<img height="1" width="1" style="display:none" src="//www.facebook.com/tr?id=625554890944361&ev=PageView&noscript=1" />

Τα φώτα της πόλης

Ένας συντάκτης είδε -ξανά- όλη τη φιλμογραφία του Michael Mann στην άδειά του και γράφει για τις πόλεις, για τα φώτα και για τη νύχτα.

30 χρόνια ενεργός στη βιομηχανία του Χόλιγουντ, ο Μάικλ Μαν έχει στο ενεργητικό του 10 ταινίες και 3 σειρές έχοντας γράψει σημαντική ιστορία και στα δύο μέσα. Έχει γυρίσει μοναχικά νουάρ και ιστορικές βιογραφίες, επικές περιπέτειες εποχής και γκανγκστερικά έπη (σύγχρονα και μη). Έχει σκηνοθετήσει Αλ Πατσίνο, Ρόμπερτ ΝτεΝίρο και Ντάστιν Χόφμαν. Ίαν Μακέλεν, Ντάνιελ Ντέι-Λιους και Κρίστιαν Μπέιλ. Τομ Κρουζ, Τζόνι Ντεπ και Γουίλ Σμιθ. Γκονγκ Λι, Μαριόν Κοτιγιάρ και Τιούσντεϊ Γουέλντ. Έχει μεγαλουργήσει σε φιλμ και σε ψηφιακή κάμερα. Και δεν έχει γυρίσει μέτρια ταινία.

30 χρόνια τώρα δεν έχει σταματήσει να μεγαλουργεί και, με αφορμές το τουήτ ενός φίλου όπως και την επίσκεψή του Μαν στο φετινό Comic Con του Σαν Ντιέγκο για την επερχόμενη 11η ταινία του, επιτέλους!, 5 χρόνια μετά το “Public Enemies”, κάθισα και είδα, από την αρχή, ξανά, όλη του τη φιλμογραφία. Συγκέντρωσα σκέψεις και μάζεψα εικόνες.

(Πιθανά spoilers για κάποιες ταινίες.)

***

Και φέτος, όπως και κάθε καλοκαίρι, το ίδιο συναίσθημα καθώς περπατώ κάθε βράδυ στους ίδιους δρόμους τους κέντρου αντί να ξεκουράζομαι σε κάποια παραλία: Αγαπώ την πόλη- τα καλοκαίρια της ακόμα περισσότερο. Αγαπώ το πώς μπορεί να είναι απρόσωπη και γεμάτη βιωματικές άγκυρες την ίδια στιγμή. Να νιώθεις πως ασφυκτιάς ή πως κολυμπάς μέσα της. Το πως χτίζει τις δικές της μυθολογίες, το πώς μπορεί να είναι η αρχή και το τέλος, το πώς ο χρόνος στις νύχτες της μοιάζει να κυλάει αλλιώς.

Ο Μάικλ Μαν μοιάζει να το κατανοεί αυτό σε ένα επίπεδο πέρα από τις λέξεις, τις περιγραφές ή ακόμα και τις πλοκές. Είναι σχεδόν αυτόματο. Ένα από τα πιο συχνά και πολύτιμα κοπλιμέντα σε ταινίες ‘πόλης’ είναι το πώς η πόλη μπορεί να είναι σαν χαρακτήρας. Στις ταινίες του Μαν δεν είναι χαρακτήρας, είναι κάτι ανώτερο, είναι το σύμπαν ολόκληρο.

Φαίνεται από το πώς την καδράρει, ποτέ τουριστικά, ποτέ αποστασιοποιημένα, ποτέ σα να επρόκειτο για σκηνικό. Ταξιδεύει μέσα της θαυμάζοντας κάθε της ουρανοξύστη σα να ήταν πανάρχαιο μνημείο, σα να ήταν θεός. Ακολουθεί τις διασταυρούμενες πορείες τις οποίες ακολουθούν οι -συνήθως καταραμένοι- ήρωές του μέσα στους δρόμους της σα να επρόκειτο για προαιώνιες διαδρομές της μοίρας. Διότι καμία πόλη, κανένα σκηνικό, δεν είναι τίποτα χωρίς τους ήρωές του.

