<img height="1" width="1" style="display:none" src="//www.facebook.com/tr?id=625554890944361&ev=PageView&noscript=1" />
Todd Williamson/Invision for Fox Searchlight/AP Images

Πώς το Μεξικό κατέκτησε το Χόλιγουντ

Για 2η συνεχόμενη χρονιά, μια ταινία από Μεξικάνο σκηνοθέτη ενδέχεται να θριαμβεύσει στα Όσκαρ καθώς η χρυσή γενιά των Cuarón, Iñarritu και Del Toro ηγείται μιας νέας Χολιγουντιανής εποχής.

*To κείμενο γράφτηκε τον Φεβρουάριο του '15, πριν ο Ινιάριτου κερδίσει το πρώτο από τα δύο Όσκαρ σκηνοθεσίας του. Αναδημοσιεύεται φέτος, καθώς ο Ντελ Τόρο μοιάζει το φαβορί για το φετινό Όσκαρ σκηνοθεσίας με το 'The Shape of Water'.

***

H πρώτη στιγμή συνειδητοποίησης ήρθε στα Όσκαρ του 2007. Στο μεγαλύτερο πάρτι του Χόλιγουντ, οι τρεις Αμίγκος ήταν όλοι τους καλεσμένοι. Οι ταινίες τους δε θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικές μεταξύ τους: Ένα σπονδυλωτό δράμα που διέτρεχε όλο τον πλανήτη αναζητώντας σημεία επικοινωνίας. Μια ιστορία επιβίωσης σε μια μελλοντική δυστοπία όπου ο μόνος ορίζοντας είναι μια ασαφής ελπίδα. Ο όλεθρος μιας εμφύλιας σύρραξης ιδωμένος μέσα από τα μάτια ενός μικρού κοριτσιού που τα βράδια αποδρά σε έναν κόσμο πανέμορφων τεράτων.

Διαφορετικά είδη, διαφορετικές διαδρομές, διαφορετικά επίπεδα αναγνώρισης μα, στο τέλος της μέρας, τρεις ταινίες γυρισμένες από τρεις φίλους και συνεργάτες, υποψήφιες και οι τρεις για Όσκαρ Σεναρίου μεταξύ πολλών άλλων υποψηφιοτήτων και, έπειτα, νικών.

Και οι τρεις Αμίγκος ήταν εκεί. Μερικά χρόνια μετά, είναι παντού.

Κουαρόν, Ινιάριτου και ντελ Τόρο στα Όσκαρ του 2007

***

Στα Όσκαρ του 2007, τo “Babel” του Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιάριτου ήταν υποψήφιο για 6 Όσκαρ, μεταξύ των οποίων Καλύτερης Ταινίας και Σκηνοθεσίας. Ο Ινιάριτου έγινε ο πρώτος λατινοαμερικάνος σκηνοθέτης υποψήφιος για το Όσκαρ Σκηνοθεσίας, η ταινία χάρισε υποψηφιότητα Όσκαρ ακόμα και σε εντελώς νέα πρόσωπα όπως η Ρίνκο Κικούτσι, ενώ κέρδισε το Όσκαρ Μουσικής για την ήδη κλασική σύνθεση του Γκουστάβο Σανταολάγια.

 

Το “Babel” ήταν μια παγκόσμια ιστορία πολλών προσώπων που, υπό μία έννοια, εκπροσωπούσε επάξια στη μεγάλη οθόνη την προσωπική διαδρομή του δημιουργού της. Η ταινία διαδραματίζεται σε πολλές διαφορετικές χώρες, έχει πολλούς διαφορετικούς πρωταγωνιστές, η επαφή (ή έλλειψη αυτής) συμβαίνει σε πολλές γλώσσες γιατί, τελικά, ‘όλοι άνθρωποι είμαστε’. Αυτό μπορεί να χτυπά ως επιτηδευμένο, όπως και πολλά στοιχεία της φιλμογραφίας του Ινιάριτου, όμως μπορεί να αντηχεί και σε ένα πολύ αληθινό μέρος.

Ο Ινιάριτου γεννήθηκε στο Μέξικο Σίτι και ήδη πριν τα 20 του είχε διασχίσει τον ωκεανό για να βρεθεί στην Ευρώπη. Όταν λέμε ‘διασχίσει’, το εννοούμε: Ως έφηβος ανέβηκε σε ένα εμπορικό πλοίο που έκανε ταξίδια από την Αμερική στη Αφρική και την Ευρώπη και έβαζε χρήματα τρίβοντας πατώματα και λαδώνοντας τις μηχανές. Η μεσοαστική οικογένειά του υπέφερε όταν η τράπεζα για την οποία εργαζόταν ο πατέρας του φαλίρησε, με αποτέλεσμα ο ίδιος να πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες του.

Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιάριτου

“Ξύπναγα μες στη νύχτα από το βήχα του πατέρα μου έντρομος,” έχει πει, μιλώντας για την πρώτη φορά που ένιωσε στο πετσί του την ιδέα πως κάθε άνθρωπος κάποτε θα πεθάνει. Όταν επέστρεψε για τα καλά πίσω στο Μεξικό, έβγαλε όλα τα ‘80s τρέχοντας έναν ραδιοφωνικό σταθμό με μεγάλη επιτυχία, το οποίο τον έβαλε στο δρόμο του θεάματος, αρχικά γράφοντας μουσική για ταινίες κι έπειτα αρχίζοντας να σκηνοθετεί ο ίδιος.

Τα ταξίδια όμως δε έφυγαν ποτέ από το πετσί του, ούτε και η ιδέα του θανάτου. Η παγκοσμιότητα της ανθρώπινης κατάστασης και το Τέλος ως ενωτική γέφυρα εμπειρίας και επικοινωνίας (και φόβου) είναι έντονες θεματικές στο αρχικό κομμάτι του έργου του, ιδίως στην Τριλογία του Θανάτου, όπως αποκαλείται το τρίπτυχο “Amores Perros”, “21 Grams” και “Babel”. (Αλλά και στο “Biutiful”, την πρώτη ταινία που γύρισε χωρίς συμμετοχή του Γκιγιέρμο Αριάγκα, μόνιμου ως τότε σεναριογράφου του.)

Στο “Birdman” αυτή η υπαρξιακή αγωνία βρίσκει διέξοδο μέσα από μια ιστορία θανάτου και αναβίωσης εντός των εμπειριών της δημιουργικής κοινότητας, μέρος της οποίας είναι πλέον εδώ και χρόνια ο Ινιάριτου. Η αλήθεια είναι πως το Χόλιγουντ τον θεώρησε δικό του από την πρώτη στιγμή: Δεν υπάρχει ταινία του που να μην έχει προταθεί για Όσκαρ (ακόμα και τα Ισπανόφωνα “Amores Perros” και “Biutiful” προτάθηκαν για Ξενόγλωσση Ταινία, ενώ διαρκώς στέλνει κόσμο στα ερμηνευτικά Όσκαρ για κάθε ταινία του από το “21 Grams” κι έπειτα) και φέτος, ύστερα από ένα εν μέρει αναπάντεχο ντεμαράζ βραβεύσεων από όλα τα σωματεία (Παραγωγών, Ηθοποιών, Σκηνοθετών) μοιάζει πια, αυτός και το “Birdman” του, το μεγάλο φαβορί για τα 2 μεγάλα Όσκαρ.

Κι αν το Καλύτερης Ταινίας μοιάζει πια σιγουράκι, αν κερδίσει μαζί και το Σκηνοθεσίας, θα είναι δεύτερη συνεχόμενη χρονιά που το εν λόγω Όσκαρ το κερδίζει Μεξικάνος σκηνοθέτης. Στην πρόσφατή του βράβευση από το Σωματείο Σκηνοθετών, το βραβείο το πήρε εξάλλου από τα χέρια του περσινού νικητή.

Του συμπατριώτη, συναδέλφου, και φίλου του, Αλφόνσο Κουαρόν.

***

Στα Όσκαρ του 2007, τo “Children of Men” του Αλφόνσο Κουαρόν ήταν υποψήφιο για 3 Όσκαρ, μεταξύ των οποίων Διασκευασμένου Σεναρίου, αλλά και Φωτογραφίας για τη θρυλική δουλειά του Εμάνουελ Λουμπέζκι. Δεν κέρδισε κανένα από τα 3 Όσκαρ η ταινία (ειδικά εκείνο του Λουμπέζκι ήταν σοκαριστικό) μα δεν πλήγωσε καθόλου το θρύλο της αυτό το γεγονός, καθώς βρέθηκε σε δεκάδες τοπ-10 λίστες χρονιάς αλλά και δεκαετίας, και σήμερα εξακολουθεί να θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα μοντέρνα sci-fi δημιουργήματα.

