ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

Ε. Ψύκου και Χ. Στέργιογλου μιλούν για τον Αντώνη Παρασκευά, τον Χάνεκε και τη χαμένη Ελλάδα των ‘90s

Η σκηνοθέτις Ελίνα Ψύκου μαζί με τον πρωταγωνιστή της Χρήστο Στέργιογλου, μιλούν στο ΟΝΕΜΑΝ για την “Αιώνια Επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά”.

Ο Αντώνης Παρασκευάς δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, αλλά κάλλιστα θα μπορούσε να είναι. Ίσως έχει υπάρξει υπό μία έννοια. Τον ξέρεις, τον έχεις παρακολουθήσει στην τηλεόραση, τον παρακολουθούσες για χρόνια. Είναι όλοι οι παρουσιαστές και η ξεφτισμένη τους δόξα, σε μια απεγνωσμένη αναζήτηση περασμένων μεγαλείων.

Ο Αντώνης Παρασκευάς δεν είναι πια το όνομα που ήταν, επειδή εξάλλου τι έχει ακόμα πέραση στο σήμερα από Εκείνη την περίοδο του Ελληνικού lifestyle; Και σε μια κίνηση απόγνωσης, σκηνοθετεί την απαγωγή του εαυτού του ώστε να κάνει τους πάντες να ασχοληθούν μαζί του όπως παλιά. Η ιδέα πίσω από το μεγάλου μήκους ντεμπούτο της Ελίνας Ψύκου είναι πανέξυπνη, και υποστηρίζεται από την ολοκλήρωση ενός συναρπαστικού κεντρικού χαρακτήρα, ερμηνευμένο με μοναδικό τρόπο από τον Χρήστο Στέργιογλου.

Ο Αντώνης Παρασκευάς είναι από αυτούς τους καλτ χαρακτήρες που ξέρεις που θα σου μείνουν ακόμα και μετά το τέλος της ταινίας, κάτι που δεν συμβαίνει συχνά. Και η ίδια η ταινία, μια έξυπνη, αστεία, καλτ, και αρκετά θλιμμένη διαδρομή ενός άντρα από τα περασμένα μεγαλεία του χθες στο πλήρως αβέβαιο αύριο.

Συναντήσαμε την δημιουργό της ταινίας και τον πρωταγωνιστή της για μια συζήτηση πάνω τόσο στην ίδια την ταινία, όσο και στα όσα βρίσκονται από πίσω της. Η συζήτησή μας έφτασε μέχρι τον Γουίλ Φέρελ, τον Μίκαελ Χάνεκε, τον Χούλιο Ιγκλέσιας, τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ και τον Ανδρέα Μικρούτσικο. Τι συνδέει όλα αυτά, και μαζί την Ελλάδα των τελευταίων 20-30 χρόνων;

Ο Αντώνης Παρασκευάς.

Είδα την ταινία στην ελληνική πρεμιέρα της στη Θεσσαλονίκη αλλά είχε παιχτεί και στο Βερολίνο…

Ελίνα Ψύκου: Στη Θεσσαλονίκη ήταν ωραία γιατί πήραμε τρία βραβεία (γελάει), αλλά και οι προβολές πήγαν καλά. Είχα άγχος για την πρώτη συνάντηση της ταινίας με το ελληνικό κοινό. Στο Βερολίνο ήταν η πρεμιέρα…

Χρήστος Στέργιογλου: Κατάλαβα από το Βερολίνο ότι θα πάει καλά η ταινία γιατί ο κόσμος είχε αντιδράσει πολύ καλά.

Έχει ενδιαφέρον γιατί μοιάζει με πολύ ελληνική ταινία, έχει στοιχεία από την ελληνική τηλεόραση ας πούμε, δεν ξέρω πώς θα μπορούσε να συνδεθεί κάποιος στο εξωτερικό.