O Βίνσεντ σε έναν διάδρομο που φαινομενικά δεν έχει τέλος ("Collateral")

Βλέπεις, οι ήρωες του Μαν, ματσό silent types με αίσθηση συνέπειες και εμμονής στις επιλογές ζωής τους, μοιάζουν συνήθως σα να μην (προ)έρχονται από πουθενά και να κατευθύνονται στο τίποτα. Είναι πνεύματα, φαντάσματα, στις πόλεις-καθαρτήρια, όπου οι αιώνιες νύχτες είναι που οριοθετούν την ύπαρξή τους. (Περισσότερα πάνω σε αυτή την ιδέα σε αυτή την ανάλυση.)

Πάρε τον πρωταρχικό Μαν-ικό ήρωα, τον Τζέιμς Κάαν του “Thief”. O Φρανκ δεν κάνει αυτό που κάνει από κάποια ανάγκη ή επειδή παγιδεύτηκε στο έγκλημα. Και όταν όλα τελειώνουν, δεν συναντά μια οριστική μοίρα όπως τον θάνατο ή την φυλακή ή, ξέρεις, ένα ‘ζήσαν αυτοί καλά’, παρά χάνεται στη νύχτα. Οι επιχειρήσεις που αναλαμβάνει δεν είναι επάγγελμα, είναι αυτό που ο Φρανκ είναι. Και ήταν, και θα είναι: Η ιστορία του δε μοιάζει να έχει αρχή ή τέλος ή χρονική τοποθέτηση.

"Thief"

Το μοτίβο επανέρχεται ξανά και ξανά, είτε ο Μαν συνεχίζει να κινηματογραφεί urban νουάρ ιστορίες παρανόμων, είτε δοκιμάζει άλλα είδη και σινεμά.

Είναι πάντα έτσι: Ένας άντρας μοναχικό αγρίμι που ζει και ενεργεί σε ένα δικό του μικρό βασίλειο (και αυτό μπορεί να είναι γεωγραφικό ή ηθικό ή συναισθηματικό ή πολιτικό) αντιδρά όταν ο έξω κόσμος του χτυπά την πόρτα.

Ο λευκός γιος των Μοϊκάνων Ναθάνιελ που δε θέλει να έχει σχέση με τον Γαλλοϊνδικό πόλεμο. Ο Τζέφρι Γουάιγκαντ που θέλοντας και μη γίνεται ο απόλυτος insider. Ο εκτελεστής Βίνσεντ και οι ολονύχτιες διαδρομές θανάτου. Ο Τζον Ντίλιντζερ και οι συνεχείς του αποδράσεις. Ο Γουίλ Γκράχαμ που επιστρέφει για μια σκληρή υπόθεση στην οποία δε μπορεί να πει όχι. Ο εγκληματίας Νιλ και ο αστυνομικός Βίνσεντ, οι δύο όψεις του ίδιου προσώπου. Ο Μαν κοιτάει πάντα τους ηρωές του με συγκεκριμένους, ποτέ τυχαίους τρόπους. Πολύ συχνά θα τους τοποθετήσει με εμφατικό τρόπο στο περιθώριο των κάδρων του ή θα τοποθετήσει την κάμερα ακριβώς πίσω τους. Είναι σα να θέλουν να κρυφτούν κι εκείνος να μη τους αφήνει.

"Collateral"

"The Insider"

"Ali"

"Manhunter"

"Heat"

Και στο μεταξύ, ο χρόνος κυλάει, αλλά όχι και ακριβώς. Μια σεκάνς γεμάτη φρενήρη ενέργεια και κίνηση που λες και δε νοιάζεται για τα όρια του κάδρου, μπορεί να δώσει τη θέση της σε ένα στατικό πλάνο όχι ακινησίας αλλά που μοιάζει να τεντώνει τον χρόνο. Σαν δευτερόλεπτα που γίνονται αιωνιότητες. Ή σε ένα slow-motion που έρχεται να διαστείλει μια καθοριστική στιγμή. Αυτό είναι το κλειδί: Για τον Μαν ο χρόνος δεν κυλάει ποτέ. Οι στιγμές δεν διαδέχονται η μία την άλλη, παρά συνυπάρχουν σε ένα ψηφιδωτό αισθήσεων, πόθου, αναμνήσεων, ενοχών, εμμονών. Σαν συγχυσμένες αναμνήσεις που δε μπορείς να βάλεις στη σειρά ή που δεν σε νοιάζει καν πότε και για πόσο συνέβησαν. Απλώς υπάρχουν μέσα σου.

