<img height="1" width="1" style="display:none" src="//www.facebook.com/tr?id=625554890944361&ev=PageView&noscript=1" />

Οι ταινίες: Αντίσταση κατά της αρχής

Στην πιο πηγμένη βδομάδα των τελευταίων μηνών, το “Whiplash” είναι η ταινία-έκπληξης της Οσκαρικής περιόδου, το “Jupiter Ascending” των Γουατσόφσκι είναι ένα όμορφο χάος και το “Selma” είναι το άλλοθι της Οσκαρικής Ακαδημίας. Επίσης στις αίθουσες ο Χρυσός Φοίνικας των Καννών, “Χειμερία Νάρκη”.

Το πιο περίτεχνο κόλπο του Ντάμιεν Σαζέλ είναι που γύρισε ένα ξέφρενο crowd pleaser το οποίο σε κανένα του σημείο δεν καλύπτει την μαύρη του καρδιά.

Το Whiplash από την πρώτη του στιγμή μοιάζει με τόσες και τόσες άλλες αφηγήσεις για ταλαντούχο πιτσιρικά και ιδιόρρυθμο μέντορα που μαζί ξεπερνούν τον Μεγάλο Κακό (αν σκέφτεσαι “Karate Kid” τότε μπράβο, κι εγώ αυτό σκέφτομαι) όμως από την πρώτη στιγμή ξεκαθαρίζει επίσης πως δεν είναι μια τέτοια απλή, ασφαλής ταινία. Η πρώτη σκηνή του έργου βρίσκει τον διψασμένο για διάκριση πιτσιρικά, τον Άντριου του Μάιλς Τέλλερ, να προπονείται δίνοντας τα πάντα πάνω από τα ντραμς του στο μόνο δωμάτιου μιας θεοσκότεινης σχολής όπου τα φώτα είναι ανοιχτά ακόμη.

Υποπίπτει στην προσοχή του Φλέτσερ (ο Τζ. Κ. Σίμμονς που σύντομα θα είναι βραβευμένος με Όσκαρ για αυτό το ρόλο), του υπεύθυνου της Καλής Μπάντας της μουσικής σχολής. Γι’αυτόν είναι εκεί ο Άντριο, αλλά κι ο Φλέτσερ έναν Άντριου περίμενε τόσο καιρό. Ταιριάζουν ο ένας με τον άλλον όπως το χέρι στο γάντι. Ο Φλέτσερ θα λυσσομανά σαν εκτός ελέγχου τυφώνας πάνω από έναν Άντριου μονίμως ιδρωμένο ή ματωμένο, επιβάλλοντάς του τις ακραίες μεθόδους του, σε μια προσπάθεια να τον κάνει να ξεπεράσει τα όρια, να αφήσει πίσω το ανθρώπινο κουφάρι, να μετελιχθεί στο Πνεύμα Της Τζαζ. Ο Άντριου όχι μόνο θα του επιτρέψει- θα το αποζητήσει. Γιατί δε θέλει απλά να γίνει ένας τέλειος ντράμερ, θέλει να γίνει ένας σπουδαίος ντράμερ, από αυτούς που θα συζητάνε οι Απλοί Άνθρωποι του μέλλοντος.

(Σε μια από τις σκηνές που ξεκλειδώνουν το φίλμ, ο Άντριου τρώει δείπνο με τους Απλούς Ανθρώπους της οικογένειάς του, όλοι τους με απλά όνειρα και ανθρώπινες ανάγκες. Ο Άντριου, ασυγκίνητος, τους μιλάει σχεδόν ρομποτικά και με συναισθηματική απεμπλοκή για αυτό που κάνει, για αυτό που θέλει να πετύχει. Θέλει να γίνει ο καλύτερος, τους λέει, θέλει να κερδίσει. “Δεν είναι υποκειμενική η μουσική;”, τον ρωτάει με αγνή αφέλεια ένας ξαδερφός του. “Όχι”, φτύνει ο Άντριου σα να είχε μόλις υποστεί την μεγαλύτερη προσβολή.)

Είναι σημαντικό που το Ταλέντο και ο Μέντορας σε αυτή την ταινία δεν ενώνουν τις δυνάμεις τους για να ορθώσουν ανάστημα σε κάτι εχθρικό, μα κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για επιβληθούν ο ένας στον άλλον, θέτοντας παράλληλα ως στόχο ένα μυθικό, ασαφές όριο που δε μπορείς να αγγίξεις ρεαλιστικά. Ο ένας θέλει να γίνει θρύλος, ο άλλος θέλει να έχει δημιουργήσει ένα θρύλο. Κυνηγούν μετά μανίας έναν ορίζοντα.

