Η υπόθεση Σορίν Ματέι μάς σύστησε το φόβο

Την Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 1998, στην οδό Νιόβης, ακριβώς πίσω απ' την Αχαρνών, ολόκληρη η χώρα συντονίστηκε με μια χειροβομβίδα. Που έσκασε.
SHARES

Στο 'Ένα Κάποιο Τέλος', ο Άγγλος συγγραφέας Julian Barnes προσπαθεί να δώσει έναν ορισμό της Ιστορίας γράφοντας ότι πρόκειται για 'τη βεβαιότητα που προκύπτει εκεί που οι ατέλειες της μνήμης συναντούν την ανεπαρκή τεκμηρίωση'.

Στην υπόθεση Σορίν Ματέι, η τηλεόραση δεν άφησε χώρο στις ατέλειες της μνήμης ούτε σε ανεπαρκείς τεκμηριώσεις. Αν θέλουμε να είμαστε πιο ακριβείς, η τηλεόραση δεν άφησε χώρο στη φαντασία να οργιάσει. Τα ακούσαμε όλα και ζωντανά. Το μόνο που έλειπε είναι η εικόνα, αλλά πόση σημασία έχει το χρώμα της μπλούζας του Ματέι ή το χρώμα στο πρόσωπο των τεσσάρων ομήρων του.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

Βρισκόμαστε στην εποχή που ο Σταμάτης Μαλέλης φέρνει για πρώτη φορά τα παράθυρα σε κεντρικό δελτίο ειδήσεων ελληνικού καναλιού και που η τηλεόραση ήταν το μεγάλο αφεντικό σε κάθε ελληνικό νοικοκυριό.

Βρισκόμαστε στη μοναδική εποχή που ένας καταζητούμενος θα ζητούσε να βγει στον τηλεοπτικό αέρα εν ώρα ομηρίας. Η τηλεόραση το 1998 ήταν ό,τι το ίντερνετ σήμερα. Δηλαδή τα πάντα.

 

Μέσω του δελτίου του ΣΚΑΪ με το Νίκο Ευαγγελάτο, η χώρα έζησε μαζικά ένα πρωτοφανές δράμα. Μια ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση ομηρίας η οποία κράτησε τέσσερις ώρες και εξέθεσε την ελληνική αστυνομία που, 16 χρόνια πριν, έμοιαζε με ομάδα ενήλικων προσκόπων.

“Είμαι αυτός που κυνηγάνε, δεν θέλω να κάνω κακό σε κανέναν”

Οι εποχές ήταν τόσο 'αθώες' που οχτώ μέρες πριν το συμβάν στη Νιόβης, ο Ρουμάνος καταζητούμενος Σορίν Ματέι με όμηρο έναν αστυνομικό, κατάφερνε να πείσει τους διώκτες του να του ανοίξουν δρόμο και να ξεφύγει με αντάλλαγμα να μην πειράξει και να απελευθερώσει τον όμηρο.

Οχτώ μέρες μετά, η αστυνομία τον εντόπισε ξανά στο ισόγειο του 4 της οδού Νιόβης, εισέβαλε στο σπίτι, αλλά μετά από μια μίνι συμπλοκή, ο Ματέι διέφυγε απ' το φωταγωγό και μπήκε στο σπίτι της Σουλτάνας Γκινάκη στον πρώτο όροφο. Εκεί βρισκόταν η ίδια, η κόρη της Αμαλία, ο γιος της Βαγγέλης και ο αρραβωνιαστικός της Αμαλίας, Απόστολος.

Ο Ματέι φέρεται πως ήταν απ' την αρχή φιλικός με τους ομήρους. Τους είπε, “Είμαι αυτός που κυνηγάνε, δεν θέλω να κάνω κακό σε κανέναν”.

 

Η 58χρονη τότε Σουλτάνα του περιποιήθηκε τα τραύματα (σ.σ. στη συμπλοκή στο ισόγειο ένας αστυνομικός τον χτύπησε με τη λαβή του όπλου στο κεφάλι) και αμέσως μετά, άρχισε να εκτυλίσσεται το θρίλερ.