Οι πόλεις του, βλέπεις, είναι η ενδιάμεση (στιγμιαία; αιώνια;) στάση κόλασης και παραδείσου, οπότε ποια είναι εκεί η έννοια του χρόνου; Τα πάντα είναι αχρονικά. Η σύγκρουση ενός μπάτσου κι ενός εγκληματία στο “Heat” παίρνει τις επικές διαστάσεις που αρμόζουν όχι στο κυνήγι ενός κλέφτη τραπεζών, αλλά σε έναν πόλεμο αιώνων. Έχεις στρατεύματα, έχεις απώλειες, έχεις στρατηγικά ρουά ματ, αλλά ακόμα περισσότερο, έχεις δύο αντιμαχόμενες πλευρές για τις οποίες το δίκαιο δεν μπαίνει καν στη συζήτηση. Πρόσεξε την σκηνή των Πατσίνο με τον ΝτεΝίρο στο καφέ: Ουδείς μιλάει για ηθική, για νόμους, για έγκλημα. Είναι δύο άντρες που σχεδόν μιλάνε στον καθρέφτη, μιλούν την ίδια γλώσσα, απλώς βρίσκονται σε αντίθετες πλευρές. Είναι πόλεμος, άγγελοι εναντίον διαβόλων αν θες, αλλά πόλεμος όπως και νά’χει, και λαμβάνει χώρα στη Γη.

Οι πρωταγωνιστές του είναι ψυχές, πνεύματα, φαντάσματα. Διάβολε, δες με τι χρώματα ντύνει τον Ράσελ Κρόου στο “Insider”, τον κατεξοχήν ήρωά του που ακροβατεί ξεκάθαρα ανάμεσα στην κόλαση και τον παράδεισο. Ηλεκτρικά μπλε του θανάτου μπροστά σε μαύρες θεοσκότεινες ταπετσαρίες ή μπροστά από γκραβούρες επίγειων παραδείσων. Ο Τζέφρι Γουάιγκαντ περιμένει τη λύτρωση.

Ο Ράσελ Κρόου ως Τζέφρι Γουάιγκαντ, ίσως η κορυφαία ερμηνεία της φιλμογραφίας του Μαν ("Insider")

Πώς μπορεί να μοιάζει η λύτρωση; Οι ταινίες του Μαν διαδραματίζονται τόσο αποφασιστικά εντός των ορίων του σύμπαντός του, που είναι λες και ο έξω κόσμος δεν υπάρχει. Ακόμα κι όταν σκηνοθετεί κάτι σα τον “Τελευταίο των Μοϊκανών”, το κάνει με τους ίδιους όρους, κάτι που κάνει εκείνη την ταινία ακόμα πιο θαυμαστή και ξεχωριστή μες στο σύνολο της δουλειάς του.

Μπορεί η δράση να μεταφέρεται στα δάση, όμως κι εκεί οι δομές είναι αυστηρές, όλοι υπακούν στους κανόνες των συμμοριών τους, τα νυχτερινά κλαμπ που χρησιμοποιούν σαν άντρο οι νυχτερινές villain φιγούρες δίνουν τη θέση τους σε φρούρια υπό πολιορκία (η νύχτα του Ντάνιελ Ντέι-Λιούς και της Μάντλιν Στόου στο φρούριο είναι ίδια με τη νύχτα του Κόλιν Φάρελ και της Γκονγκ Λι στο κλαμπ του Χοσέ Γέρο), οι διαδρομές είναι εξίσου συγκεκριμένες και εξίσου ευάλωτες σε επιθέσεις και διεμβολισμούς.

H επίθεση στα Αγγλικά στρατεύματα ("Last of the Mohicans")

Το ζευγάρι, Μάντλιν Στόου και Ντάνιελ Ντέι-Λιούς ("Last of the Mohicans")

Η πολιορκία ("Last of the Mohicans")

Το ζευγάρι, Γκονγκ Λι και Κόλιν Φάρελ ("Miami Vice")

H παρακολούθησή τους ("Miami Vice")

Αντ’αυτού, ας πάμε στην Αβάνα του “Miami Vice”. Ο Κρόκετ και η Ιζαμπέλα δραπετεύουν για λιγοστές στιγμές ευτυχίας από το σκοτεινό Μαϊάμι στον παράδεισο της Havana. Εκεί ο ουρανός είναι καταγάλανος, η καρτ-ποστάλ τους χρωματικά απαλή, ήρεμη, σαν όνειρο.

