<img height="1" width="1" style="display:none" src="//www.facebook.com/tr?id=625554890944361&ev=PageView&noscript=1" />

'Τετάρτη 04:45': Στέλιος Μάινας και Αλέξης Αλεξίου μιλούν στο ΟΝΕΜΑΝ για την Αθήνα και το νουάρ

Το ΟΝΕΜΑΝ συνομίλησε με τον σκηνοθέτη και τον πρωταγωνιστή του μοντέρνου, εντυπωσιακής ομορφιάς ελληνικού νουάρ “Τετάρτη 04:45”.

Το πρώτο πράγμα που πρόσεξα ήταν τα χρώματα. Μου θύμιζαν… ας πούμε απλά ότι μου θύμιζαν κάτι άλλο. Δε μου θύμιζαν ελληνικό δράμα.

Από την πρώτη στιγμή η “Τετάρτη 04:45” του Αλέξη Αλεξίου έδειξε πως θα μας ταξίδευε κάπου αλλού, κι ας διαδραματίζεται σε γνώριμο χώρο και σε γνώριμο χρόνο. Η τοποθεσία μας είναι η Αθήνα του 2010 αλλά μην το αφήσεις αυτό να σε παγιδεύσει. Αυτό το ελληνικότατο νουάρ αστικής περιπλάνησης θα μπορούσε να είναι και ταινία με σαμουράι, στο μέλλον, σε κάποιον πλανήτη που θυμίζει την Αθήνα του κάποτε. Του σήμερα. Του όποτε.

Συγγνώμη, προτρέχω.

Βρίσκομαι απέναντι από τον Στέλιο Μάινα, ο οποίος στην αφίσα της ταινίας μου φέρνει στο νου κάτι σε Έλληνα Λίαμ Νίσον. Στην αφίσα βρέχει, ο Μάινας κοιτάζει το έδαφος, κραδαίνει περίστροφο. Μάλλον δε θα πηγαίνουν καλά τα πράγματα γι’αυτόν στην ταινία, σκέφτηκα. Στο “Τετάρτη 04:45” ο Μάινας παίζει τον Στέλιο Δημητρακόπουλο, έναν μικρομεσαίο οικογενειάρχη και ιδιοκτήτη νυχτερινού τζαζ μπαρ που κουβαλά διάφορες σύγχρονες κοινωνικές πληγές, αλλά που σίγουρα δε θα περίμενε πως τα πάντα θα πήγαιναν κατά διαόλου τόσο απότομα. Κάτι οι κρίση, κάτι τα λάθη του, έξαφνα βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα ασφυκτικό deadline: Έχει 32 ώρες να βρει τα λεφτά. Όλα τα λεφτά. Όλα τα πολλά λεφτά.

Κάτι η ερμηνεία του Μάινα (που είναι τρομερός για να μην πολυλογούμε), κάτι η σαφής, στρωτή πλοκή που στήνει ο Αλεξίου και οι ενδιαφέροντες περιφερειακοί χαρακτήρες (κάθε ένας ζει τη δική του προσωπική τραγωδία, από όπου κι αν προέρχεται), κάτι η αποστομωτικής ομορφιάς διεύθυνση φωτογραφίας του Χρήστου Καραμάνη (αισθητικά η ταινία παραπέμπει στα neon ‘80ς), η ουσία είναι πως το αποτέλεσμα είναι μια ταινία με μεγάλο ενδιαφέρον που αν μη τι άλλο θα αφήσει τον θεατή χορτασμένο.

“Δεν έχω δει την ταινία,” λέει ο Μάινας. “Δε βλέπω γενικά τις ταινίες που κάνω, τις βλέπω μαζί με το κοινό.” Μιλάμε για τα εισιτήρια. “Τα εισιτήρια δεν είναι τα λεφτά, είναι κίνηση ιδεών. Για να μη μείνουμε στάσιμοι στα ίδια. Να κινηθεί ο κινηματογράφος μας μέσα από διαφορετικά μοτίβα. Να βρεθεί ένας παραγωγός που θα διακινδυνεύσει με μια αντίστοιχη ταινία. Ένας σκηνοθέτης να γράψει ένα σενάριο ανάλογο που το φοβόταν ή δε το πίστευε. Δυο ηθοποιοί να παίξουν, να μη φοβηθούν,” μου λέει με πάθος, πάθος που εμφανέστατα έχει προκύψει ως αποτέλεσμα της συνεργασίας του σε αυτή την ταινία με τον Αλέξη Αλεξίου. “Δε μαθαίνεις εσύ στο κοινό. Σε μαθαίνει εκείνο. Το κοινό σε εκπλήσσει πάντα,” μου λέει.