Χρήστος Στέργιογλου και Ελίνα Ψύκου στο Φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι

Ε.Ψ.: Κι όμως, σε Βερολίνο, Τορόντο, Κάρλοβι Βάρι… Στην Αργεντινή που πήγα, γενικώς ο κόσμος την πήρε μια χαρά. Και γενικά κάποια πράγματα που νομίζουμε ότι είναι Ελληνικά είναι παγκόσμια. Παντού έχουν την ίδια τηλεόραση. Έχουν προσλαμβάνουσες αντίστοιχες. Τον είχα αυτό το φόβο αλλά στο Βερολίνο το ξεπέρασα. 4 προβολές είχαμε και ήταν φίσκα, έρχονταν μετά Γερμανοί και μου μιλάγανε… Ίσως έχουν και ευαισθησία με την Ελλάδα αυτή την περίοδο.

Είναι και καυτό το Ελληνικό σινεμά.

Ε.Ψ.: Όχι μόνο γι’αυτό. Είναι και η κρίση. Κάνει τον κόσμο να συμπάσχει μαζί σου. Στην Αργεντινή ας πούμε που πέρασαν πρόσφατα κρίση αυτό ήταν κάτι πολύ έντονο. Και εντάξει, η ταινία δεν έχει να κάνει καθόλου με την οικονομική κρίση, αλλά έχει να κάνει με μια κοινωνική και ιδεολογική κρίση, επομένως είναι όλα αυτά μαζί.

Είναι όμως μια πολιτική ταινία, και σε τι επίπεδο; Το μοντάζ με τις παλιές στιγμές του Παρασκευά νιώθω πως είπε πολλά για την Ελλάδα της μεταπολίτευσης.

Ε.Ψ.: Υπήρχε σίγουρα μια διάθεση να δείξω κάποια πράγματα, αυτός ο άνθρωπος, ο Παρασκευάς, είναι υποτίθεται ένα σύμβολο των ‘90s. Ήθελα να δείξω αυτόι που έχουμε ζήσει τα τελευταία 20 χρόνια από την πλευρά της ψευδαίσθησης και του lifestyle. Όχι το οικονομικό κομμάτι, αλλά σε σχέση με το κοινωνικό και ιδεολογικό κομμάτι, το πώς έχει διαμορφωθεί η κοινωνία μας μέσα από την τηλεόραση και την προβολή προτύπων.

Χ.Σ.: Το αισθάνθηκες εσύ;

Ναι, πολύ.

Ε.Ψ.: Είναι σα να περνάει μια τοιχογραφία της σύγχρονης Ελλάδας. Eurovision, καλλιστεία, ευρώ.

30 χρόνια σε fast-forward.

Ε.Ψ.: Ναι, υπήρχε αυτή η διάθεση. Χωρίς απαραίτητα να είναι βιτρίνα. Χωρίς διάθεση διδακτισμού. Η διάθεσή μου ήταν να υπάρχει και χιούμορ σε αυτό το πράγμα, κάτι στο οποίο βοήθησε πολύ και η ερμηνεία του Χρήστου.

Ο Αντώνης Παρασκευάς ήταν εξαρχής ο Χρήστος Στέργιογλου;

Ε.Ψ.: Βεβαίως, βεβαίως.

Χ.Σ.: Ναι. Μόλις μου το είπε, είπα ΟΚ, πάμε.

Ε.Ψ.: Είχαμε τα γυρίσματα πριν 2 χρόνια περίπου.

Χ.Σ.: Δουλέψαμε μαζί 2 μήνες πριν τα γυρίσματα και μετά η οργάνωση της Ελίνας ήταν αφοπλιστική. Η ταινία γυρίστηκε σε ένα μήνα, και μια βδομάδα κάναμε τα τηλεοπτικά για να υπάρχουν.

Είχε τύχη αυτή η ταινία. Γίναν τα γυρίσματα όπως έπρεπε. Εγώ είχα δυσκολίες με μια παράσταση και δε θα μπορούσα κανονικά, αλλά κατέβηκε η παράσταση. Δυστυχώς για την παράσταση αλλά ευτυχώς για την ταινία! Επρόκειτο να έχω περούκα αν έπαιζα στο θεατρικό αλλά δε το είχα τελικά, οπότε άφησα φυσικά μούσια, που ήταν καλύτερα. Ύστερα, ξεκίνησαν γυρίσματα χωρίς φιλμ και κάμερα και δε ξέραμε την πρώτη βδομάδα αν θα έχει δεύτερη βδομάδα. Ήρθε βοήθεια τελικά από τον Λάμπη Ταγματάτρχη στην ΕΡΤ- ήταν όλα για να γίνει αυτή η ταινία.