Για την ‘αψεγάδιαστη’ καριέρα του Κουαρόν είχαμε μιλήσει αναλυτικότερα πέρσι τέτοιο καιρό, όταν και φαινόταν πως το Όσκαρ Σκηνοθεσίας για το “Gravity” ήταν βέβαιο:

“Ο Κουαρόν ξεκίνησε να εργάζεται στη βιομηχανία στις αρχές των ‘80s, λίγο αφού παράτησε την κινηματογραφική σχολή στο πανεπιστήμιο όπου σπούδασε και φιλοσοφία. Ο λόγος ήταν ότι το φιλμάκι που γύρισε (μαζί με τον Εμάνουελ Λουμπέζκι που γνώρισε εκεί, τον μετέπεια διευθυντή φωτογραφίας που εξίσου καθυστερημένα και εξίσου δίκαια, θα κερδίσει επίσης φέτος επιτέλους Όσκαρ για το “Gravity”) ήταν στα αγγλικά κι επίσης ότι δε του έδιναν την άδεια να το διαθέσει για εμπορικούς σκοπούς.”

Γεννήθηκε κι εκείνος στο Μέξικο Σίτι, γιος πυρηνικού φυσικού που εργαζόταν για τα Ηνωμένα Έθνη, με έναν αδερφό επίσης κινημαγραφιστή κι άλλον έναν επίσης επιστήμονα. Κατευθείαν σπούδασε σινεμά (και όχι μόνο) βρίσκοντας ευθύς εξαρχής το δρόμο του. Συμμετείχε στη Μεξικάνικη σειρά ανθολογίας τρόμου και sci-fi “La Hora Marcada” όπου εκτός από τον φίλο του Εμάνουελ Λουμπέζκι, γνώρισε και τον Γκιγιέρμο ντελ Τόρο.

Αλφόνσο Κουαρόν

Μετά την πρώτη του ταινία, μια σεξοκωμωδία στις αρχές των ‘90s που μίλησε με θάρρος για το AIDS λίγο πριν η συζήτηση έρθει σε πρώτο πρόσωπο στο παγκόσμιο στερέωμα, απέκτησε κατευθείαν θαυμαστές. Για την επόμενη δεκαπενταετία θα ισορροπούσε έντεχνα τόσο ανάμεσα στο σινεμά της πατρίδας του και το Χόλιγουντ, όσο και ανάμεσα στο ανεξάρτητο και το εμπορικό, καταλήγοντας τελικά να βρει την τέλεια τομή.

Η έλευσή του στο Χόλιγουντ αρχικά συνδέθηκε με λογοτεχνικές διασκευές (“A Little Princess”, “Great Expectations”), η επσιτροφή του στα πάτρια εδάφη του χάρισε την ως τότε πιο πολυτραγουδισμένη ταινία του (“Y tu Mama Tambien”, που βρέθηκε και υποψήφιο για Όσκαρ), ενώ στη συνέχεια έδωσε καλλιτεχνικό βλέμμα στη σειρά Χάρι Πότερ (με το “Prisoner of Azkaban” που θεωρείται από πολλούς ως η καλύτερη ταινία της σειράς) και μας ταξίδεψε στο μέλλον της ανθρωπότητας (“Children of Men”) αλλά και στο σκοτάδι που κρέμεται από πάνω μας (“Gravity”).

Η κάμερα του Κουαρόν πάντοτε αναζητά το φανταστικό, το κάτι διαφορετικό, ακόμα και στο πιο συνηθισμένο περιβάλλον. Έκανε τον Ντίκενς ποπ και μοντέρνο, έβαλε μεράκι στο Χάρι Πότερ όταν οι δύο πρώτες ταινίες έμοιαζαν απλά με επαγγελματικό cosplay, γύρισε το μέλλον ως ακραία εκδοχή του σήμερα, κοίταξε το άπειρο του διαστήματος και γύρισε εκεί ένα περιπετειώδες θρίλερ που βρίσκει όρια και αγωνία εκεί που δεν υπάρχει απολύτως τίποτα.

6 υποψηφιότητες Όσκαρ και 2 βραβεία στο Φεστιβάλ Βενετίας μετά, ο Κουαρόν (αλλά και ο Λουμπέζκι) πήρε τα πρώτα του Όσκαρ πέρσι για το “Gravity”, ο πρώτος Μεξικάνος που κερδίζει το συγκεκριμένο βραβείο. Πριν όμως και από τον Κουαρόν και τον Ινιάριτου, υπήρχε ένας άλλος του οποίου ταινία κέρδισε πολυάριθμα Όσκαρ.

***

Στα Όσκαρ του 2007, τo “Pan’s Labyrinth” του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο ήταν υποψήφιο για 6 Όσκαρ, μεταξύ των οποίων Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας και Σεναρίου. Κέρδισε 3 κατηγορίες (Καλλιτεχνική Διεύθυνση, Φωτογραφία, Μέικ-απ) και θεωρήθηκε γενικά φιλμ-σταθμός για το φανταστικό χάρη στον τρόπο με τον οποίον εισήγαγε φανταστικά στοιχεία τρόμου ως αλληγορία για μια ιστορία βαθύτατα πολιτική. Μπήκε σε αμέτρητα τοπ-10 εκείνης της χρονιάς, μεταξύ των οποίων στη θέση #1 για τον Ρότζερ Έμπερτ.

