Ramones: H πρώτη (και καλύτερη) πανκ μπάντα

To MEN 24 θυμάται την πρώτη πραγματική, με ονομασία προέλευσης και πιστοποιητικό γνησιότητας πανκ μπάντα
SHARES
To 1977 στις μουσικές πίστες κυριαρχεί o Τζον Τραβόλτα, ένας άχρωμος, άγευστος και άοσμος τύπος, ο οποίος έβγαζε το λευκό του σακάκι και το ανέμιζε πάνω από το μαλλί-σφηκοφωλιά του προκαλώντας τις κορασίδες που βρίσκονταν τριγύρω του να διαρρηγνύουν τους στηθόδεσμους τους για την πάρτη του. Το κλαμπ «Στούντιο 54» του Aντι Γουόρχολ ήταν πασπαλισμένο με τόνους κοκαΐνης και ήταν η εποχή της διαμάχης ροκάδων και καρεκλάδων, όπου σε αντίθεση με σήμερα, τα όρια των μουσικών γούστων ήταν πολύ περιορισμένα κι έπρεπε οπωσδήποτε να διαλέξεις το «στρατόπεδο» στο οποίο θα βρισκόσουνα. Με την ντίσκο να είναι το προνόμιο των πλουσίων και των ανώτερων κοινωνικά στρωμάτων, το ροκ ή το πανκ ειχε καταντήσει να είναι αποκλειστικά υπόθεση της εργατικής και μεσαίας τάξης. Κάπως έτσι γεννήθηκαν μέσα στα πιο βρωμερά καταγώγια της Νέας Υόρκης οι Ramones, η πρώτη πραγματική, με ονομασία προέλευσης και πιστοποιητικό γνησιότητας πανκ μπάντα, παρόλο που οι Stooges του Ιγκι Ποπ προηγήθηκαν χρονικά. Η μπάντα, που σχηματίστηκε το 1974, πήρε το όνομά της από το ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσε ο Paul McCartney των Beatles όταν έπαιζε σε δίσκους τρίτων και δεν ήθελε να καταστήσει την ύπαρξη του γνωστή, ενώ υιοθέτησε την κραυγή "Gabba Gabba Hey", το σύνθημα του γκρουπ, από τους χαρακτήρες της ταινίας τρόμου του 1932 «Freaks», οι οποίοι περιφέρονταν σε όλη την ταινία φωνάζοντας "gobble, gobble".







Τους Ramones τους πρωτάκουσα το 1987 σε ένα παιδικό πάρτι, την εποχή που είχε πρωτοβγεί το «Somebody Put Something In My Drink». Και το υπόλοιπο βράδυ κυκλοφορούσαμε σαν ζόμπι υπό τις οδηγίες της μπάντας, προσπαθώντας να κλέψουμε τη στάχτη από τα τασάκια των γονιών μας που κάπνιζαν στο μπαλκόνι και να την βάλουμε στα ποτά τους για να δούμε τι θα γίνει. Πράγματι, το πάρτι διαλύθηκε νωρίς όταν ο δύσμοιρος πατέρας ενός συμμαθητή μας αποφάσισε να μοιραστεί με το περσικό χαλί της οικοδέσποινας το περιεχόμενο του στομαχιού του. Εκείνη τη μέρα του Ιουνίου του 1987 εκείνος ο πατέρας δεν νομίζω να την ξέχασε ποτέ. Ούτε κι εγώ.







Αρκετά χρόνια μετά, τους είδα ζωντανά στη Αθήνα. Και οι «φόβοι» μου επιβεβαιώθηκαν: τα τραγούδια τους, παρόλο που ακούγονταν όλα ίδια, είχαν κάτι που σε έκανε να κολλάς μαζί τους. Δεν ήταν φιγουρατζήδες, δεν χρησιμοποιούσαν περιττά συστατικά και λοιπά «συντηρητικά» στην μουσική τους, τα φασαριόζικα κομμάτια τους διαρκούσαν το πολύ δυο λεπτά έκαστο και το πυρετώδες τέμπο τους με τα τρία-ακόρντα-και-φύγαμε αποτελούσε την καλύτερη γυμναστική για ένα μάτσο 16χρονους με εμφανή τα πρώτα σημάδια της ακμής στο πρόσωπο. Η εμφάνιση τους περιλάμβανε δερμάτινα τζάκετ, σκισμένα τζιν και πάνινα αθλητικά παπούτσια: «μα έτσι ντυνόμαστε κι εμείς», ψιθυρίζαμε μεταξύ μας. Στους 35αρηδες αυτούς βλέπαμε (λέμε τώρα…) τους εαυτούς μας και ευχόμασταν όταν πάμε κι εμείς στην ηλικία τους το αίμα μας να βράζει όπως αυτών (default…). Στην πορεία μάθαμε και για τα υπόλοιπα κατορθώματα τους: στα εξώφυλλα των δίσκων τους χρησιμοποιούσαν ηθελημένα μια καρτουνίστικη αισθητική και πολλά στοιχεία του κιτς της δεκαετίας του ’50. Τέλος, φλέρταραν με εικόνες σαδομαζοχισμού και μυστικισμού, φέρνοντας στο μυαλό άλλες δυο αγαπημένες μπάντες, τους Black Sabbath και τους Velvet Underground.