Ο Ρουμάνος έδεσε το χέρι στο οποίο κρατούσε μια χειροβομβίδα με το ένα χέρι της Αμαλίας και το άλλο της χέρι της με ένα χέρι του αρραβωνιαστικού της.

Το μήνυμά του προς την αστυνομία ήταν σαφές. “Αν το χειριστείτε λάθος, θα πάρω κόσμο στο λαιμό μου”.

Για περισσότερο από μια ώρα δεν το χειρίστηκαν καθόλου. Ο Ματέι τηλεφώνησε στον ΣΚΑΪ σχεδόν με το που μπήκε στο διαμέρισμα και ζήτησε να βγει στο δελτίο του Ευαγγελάτου. Ο Μαλέλης έβγαλε τη γραμμή στον αέρα.

 

“Δεν έχω δυνάμεις, δεν μπορώ να κρατήσω τη χειροβομβίδα καλά”

Για τουλάχιστον μια ώρα, ο Ευαγγελάτος χειριζόταν μόνος(!) του το επεισόδιο. Πολύ νωρίς ζήτησε απ' τον Ματέι να ακούσει έναν από τους ομήρους. Κάθε φορά που ακούς την Αμαλία Γκινάκη να παίρνει το ακουστικό και να περιγράφει την κατάσταση στο σπίτι θα είναι μια στιγμή βαθιάς θλίψης.

-Ήρθε η αστυνομία κάτω από το σπίτι, τον κλείσανε στην πολυκατοικία μέσα.

-Δεν τον γνωρίζατε αυτόν τον άνθρωπο;

-Ε, όχι βέβαια.

-Πόσοι είσαστε στο σπίτι αυτή τη στιγμή;

-Τέσσερις. Εγώ, ο αρραβωνιαστικός μου, η μητέρα μου και ο αδελφός μου.

-Θα μας πείτε το όνομά σας παρακαλώ;

-Αμαλία Γκινάκη.

Το ΕΣΡ και το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης ήταν στα τηλέφωνα με τον ΣΚΑΪ χωρίς κανείς όμως να παίρνει την ευθύνη για να κόψει την on air επικοινωνία. Η αστυνομία δεν είχε διαπραγματευτή στις τάξεις της. Τον ρόλο ανέλαβε ο 30χρονος δημοσιογράφος, ο οποίος έπαιζε στα τυφλά.

(Μιλώντας μαζί του πριν χρόνια στο πλαίσιο ενός άλλου ρεπορτάζ, ο διοικητής των ΕΚΑΜ, Γιώργος Ψωμάς, παραδεχόταν ότι έννοιες όπως 'διαπραγματευτής' ήταν περίπου ξένες στην ΕΛ.ΑΣ. τουλάχιστον μέχρι την εκπαίδευση για πολύ ιδιαίτερα περιστατικά από αμερικάνικα και βρετανικά κλιμάκια ενόψει των Ολυμπιακών της Αθήνας).

Στο ισόγειο, μισή ώρα πριν εισβάλλει στο σπίτι της Γκινάκη, ο Ματέι είχε κάνει χρήση ηρωίνης μαζί με την Πηνελόπη Αθανασοπούλου. Πολύ σύντομα, άρχισε να διαμαρτύρεται στον δημοσιογράφο:

“Ηρωίνη έκανα και έκανα μαλακία. Δεν έχω δυνάμεις, δεν μπορώ να κρατήσω τη χειροβομβίδα καλά”.

Το τζογάρισμα με τη χειροβομβίδα

Εν τω μεταξύ, στο κοντρόλ του δελτίου έχει καθίσει και ο υπαρχηγός της ΕΛ.ΑΣ. για να κατευθύνει την κουβέντα Ευαγγελάτου-Ματέι, κάτι που γίνεται άμεσα αντιληπτό από τις πρώτες 'βαλτές' ερωτήσεις.

“Είναι όλοι καλά στην υγεία τους; Μπορώ να μιλήσω ξανά με κάποιον απ' τους ομήρους;", ρωτάει ο δημοσιογράφος.