Ο Ντελ Τόρο γεννήθηκε στη Γκουανταλαχάρα στο Μεξικό, γόνος καθολικής οικογένειας, πίστη με την οποία έχει περάσει μια ζωή αντιμαχόμενος. “Είμαι άθεος, δόξα το θεό,” έχει πει, δανειζόμενος την ατάκα του Μπουνιουέλ. Αντιστοίχως, θεωρεί εαυτόν υπέρμετρα φιλελεύθερο, εκφράζοντας καχυποψία έως και αντίθεση σε κάθε μορφής δομική κυριαρχία. “Μισώ τις δομές. Είμαι εντελώς κατά των δομών όταν μιλάμε για θεσμούς. Τα μισώ. Μισώ κάθε τι θεσμικό σε κοινωνικό, θρησκευτικό και οικονομικό πλαίσιο.”

Γκιγιέρμο ντελ Τόρο

Αυτές είναι ανησυχίες που περνώντας μέσα από τα έργα του, κάνουν τις ιστορίες του εντελώς ξεχωριστές στον κανόνα του φανταστικού. Ξεκίνησε την καριέρα του με το “Cronos”, μια ανατριχιαστική ιστορία με βαμπίρ που έδειξε με το καλημέρα πού βρίσκονται οι ευαισθησίες του ντελ Τόρο, ο οποίος είχε ακονίσει τα δόντια του κι εκείνος στο “La Hora Marcada” με ιστορίες τρόμου και φαντασίας.

Το ντεμπούτο του στην Αμερική ήταν ένα ξεκάθαρο creature feature, το ικανότατο “Mimic”, στη διάρκεια παραγωγής του οποίου ο πατέρας του έπεσε θύμα απαγωγής πίσω στο Μεξικό. “Κάθε μέρα, κάτι μου θυμίζει πως είμαι σε αθέλητη εξορία από τη χώρα μου,” λέει ο ντελ Τόρο, του οποίου οι μετέπειτα ταινίες πάντα επιστρέφουν εκεί.

Το “El Espinazo del Diablo” όπως και το “Pan’s Labyrinth” είναι ο τρόμος και η γοητεία του φανταστικού ενταγμένα σε αλληγορικό πλαίσιο απέναντι στις φρίκες του Ισπανικού εμφυλίου, αλλά ακόμα κι όταν δεν είναι τόσο εμφανής, οι πολιτικές του μπορούν να διατρέχουν τα παραμύθια του με τον ένα τρόπο ή τον άλλον. Όταν ο Hellboy σφαγιάζει με πόνο την ίδια τη Φύση στο υποτιμημένο “Hellboy II”. Όταν τα τέρατα σμπαραλιάζουν τα τείχη φόβου που σηκώνει η ανθρωπότητα στο “Pacific Rim” και νικούνται μόνο όταν τα έθνη κοιτάξουν πέρα από τα σύνορα και συνεργαστούν σα να ήταν όλοι οι άνθρωποι ένα κεφάλι, μία καρδιά.

Ο ντελ Τόρο βρίσκει γοητεία και ανθρωπιά στους εφιάλτες και καταφέρνει να τους δίνει καρδιά όπως λιγοστοί δημιουργοί, ακόμα κι όταν βάζει τεράστια ρομπότ να δέρνονται σε neon νύχτες με τεράστιες εξωγήινες σαύρες. Η απόσταση από την αντιπολεμική συμφωνία απόγνωσης που είναι το “Pan’s Labyrinth” δεν είναι όσο μεγάλη νομίζουν πολλοί: “Γαμήσου, κάνεις λάθος!,” λέει αναφερόμενος στις φορές που κάποιος του λέει πως οι αγγλόφωνες ταινίες του δεν είναι εξίσου προσωπικές. “Το ‘Hellboy’ είναι για μένα εξίσου προσωπικό με το ‘Pan’s Labyrinth’. Διαφέρουν σε τόνο και ναι, φυσικά μπορεί το ένα να σου αρέσει πιο πολύ από το άλλο. Αλλά πραγματικά είναι μέρη της ίδιας ταινίας. Στη ζωή σου κάνεις μόνο μία ταινία.”