Όλα αυτά επειδή η “Τετάρτη 04:45” είναι κάτι φρέσκο, και μας έδωσε την ευκαιρία για μια μεγάλη κουβέντα με τον σκηνοθέτη και τον πρωταγωνιστή. Ο Αλέξης Αλεξίου επιστρέφει με ένα φιλόδοξο νουάρ, μερικά χρόνια μετά το ντεμπούτο του. Τότε, το 2007, είχε κερδίσει την κριτική με το τρομερά ιδιαίτερο θρίλερ “Ιστορία 52”, για έναν άντρα που αφού γνωριστεί με μια κοπέλα και εκείνη έρθει να μείνει μαζί του, όταν αργότερα τον αφήσει, εκείνος παγιδεύεται στο μυαλό του και ξαναζεί διαρκώς τη γνωριμία τους μέχρι να συνειδητοποιήσει την αλήθεια.

Μαζί με τον Στέλιο Μάινα, πρωταγωνιστή στην “Τετάρτη 04:45”, καθόμαστε σε ένα τραπέζι κι αρχίζουμε να κουβεντιάζουμε. Το ταξίδι απόγνωσης του ήρωα της ταινίας μας έδωσε πάσα για να μιλήσουμε για σαμουράι και καουμπόηδες, για την κοινωνία και την κρίση, για την Αθήνα ως πρωταγωνίστρια ‘80s ονείρων και ως πεδίο διεξαγωγής ενός ακήρυχτου πολέμου, για τη βροχή που πέφτει ασταμάτητα, για τον Μάινα και τις πιο αρνητικές πτυχές του χαρακτήρα του, και για τους άντρες ήρωες που έρχονται αντιμέτωποι με την αποτυχία τους.

Η “Τετάρτη 04:45” πώς γεννήθηκε; Και σαν ιδέα, ως προς αυτό που βλέπουμε, χαρακτήρες, κατάσταση, αλλά και η στυλιστική προσέγγιση. Είναι ένα πακέτο που δεν έχω συνηθίσει στο ελληνικό σινεμά.

Αλεξίου: Η ιδέα είναι απλή. Ακριβώς επειδή λείπουν οι ταινίες είδους στην Ελλάδα κι επειδή είναι κάτι που εμένα μου αρέσει ως θεατής πάρα πολύ, το αγαπώ, έχω μεγαλώσει με αυτές τις ταινίες. Κι έτσι, όπως και η πρώτη μου ταινία ήταν ταινία είδους με τον δικό της τρόπο, ήθελα πολύ τώρα να κάνω μια γκανγκστερική ταινία, ένα σύγχρονο φιλμ νουάρ μέσα στην πόλη. Και συνέλαβα την ιδέα της ταινίας ως ένα είδος road movie μες στην πόλη, με περιπλανήσεις μες στην πόλη.

Πρώτες ιδέες στο χαρτί άρχισα να βάζω το 2008, πρώτη καλή τελική μορφή είχα το 2010 όπου παράλληλα στην χώρα συνέβαιναν αυτά που συνέβαιναν. Κι επειδή κομμάτι του είδους του γκανγκστερικού φιλμ είναι να σχολιάζει μέσα από τις συμβάσεις του είδους το κοινωνικό και οικονομικό γίγνεσθαι, μου φάνηκε ιδανική συγκυρία να μπει κι αυτό το κομμάτι μέσα. Έτσι η ταινία απέκτησε και μια πολιτική διάσταση. Αλλά πάντα μέσα από τη φόρμα και τις συμβάσεις του είδους κι όχι μέσα από την αισθητική και το στυλ του ρεαλισμού που έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα. Θέλω να το ξεκαθαρίσω: Η ταινία δεν είναι ρεαλιστική, είναι μια ταινία είδους.

Ο πρωταγωνιστής πότε μπήκε στην διαδικασία;

Μάινας: Όταν αποφάσισε ο Αλέξης να προσεγγίσει τον κεντρικό του χαρακτήρα.