Ο Ματέι, παράλληλα με την τηλεφωνική επικοινωνία, συνομιλεί με τους αστυνομικούς που βρίσκονται από κάτω και τους ζητά αμφεταμίνες για να παραμείνει ξύπνιος. Εκείνοι έχουν την κάκιστη ιδέα να του στείλουν υπνοστεντόν αντί για αμφεταμίνες ώστε να πετύχουν τα αντίθετα αποτελέσματα, ποντάροντας στο ότι η χειροβομβίδα είναι ψεύτικη. Ο Ματέι εξοργίζεται.

Το τζογάρισμα γύρω απ' το αν η χειροβομβίδα είναι αληθινή ή όχι θα απέβαινε μοιραίο αργότερα το βράδυ.

 

Σε μια κίνηση που έδειχνε διάθεση για συνεργασία, ο Ρουμάνος απελευθέρωσε τον Βαγγέλη Γκινάκη στις 20.15.

Στο σημείο είχε ήδη σπεύσει ο αρχηγός της Αστυνομίας, Αθανάσιος Βασιλόπουλος, ο οποίος απομάκρυνε αμέσως τις κάμερες και τους δημοσιογράφους. Μετά από συνομιλία του με την Αθανασοπούλου, ο Αρχηγός απεφάνθη ότι η χειροβομβίδα είναι ψεύτικη και ότι ο Σορίν Ματέι μπλοφάρει.

Κατά τις 22.30, η αστυνομία διέταξε να κοπεί -μετά από 4 ώρες- η τηλεφωνική επικοινωνία του Ματέι με τον ΣΚΑΪ. Η αντίστροφη μέτρηση για την εισβολή είχε ξεκινήσει. Ο Αρχηγός δεν πίστεψε ποτέ την απειλή του Ρουμάνου, “Έχω τέσσερις ανθρώπους εδώ μέσα, μια λάμψη θα δείτε και κάνα κουτάλι θα φέρετε να μας μαζεύετε”.

Η έκρηξη

Ενώ στον αέρα του ΣΚΑΪ βρίσκεται η Ηρώ Καριοφύλλη και η ώρα είναι σχεδόν 23.00, ο Ματέι αφήνει ελεύθερη τη Σουλτάνα Γκινάκη και οι αστυνομικοί εισβάλλουν στο σπίτι αιφνιδιάζοντας τον. Καταφέρνουν να λύσουν το χέρι του Απόστολου και να τον βγάλουν έξω από το διαμέρισμα. Στο ντου συμμετέχει και ο ίδιος ο Αρχηγός.

Η Ηρώ Καριοφύλλη είναι στον αέρα όταν ακούγεται το μπαμ. Το μεγάλο μπαμ. Μια έκρηξη που πάγωσε όλη την Ελλάδα. Έχω δει σχεδόν δέκα φορές το ντοκιμαντέρ του BBC για την υπόθεση. Την τελευταία φορά που το είδα, λίγο πριν ξεκινήσω αυτό το κείμενο, δεν μπόρεσα να ξανακούσω το μπαμ.

Όταν έφτασα στη στιγμή της έκρηξης, έβαλα το βίντεο στο mute. Ακόμη κι αυτή τη βουβή φορά, ήθελα να βάλω τα κλάματα. Ένα μεγάλο, ωμό μπαμ.

 

Τα συνεργεία δείχνουν τον κόσμο να κάνει άκρη και τις σειρήνες των ασθενοφόρων να ουρλιάζουν. Βλέπουμε τον Ματέι αιμόφυρτο, αλλά ζωντανό σε ένα φορείο. Η χειροβομβίδα ήταν αληθινή και έσκασε ακριβώς πίσω από τα πόδια της Αμαλίας Γκινάκη με συνέπεια τον πολύ βαρύ τραυματισμό της.

Απ' τα θραύσματα τραυματίστηκαν και οι αστυνομικοί που εισέβαλαν στο σπίτι, αλλά και ο Αρχηγός, τον οποίο επίσης είδαμε να εγκαταλείπει το σημείο με αίματα κάτω απ' το αριστερό του μάτι.

Φόβος, πανικός και το χειρότερο δυνατό τέλος σ' αυτήν την ομηρία.

Το μη αναστρέψιμο του θανάτου

Μετά από 17 μέρες στην εντατική, η Αμαλία Γκινάκη υπέκυψε στα τραύματά της. Αφού τέθηκε σε διαθεσιμότητα λόγω ακούσιας ανθρωποκτονίας λόγω αμέλειας, ο Αρχηγός της Αστυνομίας απαλλάχθηκε από όλες τις κατηγορίες το 2005. Αμφιβάλλω αν η οικογένεια του θύματος μισεί ελάχιστα περισσότερο τον Ματέι απ' ό,τι τον τότε Αρχηγό για την ατυχέστατη απόφασή του.

Μετά από τρία βράδια στο Γενικό Κρατικό Νικαίας, όπου βρισκόταν αλυσοδεμένος και σε βαριά καταστολή, ο -εκτός κινδύνου- Σορίν Ματέι μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο των φυλακών Κορυδαλλού. Το ίδιο βράδυ ο γιατρός υπηρεσίας τον βρήκε νεκρό. Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή της οικογένειας, ο θάνατος οφειλόταν σε πνιγμό λόγω εισρόφησης του εμετού σε συνδυασμό με την παρατεταμένη καταστολή.

Όπως δήλωσε στο ντοκιμαντέρ του BBC, ο γιατρός που βρήκε νεκρό τον Ματέι, οι ποσότητες των κατασταλτικών φαρμάκων που του είχαν χορηγηθεί ήταν “δόσεις για ελέφαντα”.

 

Είναι τόσο αυτόματη η θλίψη μου κάθε φορά που σκαλίζω το συμβάν που κάθε τάχα με ιδεολογικό υπόβαθρο ανάλυση που τείνει να εξηγήσει ποιος ήταν ή τι συμβολίζει ο Ματέι, με κάνει να απορώ για το ποιος ελπίζει ακόμα γι' αυτή τη χώρα.

Γιατί στην Ελλάδα δεν μπορούμε να είμαστε στοιχειωδώς σοβαροί και πενθούντες όταν ένας καταζητούμενος μπαίνει ξαφνικά σε ένα σπίτι με λογική συνέπεια να πεθάνει κόσμος; Γιατί ανάγουμε τα πάντα σε αριστερά (βλέπε το 'Σορίν Ματέι' σύνθημα των οπαδών της ΑΕΚ) ή δεξιά;

Θα μου πεις είμαστε στο ίδιο κράτος που στην αντίπερα όχθη, κάθε βαριά τραυματισμένος κακοποιός που έχει εκθέσει την αστυνομία -ειδικά δε αν είναι αλλοδαπός- περπατάει το 'πράσινο μίλι' ως το θάνατο άμα τη σύλληψή του.

Ποιος εξεπλάγην στο άκουσμα του θανάτου του -εκτός κινδύνου, μην ξεχνιόμαστε- Σορίν Ματέι λίγες μέρες μετά τη σύλληψή του; Γιατί δεν μας κάνει έκπληξη ένας τέτοιος θάνατος;

 

Αντί επιλόγου με απαντήσεις

Οι περίπου διακόσιες ερωτήσεις που προηγήθηκαν είναι ρητορικές και δεν έχουν απάντηση. Φορτισμένος όλη μέρα, αποφάσισα να περάσω μια βόλτα από τη Νιόβης, να σταθώ στο δρόμο που γράφτηκε αυτή η ιστορία απροειδοποίητα ένα απόγευμα σαν όλα τα υπόλοιπα και να σηκώσω λίγο τα μάτια, ίσα με τον πρώτο όροφο του 4. Ο Χρήστος προσφέρθηκε να με πετάξει μέχρι εκεί και να τραβήξει δυο εικόνες απ' το δρόμο κι απ' το σπίτι.

Πριν καν στρίψω στο στενάκι, ένιωθα κάπως μουδιασμένος. Η συγκεκριμένη περιοχή (βλέπε Βικτώρια, Αχαρνών, πλατεία Αμερικής) -όπως διακριτικά είχα γράψει πηγαίνοντας να συναντήσω τον Πουλικάκο στο σπίτι του στην Γ' Σεπτεμβρίου- μου πλακώνει την ψυχή.

