<img height="1" width="1" style="display:none" src="//www.facebook.com/tr?id=625554890944361&ev=PageView&noscript=1" />

Οι ταινίες: Τρέχοντας για διαφυγή

Το “Blackhat‘ του Μάικλ Μαν μας δίνει τον πιο γραμμωμένο χάκερ του σύμπαντος σε μια περιπέτεια που δεν είναι αυτό που νομίζεις. Στο “Taken 3” ο Λίαμ Νίσον κάνει Λίαμ Νίσον πράγματα. Το “Force Majeure” είναι η ταινία-έκπληξη του μήνα.

Το “Blackhat” είναι για τους φανς. Δεν το λέω αυτό σαν τακτική άμυνας, απλά σαν κάτι που θεωρώ πως είναι γεγονός. Είναι κάπως γλυκό. Και θα το εξηγήσω αμέσως.

Ξέρω πως δεν ακούγεται σαν κάτι προφανές. Η πρώτη αντίδραση όταν διαβάσει κανείς την σύνοψη της νέας περιπέτειας του Μάικλ Μαν ή ακόμα κι όταν δει κάποιο από τα τρέιλερ, είναι να σηκώσει ένα φρύδι και να αναρωτηθεί αν αυτό είναι κάτι που μπορεί να λειτουργήσει. Φαίνεται τόσο περίεργο, τόσο ξένο σε σχέση με τη φιλμογραφία του 71χρονου σκηνοθέτη: Ένας χάκερ (γραμμωμένος, φέτες, ερμηνευμένος από τον “Θωρ” Χέμσγουορθ) συμφωνεί πως θα κερδίσει την ελευθερία του από τη φυλακής εφόσον βοηθήσει μια διεθνή ομάδα συνεργασίας μεταξύ Αμερικής και Κίνας, να βρει και να σταματήσει έναν cyber-τρομοκράτη που έχει προκαλέσει μια επίθεση σε πυρηνικό εργοστάσιο της Κίνας και στο χρηματιστήριο στις ΗΠΑ. Από τον σκηνοθέτη που σας έφερε το “Heat“!

Ε, ναι, όντως.

Βλέπεις, υπάρχουν εκείνοι οι σκηνοθέτες που με μια έννοια παραδίνονται στα βασικότερά τους ένστικτα όσο περνάει ο καιρός. Είναι όπως βρίσκεις αυτό ακριβώς που θέλεις και πλέον σου αρέσει να επιστρέφεις εκεί αντί να αναζητάς διαρκώς κάτι άλλο. Αυτό νιώθω πως έχει συμβεί με τον Μαν. Το δίπολο “Collateral” - ”Miami Vice” είναι ο Μάικλ Μαν, δημιουργικά ξεγυμνωμένος απόλυτα στα στοιχειώδη του. Οιτδήποτε βλέπεις σε αυτές τις δύο ταινίες, αυτό ακριβώς είναι ο Μάικλ Μαν. Ίσως η ψηφιακή κάμερα να του επέτρεξε να βυθιστεί περισσότερο στις απλές αστυνομικές περιπέτειες που μοιάζουν να τρέχουν στο αίμα του, δεν ξέρω. Ίσως και να βρήκε αυτό που ήθελε, αυτό το ένα κρίσιμο σημείο. Όλη του η καριέρα έχτιζε προς το “Miami Vice”, και το “Blackhat” συνεχίζει στο ίδιο ακριβώς μοτίβο.

Το “Blackhat” (letterboxd) που σε πρώτη ματιά φαντάζει τόσο ξένο, ναι. Είναι στην πραγματικότητα η μεγαλύτερη συλλογή εμμονών και Μαν-ικών κλισέ που έχουν εμφανιστεί στην οθόνη. Αν ανήκει κάποιος στο κομμάτι των θεατών που θεωρούν πως μετά το “Ali” ο Μαν ‘το έχασε’, τότε το “Blackhat” είναι ξεκάθαρα μια ταινία όχι για εκείνον. Αν θαυμάζεις το “Collateral” ή το “Miami Vice” ή (όπως εγώ) έχεις έρωτα μεγάλο και για τα δύο, τότε σου έχω ευχάριστα νέα: Ο Μάικλ Μαν είναι ξανά εδώ.