Αλεξίου: Ήταν άνοιξη του ‘10, υπήρχε ένα καλό draft, κι επειδή θα έφευγα για μερικούς μήνες στο εξωτερικό, ήθελα να συναντήσω και να καταλήξω στον πρωταγωνιστή της ταινίας. Σκέφτηκα τον Στέλιο.

Γνωριζόσασταν;

Αλεξίου: Όχι. Ήταν σε γυρίσματα στο “Νησί”. Του άφησα μήνυμα, διάβασε το σενάριο, του άρεσε πολύ. Είχαμε πολλά κοινά, δηλαδή καταλάβαινε το χαρακτήρα και αυτό το είδος σινεμά. Ο Στέλιος σε αντίθεση με πολλούς άλλους συναδέλφους του, βλέπει πάρα πολύ σινεμά και καταλαβαίνει τι σημαίνει σινεμά είδους. Τις συμβάσεις, τη γλώσσα, ότι αυτό θα ήταν μια προσπάθεια να κάνουμε κάτι διαφορετικό σε μια χώρα που βασικά κάνει κωμωδίες και ρεαλιστικά δράματα. Ήταν αμέσως προφανές ότι ήταν ιδανικός για το ρόλο.

 

Σας έκανε κλικ κάτι συγκεκριμένο και έγινε τόσο άμεσα αυτό το ταίριασμα; Σας θύμισε κάτι;

Μάινας: Σε έναν ηθοποιό που διαβάζει σενάρια του κάνει κλικ όχι ο ήρωας κατευθείαν, αλλά η ιστορία και η γραφή της, δηλαδή να υπάρχει συνέχεια στην αφήγηση. Στο σενάριο του Αλέξη υπήρχε συνοχή, αρχή μέση τέλος, βασικά συστατικά και συμπαγής διαγραφή χαρακτήρων. Ανάγλυφη. Έτσι είναι τα καλά σενάρια. Εγώ καλώς ή κακώς καταλαβαίνω αν ένα σενάριο είναι καλό για μένα διαβάζοντας τις 15 πρώτες σελίδες. Καταλαβαίνεις τη διαύγεια του πράγματος. Το σενάριο του Αλέξη φαινόταν πολύ καθαρό στις προθέσεις του και η γραφή με ιντρίγκαρε πολύ. Ότι φαινόταν μια ταινία στυλιστική που δεν είναι ρεαλιστικό δράμα. Δεν έχω κάνει τέτοιου είδους κινηματογράφο και με ενδιέφερε πάρα πολύ. Μου είπε ο Αλέξης κατευθείαν ποιες ταινίες του αρέσουν πολύ, πχ το “Killing of a Chinese Booker” του Κασαβέτη.

Αλεξίου: Βέβαια αυτό είναι στο ρεαλισμό πιο πολύ αλλά έχει ναι προφανώς θεματικές συγγένειες εμφανείς. Μιλήσαμε επίσης και για γουέστερν και για ασιατικά φιλμ.

Μάινας: Μου άρεσε πολύ ότι το σενάριο είχε κάτι από ασιατικό κινηματογράφο. Το είπα με το που το διάβασα ότι μοιάζει με ασιατική ταινία, έχει την ίδια εμμονή σε στόχο όπως σε εκείνο το σινεμά. Ο ασιατικός έχει σύνοχη, δεν μακρυγορεί, είναι συμπυκνωμένα τα πράγματα. Βίαια, καθαρά, έχουν κατεύθυνση. Δεν είναι ευρωπαϊκός κινηματογράφος, είναι ασιατικός. Σκέψου ας πούμε τον Κιτάνο. Κιτάνο μου θύμισε το σενάριο.

Αλεξίου: Τολμώ να πω ότι είχα συλλάβει εξαρχής τους ήρωες αλλά και τον πρωταγωνιστή της ταινίας ως σαμουράι. Λίγο εκτός τόπου και χρόνου ήρωες σε μια Αθήνα του σήμερα, που ως ένα βαθμό διέπονται από κώδικές τιμής παλιομοδίτικους, όπως σιγά σιγά διαφαίνεται στην πορεία της ταινίας.

Μάινας: Ξέρεις τι μου είπε κάποιος τις προάλλες; Ωραία αφίσα λέει, ξέρεις με ποιον μοιάζεις; Με τον Τοσίρο Μιφούνε! Και μετά μιλάγαμε για Ίβο Τζίμα.