Κρατά μόνο για λίγο- πίσω στο Μαϊάμι, είναι ξανά (πάντα) νύχτα, ο ουρανός αλλάζει αποχρώσεις ανάμεσα στο κόκκινο, το μαύρο και το βαθύ μωβ, συνεχώς μπουμπουνίζει (αλλά στο Μαϊάμι-καθαρτήριο δεν βρέχει ποτέ) και οι δυο τους συνεχίζουν τις πορείες τους.

Κρόκετ και Ιζαμπέλα στη γαλήνη της Αβάνα ("Miami Vice")

O ουρανός στην Αβάνα ("Miami Vice")

O ουρανός στο Μαϊάμι ("Miami Vice")

Το “Miami Vice”, υποτιμημένο και πολύ παρεξηγημένο, είναι στην πραγματικότητα το απόλυτο κλειδί της φιλμογραφίας του Μάικλ Μαν. Όπως σημειώνει ο Ιγκνάτι Βισνεβέτσκυ, η ταινία ξεκινά χωρίς να αρχίζει (είμαστε στη μέση μιας ακόμα επιχείρησης) και σταματά χωρίς να τελειώσει (ο Κρόκετ πάει να βρει τον Ταμπς).

Στο ενδιάμεσο, οι δύο κεντρικοί ήρωες υποδύονται πως είναι άλλοι από τους πραγματικούς εαυτούς τους (αλλά η ταινία δε σταματά ποτέ να μας πει ποιοι στ’αλήθεια είναι αυτοί), μέσα σε μια πόλη όπου οι πάντες διασταυρώνονται μεταξύ τους μέσα σε μια ποιητική κακοφωνία (διόλου τυχαία αυτή η συνάντηση αμέτρητων διαφορετικών μεταξύ τους σπασμένων προφορών, συχνά ακαθόριστων: άνθρωποι προερχόμενοι από παντού χωρίς να κατευθύνονται πουθενά).

Το κογιότ διασχίσει τη λεωφόρο και κοιτάζει τον Βίνσεντ του Τομ Κρουζ ("Collateral")

Το μόνο που υπάρχει είναι η πόλη, η νύχτα της, ο ουρανός της και οι ήρωές της. Τα αγρίμια της, σαν το κογιότ που κοιτάζει τον εκτελεστή Βίνσεντ στο “Collateral” στη μέση της σκοτεινής λεωφόρου. Δεν υπάρχει αρχή και τέλος, παρά μόνο η διαρκής αγωνία (μας) να βρούμε ειρήνη.

***

Οι εικόνες

Μια γκαλερί από εικόνες της φιλμογραφίας του Μάικλ Μαν.

Ανά ταινία: Thief | Manhunter | The Last of the Mohicans | Heat | The Insider | Ali | Collateral | Miami Vice

***

Οι ταινίες του Μάικλ Μαν ανά περίοδο

Ι. Pulp Fiction (1981-1989)

Τα έργα: “Thief” (1981), “The Keep” (1983), “Manhunter” (1986)

Τηλεόραση: ‘Miami Vice’ (1984-1986), ‘Crime Story’ (1986-1988), ‘L.A. Takedown’ (1989)

Φτηνές pulp ιστορίες μέσα από στιλιζαρισμένη αφήγηση πολύ συγκεκριμένης αισθητικής. Το “Thief” είναι βασικά το “Drive” 3 δεκαετίες νωρίτερα ενώ το “Manhunter” είναι κάθε σύγχρονη αστυνομική σειρά με εμμονικούς loner αστυνομικούς στο κατόπι βίαιων εγκληματιών. Είναι εκπληκτικό το πόσα στοιχεία αυτών των ταινιών επιβιώνουν σήμερα στις ταινίες και σειρές του είδους.

(Ακόμα κι ο ίδιος ξεκλέβει τον εαυτό του: Το “L.A. Takedown” δεν είναι παρά η τηλεταινία της οποίας το “Heat” υπήρξε αργότερα ριμέικ.)