Το πρώτο πράγμα που παρατήρησα ήταν πώς τα πίξελ χάνονταν στην Μαν-ική παλέτα. Ως είθισται, κάθε πλάνο της πόλης, της νύχτας, του ουρανού, των ηρώων, είναι πανέμορφο- αλλά αυτό το ξέραμε ήδη. Όμως ο Μαν εδώ κάνει κάτι άλλο. Ενδιαφέρεται για το πώς ο άνθρωπος και η μηχανή  αλληλεπιδρούν, πώς η ροή πληροφορίας διαχέεται από τον φυσικό κόσμο στον ψηφιακό σα να μην υπάρχει σύνορο ανάμεσά τους. “Καδράρει τις οθόνες σαν να είναι πόλεις,” μου είπε χτες ένας φίλος βγαίνοντας από την ταινία. ΝΑΙ. Ένα κάδρο με πληροφορίες σε μια οθόνη μπορεί να είναι στημένο σαν ένα κάδρο της νυχτερινής Κίνας. Άνθρωπος, μηχανή, πίξελ, φώτα, δρόμοι, κέρσορες, είναι όλα ένα σύστημα.

Ένα σύστημα μέσα στο οποίο ο ήρωάς του, που είναι πάντα ο ίδιος ήρωας, ο ίδιος σοβαρός, λιγομίλητος, ματσό άντρας που δεν ανήκει ακριβώς εκεί, προσπαθεί να χαθεί. Να δραπετεύσει. Να ξεπεράσει τους κανόνες που τον κρατούν δεμένο και να βγει έξω. (Το ‘έξω’ δεν ξέρουμε πώς μοιάζει βέβαια. Είναι ίσως ένας παράδεισος σαν την Αβάνα του “Miami Vice”.) Ο ήρωάς του εδώ, ο Χάκερ Θωρ, χρησιμοποιεί μέχρι και το προσωνύμιο “ghostman”. Θέλει να εξαφανιστεί, θέλει να γίνει ένα φευγαλέο πνεύμα μες στη μηχανή.

Η εξέλιξη της πλοκής έχει ενδιαφέρον ακριβώς επειδή σταδιακά παύει να έχει ενδιαφέρον. Καθώς προστίθενται πληροφορίες και στοιχεία και πρόσωπα και ανατροπές και αποκαλύψεις, σε μια ιστορία αυτοβούλως σαχλή (θα μπορούσε να είναι το Τζέιμς Μποντ του Μάικλ Μαν, αν ο Μαν θα νοιαζόταν ποτέ να γυρίσει ταινία με έναν ήρωα που είναι τόσο ΟΚ με τη θέση του στον κόσμο), τα πάντα γίνονται ταυτόχρονα και πιο προσωπικά. Είναι λες και η φασαρία συγκεντρώνεται, γίνεται εντονότερη, και ταυτόχρονα ευκολότερο να την αγνοήσεις. (Βοηθάει που οι σκηνές δράσης είναι τόσο ευκρινείς, συγκεκριμένες, καθηλωτικές. Τέχνη που δεν ξεχνιέται.)

Το βάρος πέφτει στον Χάκερ Θωρ και στην άμεσα κοντινή του ομάδα. Η Βάιολα Ντέιβις κλέβει μπόλικες από τις στιγμές της ταινίας, παίζοντας μια ομοσπονδιακή πράκτορα αραιά μεν γραμμένη μα τόσο μεστή. (Η πιο συγκλονιστική στιγμή της ταινίας, της ανήκει. Είναι ένα φευγαλέο βλέμμα. Δεν θες περισσότερα.) H Γουέι Τανγκ του “Lust, Caution” είναι Η Γυναίκα.

Είναι όλοι και όλες τους, σώματα, πνεύματα, που κινούνται ποιητικά, σχεδόν αχρονικά, μέσα σε έναν κόσμο βαρύ, που δε τους χωράει. Ένα στιγμιαίο βλέμμα μπορεί να κρατάει περισσότερο από ώρες, ένα άγγιγμα κλείνει μέσα του μια ζωή πάθους. (Η ταινία, όπως και όλες του Μαν, είναι υπέρμετρα ρομαντική.) Οι έννοιες αυτές είναι σχετικές, όπως και χρόνος. Υπό μία έννοια είναι σαν ο Μαν πάντα να γύριζε ιστορίες που διαδραματίζονται μέσα σε κάποιου είδους δίκτυο, με τροχιές και πλέγματα και διαδρομές που διασταυρώνονται, με αιώνιες νύχτες και με συναισθήματα έξω από συμβάσεις γραμμικής ροής του χρόνου.

Το “Blackhat” είναι, ναι, μια περιπέτεια που διαδραματίζεται σε 3 χώρες και 2 ηπείρους, με δράση στον ψηφιακό και τον πραγματικό κόσμο, με μια αξιαγάπητα σαχλή πλοκή που μεταπηδά με απόλυτη σοβαρότητα από πυρηνικές καταστροφές σε χρηματιστηριακά συμφέροντα κάνοντας χρήση κλισέ τύπου “ο ένας άνθρωπος που μπορεί να μας σώσει είναι στη φυλακή!”. Ναι. Είναι όλα αυτά.