Αλεξίου: Ε, υπό μία έννοια και η “Τετάρτη 04:45” είναι μια πολεμική ταινία στην Αθήνα. Λέγεται και στην αρχή της ταινίας: Βηρυτός γίναμε. Είχα κι αυτή την εικόνα, δεν ξέρω γιατί, της Αθήνας που κάπως γίνεται ένα πολεμικό σκηνικό γιατί αυτό που συνέβαινε τότε και συνεχίζει να συμβαίνει είναι ένας ακήρυχτος πόλεμος, μέχρι και οδομαχίες. Και θυμάμαι αυτή τη φοβερή ταινία του Μάικλ Μαν, το “Heat”, που έχει αυτές τις φοβερές οδομαχίες. Όταν είχε βγει κάποιος είχε γράψει πως έκανε ο Μαν το Λος Άντζελες να μοιάζει με Βηρυτό.

Χαίρομαι που αναφέρθηκε ο Μαν γιατί ήθελα να ρωτήσω αν αποτέλεσε έμπνευση κι αυτός. Η “Τετάρτη” μου θύμισε το “Thief” σε σημεία, από τον μοναχικό ήρωα μέχρι τα χρώματα…

Αλεξίου: Θαυμάζω πάρα πολύ τον Μάικλ Μαν και μου αρέσουν αισθητικά οι ταινίες του, όπως και του Ρίντλεϊ Σκοτ οι πιο ρεαλιστικές. Έχουν κι οι δύο μια αίσθηση όταν κάνουν νουάρ, ότι κινηματογραφούν το είδος με μια αισθητική προσέγγιση που είναι σα να βλέπεις ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Η αισθητική τους είναι σα να βλέπεις το τώρα με μια ματιά σαν…

Μάινας: Μελλοντολογική.

Αλεξίου: Ναι, κι επίσης η Αθήνα της ταινίας είναι κομβικό σημείο της αισθητικής και της αφήγησής μας. Είναι μια μεγαλούπολη, μια τερατούπολη αν θες, που έχει πολλά στοιχεία από τη δεκαετία του ‘80, οπότε μοιραία παραπέμπει και σε ταινίες της δεκαετίας του ‘80, όπως ναι, το “Thief” του Μάικλ Μαν. Αισθητικά είναι σαφές πως με έναν τρόπο η Αθήνα ταιριάζει σε αυτό το σύμπαν και ήταν μια ευκαιρία για μένα να βρω ένα λίγο διαφορετικό τρόπο να την κινηματογραφήσω από αυτό που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στο ελληνικό σινεμά.

 

Λέγαμε πριν και για τα στοιχεία κοινωνικής πραγματικότητας που διαθέτει η ταινία και όντως μέσα από το πρίσμα του είδους ήταν ένας καινούριος τρόπος να δω πράγματα της Αθήνας που τα ζω καθημερινά. Σκεφτόμουν όταν το έβλεπα πως θα μπορούσε να είναι μια απεικόνιση του 1980 ή μια απεικόνιση του 2025.

Αλεξίου: Είναι απροσδιόριστο χρονικά, ναι. Εμένα μου αρέσει αυτό, δες ας πούμε ότι παρόλο που υπάρχει στην αρχή η πληροφορία ότι η ταινία διαδραματίζεται στην Αθήνα του 2010, είναι όπως είπε ο Στέλιος πριν… όχι μελλοντολογική ακριβώς, αλλά μια ταινία εναλλακτικού παρελθόντος ή εναλλακτικής παρελθοντικής πολιτικής φαντασίας, όπως θες πες το. Διαδραματίζεται το 2010 αλλά συμβαίνουν πράγματα που δε συνέβησαν ποτέ. Υπάρχουν στοιχεία πραγματικά που συνθέτουν ένα ας πούμε εναλλακτικό παρελθόν; Πάντως να καταλαβαίνεις ότι βλέπεις κάτι διαφορετικό.

Μάινας: Θέλω να πω ότι η ταινία του Αλέξη έχει μια βάση που μοιάζει πάρα πολύ με τις αμερικάνικες στο εξής: Έχουν το στοιχείο της μυθολογίας. Το στοιχείο ενός παραμυθιού που για να το δημιουργήσεις πρέπει να δημιουργήσεις χαρακτήρες και συγκρούσεις εμβληματικές. Αν δεν χρησιμοποιήσεις εμβληματικούς όρους δε μπορείς να δημιουργήσεις μια αφήγηση που να χωράει πολύ κόσμο. Γι’αυτό είπα ότι η ταινία είναι σινεφίλ που αφορά πολύ κόσμο. Αυτό πιστεύω το κάνει πετυχημένα ο καλός ανεξάρτητος αμερικάνικος κινηματογράφος ή το παλιό Χόλιγουντ, τότε που λειτουργούσε με διαφορετικούς όρους από σήμερα.

Σκέψου ας πούμε τα γουέστερν του Τζον Φορντ. Με την ίδια συλλογιστική δούλευαν. Δεν κάνω σύγκριση τώρα προς θεού, τη συλλογιστική κοιτάζω. Σε εκείνες τις ταινίες οι καταστάσεις, οι διάλογοι, είναι όλα σχεδόν εμβληματικά. Περνάνε το στάδιο του ρεαλισμού αλλά δεν είναι ρεαλιστικά. Έχουν ρεαλιστική βάση γιατί όλα τα πράγματα πρέπει να έχουν ώστε να γίνουν πιστευτά, και γίνονται εμβλήματα. Αν το έχει καταφέρει αυτό ετούτη η ταινία, που δεν την έχω δει ακόμα, θα το διαπιστώσουμε! (γελάει)

Στην “Τετάρτη 04:45” υπήρχαν πολλά πράγματα με τα οποία θα μπορούσα να δω μια άλλη ταινία αφιερωμένη σε αυτά. Το μαγαζί του ήρωα που το έχει για τα 17 χρόνια και οι θαμώνες του. Ή ο Ρουμάνος τοκογλύφος και το κύκλωμά του πίσω στη χώρα του. Κάθε πράγμα που περνάει από την οθόνη νιώθεις πως έχει έναν δικό του κόσμο.

Μάινας: Αυτό είναι η συμβολιστική αφηγηματικότητα. Μετατρέπεις αυτό που θες να πεις σε κάτι ευρύτερο. Δεν κλείνεις τα πράγματα, τα ανοίγεις. Αυτή είναι η βάση του παραμυθιού και της αφήγησης. Αυτή είναι, για να το πάμε και στα δικά μας, και η βάση των επών. Ο Οδύσσεια κι η Ιλιάδα αυτή τη δομή έχουν.

Στην “Ιστορία 52”, την πρώτη ταινία του Αλέξη Αλεξίου, έχουμε ένα στόρι που διαδραματίζεται σε έναν χώρο, ανάμεσα σε 2 χαρακτήρες και μια διαρκή επιστροφή στο ίδιο μοτίβο. Εδώ ξαφνικά έχουμε ένα δράμα που χτίζει ένα σύμπαν, χτίζει ας πούμε μια παράλληλη Αθήνα πάνω στην υπαρκτή Αθήνα, πολύ ευρύτερο. Δεν είχα ιδέα τι ταινία θα ήταν η “Τετάρτη 04:45” πριν τη δω, ας πούμε κοίταξα την αφίσα και λέω “α, Λίαμ Νίσον φάση”, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν περίμενα κάτι τέτοιο. Πώς από την Ιστορία πήγαμε στην Τετάρτη;

Αλεξίου: Οι ταινίες είναι αρκετά συγγενικές. Και στις δύο το θέμα είναι σχεδόν το ίδιο, είναι η ιστορία ενός άντρα που παλεύει με τον εαυτό του. Οι ταινίες επαναδιαπραγματεύονται την ανδρική ταυτότητα, ένας ήρωας παλεύει με τον εαυτό του, παλεύει με την αποτυχία του. Είναι κι οι δύο ταινίες μία κατάβαση με έναν τρόπο στο ασυνείδητο, στον ψυχισμό ενός άντρα. Απλά η στη μία ο ήρωας παγιδεύεται μέσα σε ένα διαμέρισμα και στην άλλη μέσα σε μια πόλη. Και στην πρώτη το διαμέρισμα είναι προέκταση του ψυχισμού του ήρωα, στη δεύτερη το ίδιο η πόλη. Είναι μια πόλη που βρέχει συνέχεια, είναι μια διαφορετική Αθήνα. Συμβαίνουν πράγματα οριακά λογικά, οριακά παράλογα. Είναι φυσική συνέχεια με έναν τρόπο για μένα. Είναι πιο βατή σε επίπεδο αφήγησης και για το κοινό, θέλω να πιστεύω, αλλά η βάση είναι ίδια.

 

Επειδή όλο αυτό ξεκίνησε πριν ακόμα το 2010, είναι πάρα πολλά τα χρόνια που μεσολάβησαν. Άλλαξε η ταινία μορφή ανάλογα με το πώς άλλαζε η πραγματικότητα γύρω μας; Επειδή έχει άμεση επαφή με το τι γίνεται στη γωνία δίπλα μας ας πούμε.

Αλεξίου: Κάποια στιγμή αγχώθηκα ότι ενώ καθυστερούσα αυτό που έγραφα θα ήταν ξεπερασμένο όταν έβγαινε η ταινία το 2012 ή το 2013 ή το 2014. Αποφάσισα ότι δεν έχει σημασία, κι αυτός είναι ο λόγος που τοποθέτησα την ταινία στο 2010. Έπρεπε να φύγω από το τριπάκι να προσπαθώ να εντάξω την ταινία στην επικαιρότητα γιατί ούτως ή άλλως δεν είναι αυτό το ζήτημα. Επικεντρωθήκαμε σε άλλα στοιχεία, καθαρά κινηματογραφικά. Οι αναφορές στην κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα τελείωσαν εκεί, στο 2010.

Μετά μπήκαν καινούριες ιδέες, στην προσέγγιση του χαρακτήρα κι ο Στέλιος μου είπε ότι είναι ένας χαρακτήρας πολύ κοντά σε αυτόν. Είχα πράγματα στον χαρακτήρα του Στέλιου που είδα ότι μπορούμε να τα βάλουμε στο σενάριο.

Σαν;

Μάινας: Οι διάλογοι του χαρακτήρα είναι πολύ κοντινοί στους δικούς μου, ο τρόπος που μιλάει ο ήρωας. Είναι γραμμένος μαμετικά. Ο Μάμετ γράφει κοφτά, δε γράφει σάλτσες. Έτσι είναι κι ο ήρωας, έτσι είμαι κι εγώ, σαν άνθρωπος. Όταν έχει ο ηθοποιός ένα πράγμα που είναι σα να μιλάει αυτός ο ίδιος, μπορεί να το εκφράσει γατί ξέρει το υπόβαθρο. Όταν είσαι ευθύς ας πούμε, κάτι σημαίνει αυτό από πίσω. Αυτό μπορώ να το μεταφράσω αμέσως, είναι δικό μου στοιχείο. Στον κινηματογράφο, γνώμη μου, ο ηθοποιός δεν πρέπει να παίζει κάτι, πρέπει να είναι κάτι.

Αλεξίου: Έχεις πέρα από αυτό και αρκετά θετικά και αρνητικά στοιχεία του ήρωα, στην ψυχοσύνθεση και στην συμπεριφορά.

Μάινας: Ναι, για παράδειγμα είναι ένας ήρωας που δεν αποφαασίζει τίποτα μέχρι το φινάλε. Έτσι είμαι κι εγώ. Ένας ευμετάβλητος χαρακτήρας που δεν καταλήγει ποτέ, ναι, ναι, όχι. Μέχρι το τέλος. Επίσης παρασύρεται από το περιβάλλον του. Κι εγώ έτσι. Ευμετάβλητος ήρωας κι ευμετάβλητος άνθρωπος. Κοντινά πράγματα. Αναγνωρίσιμα. Ο ηθοποιός θέλει να αναγνώσει πράγματα τα οποία είναι υποκριτκά ευδιάκριτα, για να μπορεί να επικοινωνήσει.

Αλεξίου: Αυτό που θέλω να πω για το Στέλιο είναι ότι αυτό που θαύμασα πραγματικά είναι ότι δεν είναι εύκολο για έναν έλληνα ηθοποιό, ίσως επειδή δεν υπάρχει αντίστοιχη κουλτούρα, το όχι μόνο να αγκαλιάσει ένα τέτοιο είδος σινεμά, να καταλάβει τις συμβάσεις και την όλη διαδικασία. Αλλά και ότι μπήκε σε μια διαδικασία να παίξει έναν ρόλο αντιηρωικό, να τσαλακώσει την εικόνα του γιατί, ας μη γελιόμαστε, είναι ένας αρνητικός χαρακτήρας. Όλο αυτό δεν είναι κάτι το αυτονόητο.

Μάινας: Έλα μωρέ, σιγά!

Αλεξίου: Όταν είχα πρωτογράψει το σενάριο, ένας από τους φόβους από ανθρώπους που το έδειχνα ήταν μήπως ο ήρωας ήταν πολύ αρνητικός. Είναι ένας άνθρωπος που κάνει συνέχεια… βλακείες. Κάνει συνέχεια λάθη! Μήπως να τον κάνουμε πιο συμπαθή, μου λέγανε. Λέω δεν υπάρχει λόγος, θα τον παίξει ο Στέλιος Μάινας! Θα δώσει με τον τρόπο του στον θεατή να τον συμπαθήσει, για να καταλάβει ότι κάνει τα λάθη όχι επειδή είναι κακός, αλλά ενώ έχει καλές προθέσεις κάνει λάθη από βιασύνη κι από ανωριμότητα, και προσπαθώντας--

Μάινας: --να διορθώσει το ένα λάθος πέφτει στο επόμενο λάθος. Όλο λάθη!

Αλεξίου: Αλλά θέλω να πω ότι αυτό δεν είναι αυτονόητο για έναν έλληνα ηθοποιό γνωστό. Ότι θα έμπαινε στη διαδικασία να τσαλακώσει τη δημόσια εικόνα του.

 

Αυτός είναι κι ο λόγος που έχει και μια βαρύτητα το πρόσωπό του. Βλέπω τον Μάινα σε μια αφίσα και θα σκεφτώ ότι ΟΚ, μάλλον είναι κάτι που θα αξίζει το χρόνο μου.

Μάινας: Εντάξει αυτό δεν έχει σχέση, αυτό έχει να κάνει με το τι πορεία κάνεις στο χρόνο.

Ναι, αυτό εννοώ, ότι γενικά δε… δεν ξέρω, ότι γενικά δεν...

Μάινας: Ότι δεν κάνω μαλακίες, να το πούμε με δυο λόγια; (γελάει) Ομολογώ ότι δεν είναι εύκολο, αλλά ομολογώ και ότι μαλακίες δεν κάνω. Κοίταξε όμως, αυτό έχει και ένα δεύτερο σκέλος.

Που είναι;

Μάινας: Ότι δεν κάνω μαλακίες και δεν πουλάω και μούρη. Συνήθως μπορείς να κάνει κάτι και να νομίζεις ότι κάνεις κάτι συγκλονιστικό, το οποίο καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα. Τη δουλειά μου κάνω, όπως όλοι. Όπως πρέπει να κάνουν τη δουλειά τους. Πέρα από αυτό, για να πούμε και την αλήθεια, η δική μας η δουλειά, η τέχνη αυτή, είναι αποτέλεσμα ευτυχών συγκυριών αλλά και τύχης. Μπορεί να έχουμε καλές προθέσεις και να μην πετύχει ούτε η συνεργασία η δική μας και του Αλέξη ή οτιδήποτε άλλο. Δεν ξέρεις ποτέ τι θα σου βγει αλλά αυτό είναι και το ωραίο που έχει η τέχνη.

Δηλαδή ας πούμε η ίδια ακριβώς ταινία με έναν άλλο ηθοποιό, με ένα άλλο συνεργείο, θα ήταν μια εντελώς διαφορετική ταινία, έτσι; Δε θα έκανε πάλι ο Αλέξης αυτή την ταινία, θα έκανε κάτι σαφώς παραπλήσιο, αλλά όμως άλλο! Αυτό είναι το ωραίο του κινηματογράφου, είναι η κορύφωση της συνεργατικότητας. Ναι, ο σκηνοθέτης είναι ο αρχηγός, οι ταινίες στο σκηνοθέτη ανήκουν, ενώ ας πούμε στο θέατρο όχι τόσο αποκλειστικά. Αλλά ταυτόχρονα δεν υπάρχει άλλη τέχνη τόσο συνεργατική. Είναι εργοστασιακή.

Αλεξίου: Βιοτεχνική στην Ελλάδα τουλάχιστον!

Μάινας: Εμείς ας πούμε ήμασταν 30 άνθρωποι συνεργείο. Δουλεύαμε σε ένα χώρο συγκεκριμένο που πρέπει να συγχρονιστούν και να δουλέψουν όλοι μαζί κάτω από μία ιδέα.

“Τετάρτη 04:45” κυκλοφορεί στις αίθουσες από τη Feelgood Entertainment.

Φωτογραφίες: Θοδωρής Μάρκου

ADVERTISING
  • ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
  • top stories
  • 24MEDIA NETWORK

ΣΙΝΕΜΑ