Κι όμως, δεν είχαν καμία σχέση με το αγγλικό αντίστοιχό τους, τους Sex Pistols. Γιατί ενώ οι Pistols, από κάποιο σημείο και μετά ίσως και να έπαιζαν λίγο «εκ του ασφαλούς», οι τέσσερις αμερικάνοι ζούσαν την πανκ μουσική στο πετσί τους: τον Αύγουστο του 1983 μπλέχτηκαν σε ένα τρομερά βίαιο καυγά με το συγκρότημα των Sub Zero Construction. Ο Johnny Ramone χτυπήθηκε στο κεφάλι με λοστό και κλοτσιές από μπότα Doc Martens με αποτέλεσμα να μείνει στην εντατική πολλές μέρες. Τελικά κατόπιν πολλών εγχειρήσεων στον εγκέφαλο, κατάφερε να σηκωθεί όρθιος ξανά και να ηχογραφήσει το επόμενο άλμπουμ τους με τον ταιριαστό τίτλο Too Tough To Die.







Οι Ramones είχαν και μια κακή συνήθεια. Την «έλεγαν» σε όλους, από τον ίδιο τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Ρόναλντ Ρέιγκαν, στον οποίο αφιέρωσαν το τραγούδι "Bonzo Goes to Bitburg", μέχρι τον μεγάλο σκηνοθέτη ταινιών τρόμου Roger Corman, ο οποίος τους επέλεξε να παίξουν στην ταινία «Rock N' Roll High School» του 1979. Η δεκαετία του ‘90 έδειξε ότι είχαν κουραστεί ελαφρά, παρόλο που βρήκαν πρόσφορο έδαφος να βγουν και πάλι στο σκηνή με το άλμπουμ Acid Eaters, αυτή τη φορά μαζί με τα «εγγόνια» τους, τους Green Day και τους Offspring, τα οποία έδωσαν μια νέα πνοή στο πανκ ροκ της εποχής εκείνης (δυστυχώς ΜΟΝΟ της εποχής εκείνης…)







Οι Ramones έπαιξαν το τελευταίο τους σώου στις 6 Αυγούστου 1996 στο Λος Άντζελες. Έβγαλαν συνολικά 14 άλμπουμ, χωρίς να υπολογίζουμε αυτά που «συλλαμβάνουν» το συγκρότημα να παίζει ζωντανά. Ο Joey Ramone πέθανε από λέμφωμα στις 15 Απριλίου 2001, στα 49 του χρόνια. Πέθανε την ώρα που άκουγε το αγαπημένο του τραγούδι «In A Little While» των U2, τους οποίους λάτρευε. Ένα χρόνο μετά, τον ακολούθησε κι ο Dee Dee Ramone, ο μπασίστας που είχε παραιτηθεί από την μπάντα για να ακολουθήσει μια βραχύβια και άκρως αποτυχημένη καριέρα… ράπερ. Ο John William Cummings ή Johnny Ramone πέθανε κι αυτός τον Σεπτέμβριο του 2004. Μέσα σε τέσσερα χρόνια όλη η «Φουρνιά του 1974» του αμερικανικού πανκ ειχε εξολοθρευτεί…
Share
 

24Media Network

Φέντερερ, Ναδάλ, Τζόκοβιτς: Απολαύστε τους εξωγήινους για όσο παίζουν ακόμα

Όσο οι θαυμαστές τους και οι ειδικοί τσακώνονται για το ποιος από τους τρεις είναι ο καλύτερος, Φέντερερ, Ναδάλ και Τζόκοβιτς μας προσφέρουν απλόχερα εξωγήινες στιγμές τένις που πρέπει να απολαύσουμε για όσο ακόμα παίζουν.

 
POP για τις δύσκολες ώρες
Social Man
PROMO