Ε.Ψ.: Έγινε χωρίς λεφτά, μας ήρθαν όλα τα πράγματα…

Χ.Σ.: Και μετά που άρχισε να παίζεται, το ένα καλό έφερε πάλι το άλλο. Ανοίξαν οι πόρτες. Έχει μια καλή τύχη.

Νομίζω παίζει μεγάλο ρόλο ότι υπάρχει ένας συγκεκριμένος χαρακτήρας που έχει το μεγάλο ενδιαφέρον. Δεν είναι μόνο η ταινία σαν ταινία δηλαδή, με ενδιαφέρει ο χαρακτήρας, θα έβλεπα και σίκουελ με αυτόν, και άλλα πράγματα.

Ε.Ψ.: Ξέρεις τι, όταν πας να κάνεις ταινίας μονοπρόσωπη ουσιαστικά, είναι σημαντικό ο χαρακτήρας να έχει ενδιαφέρον. Βοηθάει που είναι και το όνομα στον τίτλο, έχει δημιουργηθεί σαν ο Χρήστος να είναι ο Παρασκευάς, είναι σαν έχει αποκτήσει αυτόνομη υπόσταση από την ταινία ο χαρακτήρας. Αν ήμασταν Αμερική… (γελάει)

Μπορεί να ήταν σαν το “Anchorman”, που διαφημίζει ο Γουίλ Φέρελ προϊόντα ως ο χαρακτήρας του από την ταινία. Καλτ φιγούρα.

Ε.Ψ.: Ναι, ναι. Θα μπορούσαμε να έχουμε κάνει και κουκλάκια. (γελάει)

Χ.Σ.: Το σκέφτηκες να κάναμε φλυτζάνια!

Ε.Ψ.: Άμα είχαμε λεφτά πολλά θα κάναμε, από ιδέες καλά πάμε!

Πάντως ισχύει ότι και η ταινία και η προσέγγιση στον χαρακτήρα έρχονται με σαφή χιουμοριστική διάθεση. Πώς παίζεις έναν τέτοιο ρόλο;

Χ.Σ.: Προσπαθώ να βάλω τον εαυτό μου στις συνθήκες του ήρωα. Προσπαθώ να μην σκέφτομαι ότι είναι κάποιος άλλος ήρωας, αλλά να αντιδρώ φυσιολογικά, με ολόκληρο τον οργανισμό μου, στις συνθήκες που ζει ο ήρωας. Ολόκληρες αντιδράσεις δικές μου προσπαθώ να τις κάνω στις συνθήκες που ζει ο ήρωας. Δεν σκέφτομαι δηλαδή την ιστορία του χαρακτήρα την ώρα που παίζω. Μου βγαίνει εκείνη την ώρα ως φυσιολογική αντίδραση.

Ε.Ψ.: Ναι και γι’αυτό όταν στο σενάριο κάτι σου κλώτσαγε το έλεγες και συνήθως είχες δίκιο. Συζητούσαμε για 2 μήνες πάνω στο χαρακτήρα. Από τις συζητήσεις έπαιρνα ένα ωραίο feedback.

Ήταν κάτι που άλλαζε δηλαδή;

Ε.Ψ.: Κοίτα, εμένα μου αρέσει να έχω ένα καλά δουλεμένο σενάριο αλλά θέλω να είμαι και ανοιχτή στο να αλλάξει αυτό. Όταν έρθει ο ηθοποιός πρέπει να βάλει τον εαυτό του. Και αντίστοιχα όταν βρεθεί ο χώρος, πόσο μάλλον εδώ που η μισή ταινία είναι στο ξενοδοχείο. Δε μπορούσα να το αγνοήσω. Το ξενοδοχείο υπήρχε, ήταν ένα αυτόνομο πράμα. Δεν έγινε άλλο σενάριο και άλλη ιστορία, αλλά με ενέπνευσε ο χώρος, όπως και ο Χρήστος και οι συζητήσεις με τον Χρήστο. Δε μπορείς να τα αγνοήσεις όλα αυτά. Με έναν τρόπο, και ο Χρήστος διαμόρφωσε τον Παρασκευά αλλά και το ξενοδοχείο.