Υπό αυτήν την έννοια, μου μοιάζει αφάνταστα ταιριαστό ότι η ιστορία με τον Ματέι έχει συμβεί σε μια πολυκατοικία εκεί γύρω. Υπό μια πιο ευρεία έννοια -και ακριβώς εδώ εμφανίζεται ο φόβος του απίθανου πιθανού-, αυτή η ιστορία θα μπορούσε να συμβεί οπουδήποτε.

Κοίταξα στον πρώτο όροφο, τα 4/4 του οποίου διαχωρίζονταν από ένα κλασικό διαχωριστικό μπαλκονιού πολυκατοικίας σε 3/4 και 1/4. Στη λουλουδιαστή πλευρά, δηλαδή αυτή των 3/4, μια κυρία περίπου στα 70 και ένας περίπου 40άρης κάθονταν στις καρέκλες τους αμίλητοι.

Μάλλον η τεταμένη μου αύρα τους φάνηκε περίεργη κι έτσι γρήγορα σηκώθηκαν και πλησίασαν στο κάγκελο. Για κάποιο λόγο, ήμουν σίγουρος ότι η Σουλτάνα Γκινάκη και ο γιος της, Βαγγέλης, αποκλείεται να συνέχισαν να ζουν εκεί. Σκεφτόμενος ότι απλά κάναμε δύο 'αθώους' να ανησυχήσουν, συνεχίσαμε τη Νιόβης μέχρι να συναντήσουμε την Αχαρνών.

(εδώ έγιναν όλα, στο 4)

Μόλις στρίψαμε, το μούδιασμα με κατέκλυσε. Κι αν αυτοί που σηκώθηκαν στο κάγκελο ήταν η κυρία Σουλτάνα και ο Βαγγέλης; Γιατί να μην ήταν; Οι φυσιογνωμίες τους ταίριαζαν γάντι στη σημερινή τους ηλικία. Ίδρωσα. Δεν μπορούσα να επεξεργαστώ την πιθανότητα.

Τρία βήματα πιο πέρα, είχα σιγουρευτεί ότι ήταν αυτοί. Πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα την ίδια στιγμή ότι πρέπει οπωσδήποτε και ότι δεν πρέπει με τίποτα να κάνω κάτι. Και μόνο το πώς τους είδα να θορυβούνται με την παρουσία μας εκεί, με κλείδωσε στο δεν πρέπει.

Είμαι σίγουρος ότι κατάλαβαν γιατί κοιτούσα διακριτικά τα νούμερα στις πόρτες. Δεν τους άξιζε άλλη αναστάτωση κι όμως θα έδινα τα πάντα για να περάσω δέκα λεπτά σ' αυτό το σαλόνι. Κι ας μην λέγαμε τίποτα. Εγώ σίγουρα δεν θα μπορούσα να μιλήσω.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Στο 'Ένα Κάποιο Τέλος', ο Julian Barnes προσπαθεί να δώσει έναν ορισμό της Ιστορίας γράφοντας ότι πρόκειται για 'τη βεβαιότητα που προκύπτει εκεί που οι ατέλειες της μνήμης συναντούν την ανεπαρκή τεκμηρίωση'. Στην υπόθεση Σορίν Ματέι, η τηλεόραση δεν άφησε χώρο στις ατέλειες της μνήμης ούτε σε ανεπαρκείς τεκμηριώσεις.

Share
 

24Media Network

Με την ίδια συνταγή

Ο ΠΑΟΚ δίνει στο "Ντα Λουζ" ένα από τα πλέον κρίσιμα παιχνίδια της σύγχρονης ιστορίας του απέναντι στη Μπενφίκα για τα playoffs του Champions League (22:00).

Αρχηγού παρόντος

Ο Πέτρος Μάνταλος ταξιδεύει πανέτοιμος στην Βουδαπέστη και η παρουσία του στην αποστολή της ΑΕΚ βάζει νέα δεδομένα. Το Sport24.gr έχει το ρεπορτάζ.

 
PROMO
Social Man