Ο ντελ Τόρο πέρασε πολλά χρόνια συμμετέχοντας στην παραγωγή της τριλογίας “Χόμπιτ” και παρόλο που τελικά αποδεσμεύτηκε, διατήρησε credit ως συν-σεναριογράφος, ενώ υπάρχουν πολλά concepts τεράτων και άλλων ιδεών που μοιάζουν να βγήκαν κατευθείαν από το σημειωματάριο του τρόμου του. Άργησε, αλλά επέστρεψε για τα καλά. Ύστερα από το “Pacific Rim” που εν τέλει κατάφερε να βγει αρκετά κερδοφόρο ώστε να δικαιολογήσει ένα σίκουελ, επιστρέφει το φθινόπωρο με το “Crimson Peak”, μια παλαιού είδους γοτθική ιστορία τρόμου.

Καταπληκτικά θα περάσουμε πάλι.

***

Στα Όσκαρ του 2007 συνέβη και κάτι άλλο που δεν έχει καμία σχέση με τους τρεις αμίγκος ή ίσως έχει απόλυτη σχέση μαζί τους. Λίγο πριν την ολοκλήρωση της τελετής, στη σκηνή ανέβηκαν ο Φράνσις Φορντ Κόπολα, ο Στίβεν Σπίλμπεργκ κι ο Τζορτζ Λούκας, για να απονείμουν το Όσκαρ Σκηνοθεσίας. Ήταν τόσο σίγουρο ότι θα το κέρδιζε -επιτέλους- ο Μάρτιν Σκορσέζε, που η Ακαδημία του το έδωσε μέσα από τα χέρια των φίλων του και δημιουργικών συνοδοιπόρων του από τα ‘70s, την περίοδο της μεγάλης έκρηξης του αμερικάνικου σινεμά. Είχες εκεί, στη σκηνή, τους ανθρώπους, την παρέα, που θεμελίωσε το μοντέρνο Χόλιγουντ.

Κάτω, στις θέσεις, ανάμεσα στους θεατές, ήταν και οι τρεις Μεξικάνοι. Ο Ινιάριτου, ο Κουαρόν, ο ντελ Τόρο. Οι τρεις τους βρέθηκαν στον κόσμο του σινεμά ακολουθώντας εντελώς διαφορετικές διαδρομές και, αυτό είναι μάλιστα που τους κάνει τόσο κινηματογραφικά γοητευτικούς, οι ίδιες οι φιλμογραφίες τους προσφέρουν επίσης διαφορετικές εμπειρίες σε διαφορετικούς ανθρώπους.

Όμως η πορεία τους είναι συχνά κοινή. Έχουν συνιδρύσει την Cha Cha Cha Films, έχουν κάνει από κοινού παραγωγή σε ταινίες άλλων σκηνοθετών μα, κυριότερα, έχουν γίνει μια παρέα δημιουργών που φέρνει στο νου την αντίστοιχη παρέα των ‘70s. Οι τρεις τους μοιράζονται ιδέες, μοιράζονται συνεργάτες, είναι συχνά παραγωγοί ο ένας σε ταινίες των άλλων, και μέσα από αυτή τη δημιουργική ανταλλαγή ιδεών, οι φίλοι αυτοί από το Μεξικό ηγούνται μιας μικρής δημιουργικής αναγέννησης μέσα σε ένα Χόλιγουντ που την έχει ανάγκη.

Οι τρεις αμίγκος

Το 2007 βρέθηκαν κι οι τρεις τους ταυτόχρονα υποψήφιοι για τις τρεις ταινίες τους στο πεδίο των σεναρίων, μια πρώτη ξεκάθαρη ένδειξη για το μέλλον που θα ερχόταν. Πέρσι ήταν η χρονιά του Κουαρόν, φέτος θα είναι μάλλον του Ινιάριτου, καθώς και οι τρεις θα έχουν πλέον σκηνοθετήσει ταινίες με πολυάριθμες νίκες στα Όσκαρ.

Ακόμα σημαντικότερα, χαράζουν ο καθένας μια προσωπική, και σημαντική με διαφορετικούς τρόπους, διαδρομή κρατώντας όλοι τους κεντρικό ρόλο στο πώς σχηματίζεται το μοντέρνο Χόλιγουντ. Από το πρεστίζ των ευρωπαϊκών Φεστιβάλ στη δόξα των Όσκαρ κι από τα sci-fi υπερθεάματα στις γκαλερί τρόμου, μια παρέα δρόμος.

ΔΙΑΒΑΣΕ ΑΚΟΜΑ

Όλη η οσκαρική κάλυψη του PopCode
ADVERTISING
  • ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
  • top stories
  • 24MEDIA NETWORK

ΣΙΝΕΜΑ