Χ.Σ.: Και η συνεργασία. Πρέπει να έχεις ανοιχτό διάλογο. Δεν πρέπει να έχεις το πείσμα του εγώ. Επίσης αυτό που προσπαθώ να κάνω σε κάθε ήρωα που παίζω είναι να βρω τα δίκια του. Αν είναι κακός, έτσι γίνεται χειρότερος και άμα είναι καλός γίνεται καλύτερος. Θέλω να βρω το δίκαιο των πράξεών του και  να το υποστηρίζω απόλυτα.

Ε.Ψ.: Κι εγώ το βρίσκω σημαντικό σαν σεναριογράφος. Είναι σημαντικό να τους αγαπώ όλους. Αν δε τους αγαπάω όλους μετά κάτι φταίει. Ακόμα και κάποιος που είναι κακός, άμα το ψάξεις, αυτός πιστεύει μέσα του ότι έτσι πρέπει να γίνουν τα πράγματα.

Χ.Σ.: Άμα το υποστηρίξεις ένα τέρας με όλα του τα δίκια, γίνεται ακόμα πιο τέρας. Δε συμφωνείς με το δίκιο του, αλλά το υποστηρίζεις.

Ε.Ψ.: Έτσι κάνεις έναν χαρακτήρα πιο ολοκληρωμένο.

Η απόδειξη του ότι αυτό όλο λειτούργησε είναι πως τώρα δεν είναι δυνατόν να φανταστείς τον Αντώνη Παρασκευά κάπως αλλιώς.

Ε.Ψ.: Σε έπεισε!

Χ.Σ.: Μοναδικότητα.

Ε.Ψ.: Και στο ριμέικ που θα γίνει στην Αμερική εσύ θα τον κάνεις!

Ο Αντώνης Παρασκευάς πότε γεννήθηκε και πώς;

Χ.Σ.: Το 1956.

Ε.Ψ.: Όχι, το ‘54! Κλείνεις τα 60 σου στις 23 Ιανουαρίου, γεννήθηκες τότε! Το βάλαμε να είναι τη μέρα που βγαίνει η ταινία. Γεννήθηκε όμως στο μυαλό μου το καλοκαίρι του 2009, που άκουσα στην τηλεόραση για έναν βραζιλιάνο τηλεπαρουσιαστή και πολιτικό, Γουώλας Σόουζα, που τον συνέλαβε η αστυνομία. Είχε μια τηλεοπτική εκπομπή για το έγκλημα, και τον συνέλαβαν επειδή κατάλαβαν ότι περιπτώσεις εγκλημάτων τις είχε στήσει ο ίδιος. Προσλάμβανε πληρωμένους δολοφόνους και τους έβαζε να σκοτώσουν, κι αυτός έστελνε τους ρεπόρτερ στη σκηνή του εγκλήματος κι είχε την αποκλειστικότητα των εγκλημάτων. Άκουσα αυτά και έμεινα άφωνη.

Εμένα γενικότερα πάντα με ιντρίγκαραν οι σελέμπριτις, όλοι όσοι έχουν σχέση με τη διασημότητα. Με ενδιαφέρει η σκοτεινή πλευρά αυτών των ανθρώπων, η πλευρά που δεν φαίνεται παρά όταν τα φώτα κλείνουν. Η πλευρά που δε φαίνεται στα περιοδικά και τις τηλεόρασεις. Και ήταν τότε λίγο και η όλη φάση με τον Αντρέα Μικρούτσικο που είχε αρχίσει να τα χάνει, να μην έχει εκπομπές, άκουγόταν ότι δεν ήταν καλά, έβγαιναν φήμες για αυτόν κλπ. Και όλα αυτά κάπως μαζί με έκαναν να φτιάξω τον Αντώνη Παρασκευά.

