonigan Racing Andreas Bakkerud, ο νέος πρωταθλητής Johan Kristoffersson και φυσικά ο περυσινός νικητής του GRiD, ο ‘Μr Hollywood’ Petter Solberg!

Φέτος ο Νορβηγός έφερε και το γιο του Oliver, όχι για να παίξει περιμένοντας να τελειώσει τη δουλειά ο μπαμπάς αλλά για να τρέξει, αφού σαν μήλο που έπεσε από τη μηλιά, ξεκίνησε κι αυτός τους αγώνες. Τι κι αν είναι ακόμα 16, τι κι αν στην ηλικία του εγώ ασχολιόμουν μόνο με τα κορίτσια της τάξης, τον Ζάρκο Πάσπαλιε και το Subbuteo, χωρίς να διανοούμαι ακόμα να πάρω το αυτοκίνητο του μπαμπά; Αυτός το παίρνει και το λιώνει, παρότι με τα 500+ άλογά του, δεν θα το έλεγες και απλό αυτοκίνητο.

Εκεί για να υπερασπιστεί τον τίτλο του στα RWD ήταν ο ‘πιο γρήγορος κι από τη σκιά του’ Luke Woodham, ο Shane Lynch που τον μάθατε ως φλώρο τραγουδιστή των Boyzone αλλά πλέον είναι bad ass tattoo covered drifter (αν δεν έχεις διαβάσει τη συνέντευξή μας, ποτέ δεν είναι αργά), ο απόλυτος stunt man και κυνηγός ρεκόρ Guinness Terry Grant, η απρόσμενα σαγηνευτική Nikolett Szanto και πλειάδα international και local οδηγών που μοιράστηκαν σε δύο κατηγορίες.

Από τη μία αυτοί με τα τετρακίνητα τέρατα (Fiesta RS RX43, Polo GTI RX κ.α.) κι από την άλλη πιο παραδοσιακοί drifters με κλασικές πισωκούνες (Nissan S14 και 370Z, Mazda RX7 κ.α.).

Αυτοκίνητα τόσο βελτιωμένα που αναρωτιέσαι πόσους τόνους αναβολικά έχουν ρίξει στους κινητήρες τους, τόσο θορυβώδη που ξυπνάνε και νεκρούς

Τόσο εντυπωσιακά που όποτε δεν τα βλέπεις να σβουρίζουν στην αγωνιστική διαδρομή, θέλεις απλά να σουλατσάρεις στα paddock χαζεύοντας τουρμπίνες, πιστόνια και εξατμίσεις.

Οι κανόνες του παιχνιδιού είναι απλοί. Κάθε ζευγάρι μάχεται εις διπλούν, χορεύοντας σε μία αρκετά κλειστή και τεχνική διαδρομή. Με αρκετά stop and go, όπου με το που σε κολλάει πίσω στο κάθισμα η επιτάχυνση, πρέπει να σε κρατήσουν οι ζώνες από την ταχεία επιβράδυνση. Και μετά, γύρω-γύρω όλοι στη μέση τα εμπόδια. Ξανά και ξανά και σβούρα στη σβούρα. Δεδομένου πως όλοι τους είναι δεξιοτέχνες και ξέρουν πως να το στρίβουν το τιμόνι, στο δικό μου φτωχό μυαλό φαντάζει πιο δύσκολη η απομνημόνευση των σλάλομ που πρέπει να κάνουν, παρά η εκτέλεσή τους. Κάθε επαφή με εμπόδιο φέρνει χρόνο ποινής, κάθε λιωμένο λάστιχο εξασφαλίζει standing ovation από το κοινό.

Ξεκινώντας από τα πισωκίνητα, εν μέσω ωδής στις πιρουέτες έμειναν 16, μετά 8, αυτοί έγιναν 4 και από τον τελικό, θα έπρεπε να μείνει μόνο ένας. Κι όπως αποδεικνύεται αυτός ο ένας, είναι Highlander! Πως αλλιώς να εξηγήσω το γεγονός πως ο Woodham έχει κλείσει τετραετία στην κορυφή; Αλλά χαλάλι του, το παλικάρι ξεκίνησε από άφραγκος μηχανικός και τώρα πια ζει το όνειρο. Μιλώντας μαζί του δεν μπορείς παρά να νιώσεις τον ενθουσιασμό του. «Είμαι τρελός για τους αγώνες, είναι η ζωή μου! Ζω και αναπνέω για αυτό το πράγμα. Εννέα στις δέκα φορές οι καριέρες χτίζονται μόνο αν έχεις γεμάτο πορτοφόλι αλλά αν μπορώ να δώσω μία συμβουλή στα νέα παιδιά, είναι να αρπάξουν κάθε ευκαιρία να οδηγήσουν. Ποτέ δεν ξέρουν ποιος μπορεί να τους παρακολουθεί. Κάποτε έβλεπα τον Petter Solberg στην τηλεόραση. Τώρα είμαστε φίλοι, τρέχουμε μαζί. Είναι τρελό», είπε στο Oneman ο Woodham.

Πέρυσι με τον Solberg είχαν μοιραστεί τις πρωτιές. Όχι φέτος. Στα τετρακίνητα ο Νορβηγός πέταξε εκτός στους ημιτελικούς τους Block αλλά στο μεγάλο τελικό, του έβαλε τα γυαλιά ο teammate του στην PS RX Volkswagen Sweden, Johan Kristoffersson. Όπως έκανε και στο RallyCross άλλωστε, κατακτώντας φέτος 7 νίκες σε 12 αγώνες, μαζί και τον τίτλο. Τον κέρδισε και στο Gymkana GRiD κάνοντας το ντάμπλ! «Το 2017 έχει αποδειχθεί εκπληκτική χρονιά για μένα, έχω κερδίσει τα πάντα αλλά δεν θα μπορούσα να αναδειχθώ πρωταθλητής στο RX, ούτε καν να κερδίσω εδώ, αν δεν είχα τη βοήθεια του Petter», παραδέχθηκε σε στιγμές αλτρουισμού ο μεγάλος νικητής.

 

Μπορεί επί της ουσίας το Gymkhana GRiD να είναι ένα σόου, όμως μεταξύ μας, στο συγκεκριμένο θεσμό στο δυναμόμετρο δεν μετρούν τα άλογα αλλά τους εγωισμούς. Και κάθε οδηγός θέλει να κερδίσει. Ή αν χάσει, τουλάχιστον να χάσει με στιλ! Μιλώντας για στιλ, σύντομα οι διοργανωτές συνειδητοποίησαν πως δεν θα έφευγα από εκεί αν δεν έπαιρνα και φέτος μία γεύση από τη διαδρομή.

Διάολε, διασχίσαμε το μισό πλανήτη και θα φύγουμε χωρίς εμπειρίες; Δεν έπαιζε!

Το 2015 σβούριζα με τον Block και το τρομακτικό Hoonicorn στη Santa Pod, πέρυσι παρακολουθούσα από το αριστερό κάθισμα πως κάνει τα μαγικά του ο Grant, φέτος κάθισα στο πλευρό του τοπικού ήρωα Jason Webb. Σε μία συγκλονιστική Ford Mustang χωρίς οροφή, η οποία εκτοξεύεται χάρη στις ατέρμονες ορέξεις ενός V8 Supercharged κινητήρα απόδοσης 700 αλόγων. Δεν γνωρίζεις τι θα πει ναυτία αν δεν νιώσεις πως αντί για μπάκετ κάθισμα, βρίσκεσαι στον κάδο του πλυντηρίου ρούχων της μάνας σου. Δεν έχεις νιώσει τι εστί drift αν η μυρωδιά του καμένου λάστιχου δεν εισβάλει στα σωθικά σου. Δεν ξέρεις τι θα πει Gymkhana GRiD αν δεν νιώσεις στο πετσί σου την αδρεναλίνη. Και φέτος το ένιωσα για τα καλά, κατά τη διάρκεια της συνοδήγησης. Ένα ξαφνικό κάψιμο στο αριστερό χέρι, άγνωστης αιτίας και προέλευσης. Δεν μου έσβησε το χαμόγελο ενθουσιασμού, δεν πάτησε φρένο στην προσπάθεια να ‘ρουφήξω’ κάθε στιγμή από αυτή τη βόλτα. Αλλά έτσουζε, έτσουζε πολύ. Επιστρέφοντας στα pit προσπαθώ να καταλάβω που ακουμπούσα, τι με ενοχλούσε τόσο. Το λέω στον Webb και αρχίζει να ψαχουλεύει πίσω μου. Βάζει τα γέλια και μου δείχνει ένα μεγάλο κομμάτι από τα κατεστραμμένα ελαστικά της ‘Monstang’, που την ώρα του ‘μπαλέτου’ εκμεταλλεύτηκε την απουσία οροφής και κόλλησε δίπλα στο κάθισμά μου. Ηθικό δίδαγμα: όταν βρέχει καμένο λάστιχο, δεν φοράμε κοντομάνικο!

Όμως στην άκρη του κόσμου δεν πας κάθε μέρα. Έτσι εκτός από τις συνέπειες του drift, επεδίωξα να ζήσω κι άλλες εμπειρίες. Μένοντας στην περιοχή Σαντόν, που είναι για το Γιοχάνεσμπουργκ ότι το Μπέβερλι Χιλς για το Λος Άντζελες, γεμάτο αντιπροσωπείες McLaren, Maserati και Aston Martin, δεν θα έπαιρνα μυρωδιά από την πραγματική όψη της πόλης. Αν βέβαια την αναζητούσα μόνος μου, το πιθανότερο θα ήταν σήμερα να είχα ένα νεφρό λιγότερο. Άλλωστε έχει μόνιμη θέση στο Top10 των πιο επικίνδυνων πόλεων παγκοσμίως. Με ξεναγό λοιπόν ντόπιο μέλος της διοργάνωσης, γυρίσαμε το αχανές Γιοχάνεσμπουργκ, διαπιστώνοντας τις απόλυτες αντιθέσεις μέσα από την ασφάλεια της κλειδωμένης πόρτας και του ανεβασμένου παραθύρου.

Από το πολυτελές προάστιο, μέχρι τις παραγκουπόλεις του Χίλμπροου. Από τα ηλεκτροφόρα σύρματα πάνω από κάθε μάντρα πλουσιόσπιτου, μέχρι τις γειτονιές της εξαθλίωσης αλλά και  το γεμάτο ζωή και καλλιτεχνική κουλτούρα Μάμπονενγκ. Το Γιοχάνεσμπουργκ είναι ένα διαρκές roller coaster. Εικόνων και συναισθημάτων.

Και φυσικά, σαν βγεις στον πηγαιμό για τη Νότια Αφρική, δεν μπορείς να αμελήσεις της κλασικές τουριστικές ατραξιόν. Στο ‘Πάρκο των Λιονταριών’ μπορείς να δεις τον βασιλιά της ζούγκλας στο φυσικό του περιβάλλον. Να χαϊδέψεις μικρά και άκακα λιονταράκια, να σταθείς για selfie πολλών like δίπλα σε ένα τσιτάχ ή να αναζητήσεις ύαινες, βουβάλια κι άλλους εκπροσώπους της αφρικανικής πανίδας.

Βέβαια, υπάρχει και μία παγίδα. Γιατί παρακολουθώντας αυτά τα υπέροχα και περήφανα ζώα στο φυσικό τους περιβάλλον, νιώθεις περίεργα όταν το προηγούμενο βράδυ έχεις συναντήσει μερικά από αυτά στο μενού του εστιατορίου. Αν και ομολογώ πως η επίσκεψη στο φημισμένο Carnivore (=κρεατοφάγος) έχει διευρύνει εντυπωσιακά τους γευστικούς μου ορίζοντες. Ποτέ δεν θα φανταζόμουν να τρώω κρέας κροκόδειλου που τελικά έμοιαζε πολύ με κοτόπουλο, γευστικότατους κεφτέδες από αντιλόπη ή ζέβρα κόντρα φιλέτο. Όταν συνάντησα ζέβρες στο πάρκο τους ζήτησα συγνώμη για τη γενοκτονία στην οποία ήμουν συνένοχος. Ευτυχώς δεν συνάντησα κροκόδειλους. Ίσως αυτοί να ήθελαν να με πληρώσουν με το ίδιο νόμισμα.