 

Ο Σαζέλ είναι ένας νέος σκηνοθέτης που για να καταφέρει να πουλήσει αυτό του το σενάριο αναγκάστηκε να το γυρίσει πρώτα ως φιλμ μικρού μήκους για να δείξει χειροπιαστά τι ήταν αυτό που είχε στο μυαλό του. Δεν έχω δει το μικρού μήκους, αλλά βάσει των ικανοτήτων του Σαζέλ στο πώς να αφηγηθεί μια σκηνή έντασης και αποτύπωσης δραματουργικού κρεσέντου, υποπτεύομαι πως αν μου έδειχνε μια 15λεπτο εκδοχή του “Whiplash” και μου ζήταγε λεφτά, θα του τα έδινα όλα. Όλα τα λεφτά μου. Θα χρεωνόμουν κιόλας.

Όλη η ταινία στήνεται πάνω στην ιδέα πως έχεις δύο άντρες τόσο οδηγημένους από τις εμμονές τους που το ταίριασμα του ενός με τον άλλο είναι μια διαρκής έκρηξη βίας, μουσικής και μονομανίας. Ο Σαζέλ θριαμβεύει σε κάθε επίπεδο: Ο Τέλλερ μοιάζει διαρκώς έτοιμος να διαλυθεί υπό το βάρος της επίθεσης του Φλέτσερ, έτοιμος να αποσυντεθεί σε χίλια κομμάτια, όμως η ορμή του, ο ιδρώτας του, το αίμα του, συνεχίζουν να δίνουν ενέργεια. Ο Σίμμονς πετάει κεραυνούς από τα μάτια και χειροβομβίδες από το στόμα, κάθε του δευτερόλεπτο ύπαρξης δίπλα στον Άντριου είναι και μια εν δυνάμει επίθεση. Δεν είναι απλά και οι δύο τέλειοι, είναι τέλειοι μαζί. Η ταινία μιλάει για μια σχέση, και λειτουργεί επειδή αυτή η σχέση έχει ερμηνευτεί με το πάθος και την αποτελεσματικότητα που οι ίδιοι οι χαρακτήρες θα απαιτούσαν με τελειότητα.

Ταυτόχρονα, κάθε τέτοια σκηνή είναι γυρισμένη με μια αίσθηση ρυθμού και φόρας που σε αφήνει κάθε φορά με την καρδιά στο στόμα. Οι σκηνές ‘προπόνησης’, με τον Φλέτσερ να ασκεί σωματική, ψυχολογική, λεκτική βία, να σπρώχνει τον Άντριου, και τον Άντριου να σηκώνει κάθε φορά τον εαυτό του και να καταφέρνει έναν νέο μικρό θρίαμβο, δεν είναι “Karate Kid”. Είναι “Raging Bull”, με την τζαζ αντί γρονθοκοπημάτων.

 

Το οργασμικό φινάλε είναι μια από τις σπάνιες περιπτώσεις που μια ταινία σε αποχαιρετά ακριβώς στο απόγειό της, σαν κάποιος να σε κλωτσά στον τοίχο και ύστερα να εξαφανίζεται. Βοηθά τον Σαζέλ να σμιλεύσει ένα φινάλε-ερωτηματικό, που σίγουρα δεν είναι το happy end που ονειρεύονται πολλοί: ο ορίζοντας δεν αγγίζεται, κι αν αγγίζεται σίγουρα εκεί δεν είναι κάτι τόσο πεζό. Το “Whiplash” αγγίζει πολλές παράλληλες θεματικές προς εξερεύνηση (για τα όρια στην πίεση, αν υφίστανται, αν περιορίζουν, αν το ταλέντο αρκεί, αν οι καθημερινές απολαύσεις αποσυντονίζουν -βλέπε συζήτηση Άντριου με την κοπέλα του-, αν η σπουδαιότητα είναι κάτι μετρήσιμο, αν ο καλλιτέχνης γεννιέται ή σμιλεύεται, αλλά και πώς) όλες όμως περιστρεφόμενες γύρω από τον κεντρικό του άξονα.