Αλλά όταν τα λόγια και οι πράξεις και οι εκρήξεις σβήνουν στο background, στην καρδιά του το “Blackhat” είναι ένα ακόμα νουάρ απόδρασης του Μάικλ Μαν, σαν όλα αυτά στα οποία έχει αφιερώσει όλη του την καριέρα, την τέχνη, την ψυχή.

Σοκαρίστηκα λίγο που το “Force Majeure” (στις αίθουσες με τίτλο “Ανωτέρα Βία”) δεν βρέθηκε υποψήφιο για Όσκαρ Ξενόγλωσσου- είναι αο τις πιο εντυπωσιακές ταινίες που έχω δει φέτος και, σε αντίθεση με αυτό που περιμένει κανείς στο άκουσμα της περιγραφής “ένα οικογενειακό δράμα για το συσχετισμό δυναμικής αντρών και γυναικών στη μοντέρνα κοινωνία”, είναι αληθιά πάρα πολύ αστείο.

Όλα συμβαίνουν σε ένα σαλέ όπου μια οικογένεια έχει πάει για διακοπές και σκι, όταν ένα πρωί που τίποτα δε φαινόταν σημαντικό, μια υπό έλεγχο χιονοστιβάδα ξεφεύγει ελαφρώς, προκαλώντας προσωρινό πανικό στους θαμώνες. Μέσα σε αυτούς και ο Τόμας, σύζυγος και πατέρας δύο παιδιών, ο οποιός παρατά την οικογένειά του και εξαφανίζεται μέχρι να πεις “μπαμπά!”. Αυτό που ακολουθεί είναι μια σειρά από διαδοχικές εκρήξεις θυμωμένης σιωπής που σκάνε σαν ντόμινο, καθώς ο Τόμας αρνείται στον εαυτό του μια καθαρή εικόνα ενός γεγονότος που τόσο ξεκάθαρα ευνουχίζει τον alpha male αντρισμό του κατά τις κοινωνικές συμβάσεις, και η δε Έμπα (η σύζυγός του) προσπαθεί να διαχειριστεί την ολοένα και πιο εμφανή οργή της για την κατάσταση. Παράληλλα, η κόντρα τους μεταδίδεται και διαχέεται σαν νόσημα που προσβάλλει την ατμόσφαιρα, επηρεάζοντας τους γύρω τους με τρόπους πάντοτε απρόβλεπτους. (Είναι το είδος της ταινίας που κάθε σκηνή που ξεκινά, δε μπορείς να υποψιαστείς με τι τρόπο και πού θα καταλήξει.)

Είναι εκπληκτικό: ο Σουηδός Ρούμπεν Όστλουντ έχει σκηνοθετήσει ένα πλήρως εσωτερικό δράμα για τη μάχη των στερεοτύπων και την αιώνια διαπραγμάτευση ανάμεσα στην υποκειμενικότητα και την αντικειμενικότητα της αλήθειας, και το έχει κάνει μέσα από μια σειρά στεγνών, σχεδόν θριλερικής κατασκευής, απίστευτα αστείων σκηνών. Η ισορροπία που διατηρεί είναι τρομερά εύθραστη. Υπάρχει μια αξέχαστη σκηνή με τον Τόμας να καταρρέει μπροστά στην Έμπα με τρόπο που καθόλη τη διάρκεια βρίσκεσαι σε πόλεμο με τον εαυτό σου για το αν αυτό που παρακολουθείς είναι τραγικό ή ξεκαρδιστικό. (Το ένα φυσικά όχι μόνο δεν αποκλείει, μα και στηρίζει το άλλο.)

Το “Force Majeure” αφήνει το φινάλε πάνω στον θεατή με τρόπο που προκαλεί διαφωνίες και συζητήσεις ακόμα και ανάμεσα σε θεατές που το έχουν δει εδώ και μήνες. Ενδεχομένως και να υποπίπτει σε μια κάποια ευκολία (ίσως και όχι), όμως το ότι αφήνει ανοιχτά σημεία τριβής που δεν ξεκολλάνε από μέσα σου, σημαίνει πως πέτυχε ένα μικρό επίτευγμα. Πρόκειται περί future classic, Όσκαρ ξε-Όσκαρ.

Στις αίθουσες και το “Taken 3”.

 

ADVERTISING
  • ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
  • top stories
  • 24MEDIA NETWORK

ΣΙΝΕΜΑ