Ενδιαφέρον κιόλας, διότι όλη αυτή η celebrity culture θεωρείται κάτι το ευτελές, αλλά με αυτά ως έμπνευση έκανες μια ταινία που λέει κάτι.

Ε.Ψ.: Ναι, γενικώς ήθελα να κάνω μια ταινία που να λέει και κάτι και να έχει και χιούμορ σε στιγμές. Να τα συνδυάσω. Μου αρέσει που φτάνει στα όρια του καλτ κάποιες στιγμές.

Όπως η σκηνή με το τραγούδι ας πούμε.

Ε.Ψ.: Ναι, αυτό ας πούμε, είναι του Χούλιο Ιγκλέσιας, πιο ποπ πεθαίνεις! Αλλά έγινε με ένα τρόπο… Τα παιδιά, ο Felizol και ο Boy έκαναν φανταστική διασκευή, κι ο Χρήστος τραγούδησε ωραία. Κι έχει βγει κάτι στα όρια του καλτ αλλά πάρα πολύ ωραίο. Μου αρέσει αυτό το μπαλατζάρισμα.

Χ.Σ.: Και κρατάει και 3 λεπτά ε!

Ε.Ψ.: Και νομίζω χώρεσε στην ταινία με πολύ ωραίο τρόπο.

Υπάρχει όντως αυτό το μπαλατζάρισμα, έχεις ας πούμε από τη μία αυτό κι από την άλλη αναφορές σε Κιούμπρικ.

Ε.Ψ.: Ναι, δε μπορείς να το αποφύγεις. Υπάρχει το μονοπλάνο.

Κοίτα, είναι όπως υπάρχει και το βίντεο που λέγαμε πριν ας πούμε. Με όλα αυτά ήθελα να παίξω με την ιδέα ότι περνάει στην άλλη όχθη το μυαλό του. Ότι κάπως το χάνει. Προφανώς υπάρχει στη “Λάμψη” αυτή η σκηνή που το ξενοδοχείο είναι σε λειτουργία. Είναι μια αντίστοιχη τέτοια σκηνή. Η βασική μου διάθεση ήταν ότι ήθελα να κάνω ένα παιχνίδι με την κατάσταση του μυαλού του. Και μετά από αυτή τη σκηνή η ταινία παίρνει άλλη πορεία. Ο χαρακτήρας παίρνει μια απόφαση.

Χ.Σ.: Είναι το σύνορο αυτή η σκηνή.

Ε.Ψ.: Ε, και το αγάπησα αυτό το ξενοδοχείο, κι ένα μονοπλάνο είναι η ευκαιρία να το δείξεις.

Άσε που είναι όλη η ταινία ένας άνθρωπος, είναι η ευκαιρία να κάνεις μια σκηνή με πολύ κόσμο. Προσπαθώ να έχω ισορροπία πολλών πραγμάτων, και μου έδεσε καλά αυτή η σκηνή.

Μιλώντας για επιρροές, είναι μια ερώτηση που θέλω καιρό τώρα να κάνω για τον Χάνεκε, δεν έχει να κάνει μόνο με τη δική σου ταινία…

Χ.Σ.: Νομίζω τον θαυμάζεις!

Ε.Ψ.: Εγώ τον θαυμάζω πολύ, αλλά νομίζω τον θαυμάζουν και πάρα πολλοί Έλληνες σκηνοθέτες.

Αυτό ακριβώς ήθελα να ρωτήσω, γιατί πιστεύεις ότι τόσοι πολλοί Έλληνες σκηνοθέτες αυτής της γενιάς έχουν εμπνευστεί συγκεκριμένα από τον Χάνεκε.

Ε.Ψ.: Είναι πλέον ντεμοντέ να απαντάς ότι αγαπάς τον Χάνεκε! (γελάει)

Χ.Σ.: Έχω την εντύπωση ότι έχει να κάνει με το “Funny Games”, ότι εκεί εστίασαν πολύ οι νέοι.