Που δεν είναι άλλος από μια σχέση αμοιβαίας κακομεταχείρισης, ανάμεσα σε δύο ανθρώπους παραδομένους στη μονομανία τους, που στόχευσαν στο άπειρο χωρίς να υπολογίζουν το κόστος και βρήκαν συνταξιδιώτη. Μακριά από πακεταρισμένες αφηγήσεις επιφανειακής ειπτυχίας που συχνά μας παραδίδει το αμερικάνικο σινεμά, το “Whiplash” έχει νεύρο, έχει απορίες, και έχει (μαύρη) καρδιά. Ένα (μουσικό) σόλο που αξίζει να του αφεθείς ξανά και ξανά.

Ο Άντριου δεν ξέρει πότε να παλέψει και πότε να υποταχθεί στον μέντορά του, κάτι που δεν αποτελεί αντίστοιχο δίλημμα για τους ήρωες δύο άλλων ταινιών της εβδομάδας, που ξέρουν πως πρέπει να ορθώσουν ανάστημα.

Το Jupiter Ascending είναι από τις ταινίες που εύκολα κοροϊδεύει κανείς αν το θέλει γιατί έχει τόσα πράγματα να πηγαίνουν λάθος, αλλά που υποπτεύομαι ότι περνώντας ο καιρός θα μου αφήσει εντονότερα τα θετικά του στοιχεία. Το νέο πόνημα των Άντι και Λάνα Γουατσόφσκι (τα δύο αδέρφια που προσωπικά δεν έχω σταματήσει ποτέ να αγαπώ στη διάρκεια της καριέρας τους) είναι εντελώς πρωτότυπο sci-fi, δεν βασίζεται σε κάτι, και μάλιστα ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματά του μπορεί να είναι ότι προσπαθεί να χωρέσει πάρα πολλά πράγματα στη διάρκεια μιας ταινίας.

Ξεκινά με μια κοπέλα που είναι μετανάστρια, δεν έχει πατρίδα, δεν έχει πατέρα, και ζει καθαρίζοντας τουαλέτες, μέχρι που μια μέρα μαθαίνει πως είναι μετενσάρκωση μιας εξωγήινης βασίλισας και πως η Γη της ανήκει. Ωραία, γιατί όχι. (Στο ρόλο η Μίλα Κούνις είναι, ατυχώς, παντελώς ξεχάσιμη.) Το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της πλοκής αφορά ένα διαγαλαξιακό game of thrones που καταλήγει πάντοτε σε ερωήματα ηθικής φύσεως: Θα επιτρέψεις, Τζούπιτερ, να συνεχίσει να συμβαίνει το τάδε έγκλημα; Θα υποταχθείς, Τζούπιτερ; Θα αφήσει, Τζούπιτερ, ατιμώρητο τον τάδε εγκληματία; Τα πάντα καταλήγουν σε ζητήματα αρχής και, όσο κι αν το μεσαίο μέρος του φιλμ είναι βαρετό, άσχημα κουμπωμένο, πρόχειρα δεμένο, ειλικρινά δε μπορώ να του κρατήσω κακία. Αυτό που βλέπουμε (θέλει να) σημαίνει κάτι.

Τα μούσκουλα της υπόθεσης είναι ο Τσάνινγκ Τέιτουμ με μουσούδα (αλήθεια, δεν τρολάρω) ο οποίος παίζει έναν πρώην επιθετικό εγκληματία που αντιστέκεται στην γενετική προδιαγραφή του και αποφασίζει για τον εαυτό του σε ποιανού το πλευρό θέλει να σταθεί. Στη μισή ταινία σώζει την Τζούπιτερ της Κούνις από τη μία ή την άλλη παγίδα, το οποίο καταντά κάπως μονότονο, αλλά τουλάχιστον οι Γουατσόφσκι ξέρουν ακόμα να στήνουν μια εντυπωσιακή σκηνή δράσης που δε μοιάζει με εκατό άλλες σκηνές δράσης που έχεις ξαναδεί. (Μπορεί να θυμόμαστε για πάντα το bullet time του “Matrix” αλλά θυμήσου και την καταδίωξη του “Matrix Reloaded” ή την μεγάλη κούρσα του “Speed Racer”- αυτοί οι άνθρωποι απλά θέλουν να δημιουργούν συνεχώς κάτι εντελώς καινούριο.)

 

Βέβαια η μεγαλύτερη πράξης αντίστασης από όλες ίσως και να είναι εκείνη του Έντι Ρεντμέιν, ο οποίος μπαίνει στην τελική ευθεία της περιόδου οσκαρικής ψηφοφορίας ως φαβορί (για το “Theory of Everything”) αλλά με αυτό που κάνει στο “Jupiter Ascending” είναι σα να αποφασίζει πως ΌΧΙ, ΔΕΝ ΤΟ ΘΕΛΩ ΤΟ ΟΣΚΑΡ ΣΑΣ. Σοβαρά, για αυτό που κάνει ο Ρεντμέιν σε αυτή την ταινία, όπου πρωταγωνιστεί ως ο βασικός Κακός Πρίγκιπας, απλά δεν υπάρχουν λόγια, είναι από εκείνες τις ερμηνείες που πρέπει να τις δεις για να τις πιστέψεις.

Για το “Jupiter Ascending” και (κυρίως) για τους Γουατσόφσκι, θα πούμε περισσότερα μες στις επόμενες μέρες.

Η κινηματογραφική βδομάδα πάντως μας επιφυλάσσει άλλη μία από τις 8 υποψήφιες για Καλύτερη Ταινία στα φετινά Όσκαρ. (Η άλλη, αν αναρωτιέσαι, δεν είναι το “Jupiter Ascending” αλλά το “Whiplash”.) Και μπορεί να είναι και η πιο πολυσυζητημένη στην Αμερική.

Το Selmaτης Έιβα ΝτιΒερνέ μπορεί να κέρδισε υποψηφιότητα για Καλύτερη Ταινία (και Τραγουδιού, επειδή LOL) αλλά απολύτως τίποτα άλλο, μετρεπόμενη έτσι επί της ουσίας στο “έχω και έναν μαύρο φίλο” της Ακαδημίας. Στην Αμερική έχει ξεσπάσει πόλεμος με εκατέρωθεν thinkpieces, με τους μεν να κατακρίνουν το φιλμ για την ιστορική του ακρίβεια και τους δε να εξετάζουν την σύνθεση της λευκής, γερασμένης Ακαδημίας.

Όλα αυτά αφορούν περισσότερο τον αναλυτή της βιομηχανίας παρά τον θεατή, ωστόσο: Η ταινία δεν είναι κάτι σπουδαίο. Εστιάζει στην προσπάθεια του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ να διοργανώσει μια ειρηνική πορεία από την Σέλμα ως το Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα, διαδηλώνοντας έτσι για το ουσιαστικό δικαίωμα στην ψήφο. (Στον ρόλο του Κινγκ ο Ντέιβιντ Ογιέλοου είναι εκπληκτικός και καλύτερος από οποιονδήποτε άλλον είναι υποψήφιος, αν πρέπει να ψάξουμε για μια αληθινά σκανδαλώδη Οσκαρική παράλειψη.)

Σε μερικές σκηνές επίσκεψης του Κινγκ στον Λευκό Όίκο στην αρχή της ταινίας, ο Πρόεδρος Τζόνσον λέει και ξαναλέει πως θέλει τον Κινγκ για σύμμαχό του και όχι “αυτούς τους πολεμοχαρείς σαν τον Μάλκολμ Χ”. Είναι μια ενδιαφέρουσα σκέψη περί των δυναμικών της κοινωνικής αλλαγής και τη σχέση ειρήνης-βίας-εξουσίας, που ατυχώς δεν εξερευνείται ιδιαίτερα στην υπόλοιπη ταινία, η οποία προτιμά να εξαντλήσει το ενδιαφέρον της στο παρασκήνιο αυτής της μίας και μοναδικής πράξης αντίστασης, και στη δύναμή της ως σύμβολο που όλοι ήθελαν να αποτρέψουν από το να εμφανιστεί. (Στο τέλος η ΝτιΒερνέ πετά και λίγο αρχειακό υλικό μέσα, έτσι, μη και δε Συγκλονιστείς (ΤΜ).) Ούτε τον Μάλκολμ Χ βλέπουμε, ούτε κοινωνία του τότε, ούτε και την επίδραση των πράξεων του Κινγκ. Είναι απλά ατελές.

Το φιλμ έχει δυνατές στιγμές, έχει μερικές εκνευριστικές στιγμές (κάθε στιγμιότυπο βίας είναι άσχημα γυρισμένο), έχει ηλεκτρισμένες στιγμές (κάθε παράδοση λόγου του Κινγκ από τον Ογιέλοου), έχει και σφόδρες παραλείψεις που δεν το αφήνουν να αποτελέσει μια ουσιαστική ματιά σε αυτό που κοιτάζει.

ADVERTISING
  • ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
  • top stories
  • 24MEDIA NETWORK

ΣΙΝΕΜΑ