Βέβαια το πιο σημαντικό έργο του Μαν εδώ δεν ήρθε στο σινεμά αλλά στην τηλεόραση, με το “Miami Vice” που σχεδόν απεικονίζει τα ‘80s μέσα από την τεταμένη ματιά του Μαν. Σύμφωνα με τον διευθυντή παραγωγής της σειράς, ο Μαν (που τυπικά δεν σκηνοθέτησε ούτε ένα επεισόδιο) είχε τρομερά συγκεκριμένη άποψη για το τι χρώματα θα έγραφαν στην οθόνη και είχε απαγορέψει στους πάντες να χρησιμοποιούν ζεστούς χρωματικούς τόνους. Το βλέπεις παντού στο έργο του: Τα παστέλ και τα νέον (σε συνδυασμό ειδικά στα ‘80s με μουσικές τύπου Tangerine Dream) κάνουν τα έργα του να μοιάζουν με στιλιζαρισμένους ποπ εφιάλτες, παρά με οτιδήποτε έχει να κάνει με αυστηρό ρεαλισμό.

Είναι περίεργο που το, σχετικά άγνωστο, “The Keep” είναι το μοναδικό αληθινό sci-fi που έχει γυρίσει στην καριέρα του (για ένα πνεύμα που θέλει να αποδράσει από το απομονωμένο λημέρι του στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου). Γιατί στην πραγματικότητα όλες οι ταινίες του Μάικλ Μαν είναι σαν μεταφυσικά δράματα, απλώς αντί για CGI φαντάσματα έχεις μαφιόζους και εκτελεστές.

II. Big Mann (1992-2001)

Τα έργα: “The Last of the Mohicans” (1992), “Heat” (1995), “The Insider” (1999), “Ali” (2001)

Εδώ είμαστε στην μπλοκμπάστερ περίοδο του σκηνοθέτη, όπου απομακρύνεται από τις χαμηλών βλέψεων, (εμφανώς) εσωτερικές ιστορίες για να σκηνοθετήσει επικές λογοτεχνικές διασκευές, Οσκαρικά δράματα, βιογραφικά φιλμ, α και ένα μικρό φιλμάκι που έτυχε να είναι η πρώτη φορά που Πατσίνο και ΝτεΝίρο συναντήθηκαν στην ίδια σκηνή on film.

Τίποτα δηλαδή. Ταπεινά πράγματα.

Το θέμα είναι πως ο Μαν όλο αυτό το διαχειρίστηκε όχι μόνο δίχως να προδώσει στο ελάχιστο τις καλλιτεχνικές εμμονές του, αλλά καταφέρνοντας να μεταγγίσει την ιδιοσυγκρασία του ακόμα και σε αυτές τις απαιτητικές, μαζικές παραγωγές.

Ο “Τελευταίος των Μοϊκανών” είναι η κατεξοχήν “ωχ ναι, κι αυτό δικό του είναι!!” ταινία της φιλμογραφίας του επειδή απλά είναι τόσο έξω από την συνήθη περιοχή δράσης του, όμως είναι βασικά τέλεια ταινία. Και η πρώτη του στην οποία το ερωτικό στοιχείο είναι αρκετά εμφατικό ώστε να γίνει απόλυτα κατανοητό το πόσο κεντρικό ρόλο παίζει στις επιθυμίες όλων των ηρώων του. Ο Ναθάνιελ δεν έχει σκοπό μέχρι που έχει την Κόρα-- οι Ντέι-Λιούς και Στόου είναι το ομορφότερο ζευγάρι των κινηματογραφικών ‘90s και αυτό δεν το λέω με καθόλου επιφανειακή διάθεση.

Το “Heat” είναι βασικά προπομπός του σημερινού HBO mini-series, πρακτικά, όπως εξηγεί εδώ ο Μάικ Ντι Άντζελο (αν και διαφωνώ ολοκληρωτικά στην τοποθέτηση περί λάθους χρονικής διάρκειας, η ταινία είναι όσο μεγάλη -ή μικρή- έπρεπε να είναι και λέει για όλους τους χαρακτήρες όλα όσα χρειάζεται να πει). Θέτει αντιμέτωπους δύο κατεξοχήν Μαν-ικούς ήρωες (με πρωταγωνιστές δύο ογκόλιθους που αφήνουν στην άκρη της επί δεκαετίες μανιέρες τους, ανασύροντας από μέσα τους κάτι νέο) και στην πορεία μπλέκει περίτεχνα, και επίπονα, γύρω τους δύο γαϊτανάκια από τραγωδίες. Υπάρχουν πλοκές που αρχίζουν και τελειώνουν μέσα σε 2 σκηνές και μένουν μέσα σου για πάντα, από τον ψήστη του Ντένις Χέισμπερτ (μέλλοντα πρόεδρο Πάλμερ στο “24”) μέχρι το νόημα που κάνει η Άσλεϊ Τζαντ από το μπαλκόνι στον Βαλ Κίλμερ.

Και τα “Insider” και “Ali” βλέπουν τον Μαν να προκαλεί ακόμα περισσότερο τον εαυτό του, εφαρμόζοντας τις ευαισθησίες του σε αληθινές ιστορίες. Το “Insider” είναι πιο σφιχτό, πιο μεστό, πιο 100% Μαν (ειδικά το κομμάτι της ταινίας που εστιάζει στον Τζέφρι), όμως όταν έχεις το “Ali” για χειρότερή ταινία της καριέρας σου, τότε κάτι έχεις κάνει πολύ σωστά.

III. Digitalism (2004-????)

Τα έργα: “Collateral” (2004), “Miami Vice” (2006), “Public Enemies” (2009)

Τηλεόραση: ‘Luck’ (2011)

Είχε ήδη αρχίσει να χρησιμοποιεί ψηφιακή κάμερα από κάποιες στιγμές του “Ali”, όμως είναι εδώ που ο Μαν επιστρέφει εμφατικά στο είδος ιστοριών που έλεγε στα ‘80s, από τους λιγομίλητους εγκληματίες του “Thief” ως τα παστέλ του “Miami Vice”, αλλά με νέα ματιά. Η ψηφιακή κάμερα χαρίζει στις εικόνες του ακόμα πιο ρευστή αίσθηση, κάνοντας τα πάντα πιο απότομα, πιο απόκοσμα, πιο αιχμηρά.

(Θα πρέπει να περάσουν πολλά χρόνια ακόμα για να είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε πλήρως το πόσο πολύ αυτές οι δουλειές του επηρέασαν τους σκηνοθέτες που άλλαξαν format. Το πολιτισμικό σοκ που βιώνουμε παρακολουθώντας μια ταινία εποχής σαν το “Public Enemies” γυρισμένο σε κάτι άλλο εκτός φιλμ, κάνει αυτή την ταινία βέβαιο μελλοντικό σημείο αναφοράς.)

Τα “Collateral” - “Miami Vice” αποτελούν ένα δίπτυχο που εκφράζει τα πάντα για τον καλλιτέχνη Μάικλ Μαν. Στο πρώτο ο οριακά ανέκφραστος, πρακτικά άχρωμος Βίνσεντ του φοβερού Τομ Κρουζ, είναι σαν ένας Χάρος σε επαναλαμβανόμενες, καταραμένες διαδρομές. Το βαγόνι του τραμ είναι η βάρκα που μεταφέρει αυτή την ψυχή στην λύτρωσή της. Στο δεύτερο ο Κρόκετ και η Ιζαμπέλα γεμίζουν την οθόνη με πάθος κάτω από μια παλέτα ηλεκτρικών χρωμάτων που διαλύει σύνορα και εποχές.

Όσο για το μέλλον: Το “Blackhat” θα σημάνει την επιστροφή του Μαν στο σινεμά ύστερα από ένα διάλειμμα ετών και προσωρινή επιστροφή στην τηλεόραση με το μεγαλειώδες “Luck”. H ταινία, με πρωταγωνιστές τους Κρις Χέμσγουορθ και Βάιολα Ντέιβις, για μια κοινή επιχείρηση Αμερικής και Κίνας εναντίον ενός απειλητικού χάκερ, θα βγει στην Αμερική στις 16 Ιανουαρίου. Ακούγεται αρκετά αταίραστο με τη φιλμογραφία του Μαν.

Τέλεια.

***

Άλλοι αγαπημένοι μας σκηνοθέτες:

ADVERTISING
  • ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
  • top stories
  • 24MEDIA NETWORK

ΣΙΝΕΜΑ