Ε.Ψ.: Ήταν η ταινία που έκανε το μπαμ.

Κι εγώ τη θυμάμαι στην ηλικία που ήμουν όταν βγήκε, ως μια από τις πρώτες ταινίες που με ταρακούνησαν κινηματογραφικά.

X.Σ.: Πολύ δυνατό πράγμα. Και έπαιξε με την πραγματικότητα στο τέλος. Έχει μεγάλη γοητεία. Κι εγώ που δεν είμαι νέος έμεινα έτσι (κάνει ανοιχτό στόμα), συνειδητοποίησα για τη βία πολλά πράγματα. Ήταν αδυσώπητο.

Ε.Ψ.: Εγώ νομίζω η μαγική λέξη είναι η βία. Ότι άμα δεις όλες του τις ταινίες, όλες έχουν να κάνουν με τη βία. Όχι μόνο τη σωματική, αλλά την προσωπική, την ψυχολογική. Είναι τόσα πράγματα η βία.

Χ.Σ.: Ακόμα και το “Amour”.

Ε.Ψ.: Ή το “Cache”. Ε, βέβαια, ναι. Επίσης εγώ λατρεύω τις 2 πρώτες του ταινίες, την “Έβδομη Ήπειρο” και το “Benny’s Video”. Τις λατρεύω, θα μπορούσα να τις βλέπω κάθε μήνα. Επίσης βία κι εδώ. Της καθημερινότητας. Νομίζω λοιπόν ότι κάπως η έννοια της βίας απασχολεί τους Έλληνες σκηνοθέτες. Είναι ένα θέμα η βία που απασχολεί πολύ την Ελληνική κοινωνία γενικότερα, και σίγουρα ο τρόπος που την προσέγγισε ο Χάνεκε… Έχει πολύ να κάνει με τη βασική αυτή θεματική των ταινιών του. Δε ξέρω γιατί, αλλά το έχω προσέξει κι εγώ. Και μου κάνει εντύπωση, είναι χιλιάδες οι σκηνοθέτες!

Και ίσως να ισχύει κι αυτό με το “Funny Games”. Άμα δεις οι νέοι Έλληνες δημιουργοί είναι 30-35, ανδρώθηκαν κινηματογραφικά πριν 20 χρόνια, εκεί γύρω 15 χρονών που βγήκε αυτή η ταινία. Ίσως ήταν τότε αυτό που σε κάνει να πεις πως θέλω να ασχοληθω με το σινεμά. Και ίσως είναι το το “Funny Games” που πέφτει τότε χρονικά.

Έχει ο Χάνεκε αυτό το πράγμα, ότι ασχολείται πάρα πολύ με την κοινωνία. Έχουμε οι Έλληνες σκηνοθέτες μια τέτοια τάση. Γιατί βλέπεις ας πούμε Γούντι Άλεν, σε όλους μας αρέσει. Αλλά έχουμε τάση να κάνουμε ταινίες πιο σκοτεινές.

Έχει λογικά και σχέση με την κατάσταση που περνάει η χώρα. Γιατί ας πούμε στην Αμερική υπάρχει όντως μια γενιά σκηνοθετών που κάνουν ταινίες πάνω στον Γούντι Άλεν.

Ε.Ψ.: Ναι, φυσικά. Στην Ελλάδα επίσης υπάρχει mainstream ή arthouse, δεν έχει βρεθεί μια ενδιάμεση κατάσταση. Και μάλλον κάπως όλο αυτό το βορειοευρωπαϊκό κάτι μας κάνει. Ζούμε σε αυτή την ηλιόλουστη χώρα… Ίσως να είναι και μια αντίδραση, δεν ξέρω. Πάντως μου αρέσουν πολλοί σκηνοθέτες, αλλά αν έπρεπε να διαλέξω έναν, τον Χάνεκε θα διάλεγα.

“Αιώνια Επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά” προβάλλεται ήδη στις αίθουσες.

Διάβασε σχετικά: