<img height="1" width="1" style="display:none" src="//www.facebook.com/tr?id=625554890944361&ev=PageView&noscript=1" />

‘Avengers: Age of Ultron’: Δεν μπορείς να σταματήσεις την εξέλιξη

Το υπερ-σίκουελ της Marvel θέτει τους μεγαλύτερους ήρωες της Γης ενάντια στον εαυτό τους. Επίσης: Δράση! Γέλιο! Δράση! Γέλιο! Δράση! Γέλιο!

Ας πιάσουμε λίγο την πρώτη σκηνή, το pre-credits sequence που, με ολίγη από τζεϊμςμποντική επιρροή μας πετάει εν μέσω μιας αποστολής ήδη σε εξέλιξη, για την ακρίβεια κοντά στο τέλος της. Η ιδέα εδώ είναι πως όσο καιρό δεν τους βλέπαμε (έστω κι αν τους βλέπουμε διαρκώς, τον καθένα στην ταινία του) οι Avengers είναι πάντα εκεί όποτε χρειάζεται, εκτελώντας αποστολές τις οποίες δε χρειάζεται να δούμε. Είναι η καθημερινότητα του μεγαλύτερου γκρουπ ηρώων του σύμπαντος, κι εμείς απλά προσγειωνόμαστε τη στιγμή που μια από τις αποστολές τους φτάνει στο τέλος.

Η πρώτη φορά που τους βλέπουμε εν δράσει σε αυτό το σίκουελ είναι μέσα από ένα συνεχές πλάνο που μεταπηδά από τον ένα ήρωα στον άλλον προτού καταλήξει σε μια ομαδική υπερηρωική πόζα που μοιάζει σα να ξεπήδησε από κάποιο διπλό page spread από τη Marvel των ‘90ς. Το συνεχές πλάνο παραπέμπει στην αντίστοιχη εμβληματική σεκάνς από τη μάχη της Νέας Υόρκης του πρώτου φιλμ. Ο στόχος της αποστολής είναι να βρεθεί το σκήπτρο του Λόκι, κάτι που επίσης παραπέμπει στην πρώτη ταινία.

Είναι σαν ο Γουήντον, σεναριογράφος και σκηνοθέτης εκ του μηδενός ετούτη τη φορά, να θέλει από το πρώτο πεντάλεπτο της ταινίας να βάλει το προ τριετίας φιλμ πίσω του. Τα κάναμε όλα αυτά, σα να λέει. Αυτή τη φορά θα δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό.

Το “Age of Ultron”, με έναν σχιζοφρενικό τρόπο, είναι ταυτόχρονα η πιο Marvel από τις ταινίες της Marvel, όσο και μια απίστευτα πιο προσωπική ταινία για τον δημιουργό της.

 

***

Η ταινία σχεδόν δεν έχει πλοκή. Ετούτη τη φορά οι ήρωες δεν κυνηγούν ένα μαγικό μπιχλιμπίδι όπως συμβαίνει σχεδόν σε όλες τις ταινίες της Marvel. Αυτή τη φορά τα πράγματα είναι, υπό μία έννοια, πολύ πιο εσωτερικά: Οι Avengers δημιουργούν άθελά τους μια απειλή που βάζει σε κίνδυνο την ίδια την επιβίωση της ανθρωπότητας και περνούν την υπόλοιπη ταινία προσπαθώντας να την αποσοβήσουν, έχοντας στην πορεία να αντιπαλέψουν και τους ίδιους τους εαυτούς τους.

Ο Τόνι Σταρκ, στην συνεχιζόμενη προσπάθειά του να προασφαλίσει την ανθρωπότητα από απειλές που ακόμα δεν έχει να αντιμετωπίσει, δημιουργεί μια τεχνητή νοημοσύνη, ένα πρόγραμμα απόλυτης ασφάλειας, τον Ultron, που όμως αντιλαμβάνεται διαφορετικά την έννοια της ασφάλειας. “Κάθε φορά που ο κάποιος προσπάθησε να κερδίσει έναν πόλεμο πριν αυτός γίνει, αθώοι έχασαν τις ζωές τους,” λέει ο έξαλλος Captain America στον Τόνι, με αφορμή τον Ultron ο οποίος, για να σώσει τη Γη, θέλει να εξαλείψει τους Avengers και την ανθρωπότητα. Θέλει να πιέσει τον πλανήτη προς το επόμενο εξελικτικό του βήμα. “Ο Ultron δεν καταλαβαίνει τη διαφορά ανάμεσα στο να καταστρέψει τη Γη και να τη σώσει,” λέει ένας χαρακτήρας στη διάρκεια του φιλμ. “Από πού λες να το έχει πάρει αυτό;”

Ο Ultron είναι, όπως εμφανέστατα μας τονίζει με τις συνεχείς του αναφορές, μια μαριονέτα που γίνεται αληθινό παιδί, και τρέφει τεράστια θέματα μίσους απέναντι στον δημιουργό του και ‘πατέρα’ του, τον Σταρκ, με τον ίδιο τρόπο που κάθε γενιά έρχεται να αντικαταστήσει την προηγούμενη είτε το θέλουμε είτε όχι. Η εξέλιξη είναι πάντοτε βίαια και πάντοτε αναπόφευκτη.

 

Ο Γουήντον βρίσκει έμπνευση και ρυθμό στις διαπροσωπικές κόντρες των χαρακτήρων που ένωσε ως ομάδα στο πρώτο φιλμ, και τώρα απολαμβάνει καθώς τους βλέπει σε συνεχή τριβή, αντιμέτωπους με το παρελθόν και με την ίδια τους την εξέλιξη. Όταν συναντούν την Scarlet Witch (νέα εισαγωγή στο σύμπαν της Marvel, με την Ελίζαμπεθ Όλσεν φανταστική στο ρόλο), εκείνη μπαίνει στο μυαλό τους, και τους κάνει να χαθούν στις πληγές και στους φόβους τους. Ο Captain America αντιμετωπίζει το γεγονός πως είναι ένας άνθρωπος που τρέφεται από τον πόλεμο, πως ο πόλεμος είναι η ίδια του η ύπαρξη. Η Black Widow είναι ένα απάνθρωπο πείραμα, μια μηχανή με σάρκα. Ο Μπάνερ τρέμει τη στιγμή που η οργή και η δύναμή του θα γίνουν όπλο αληθινά ασταμάτητο, ξερό ένστικτο. Ο Σταρκ φοβάται πως θα καταστρέψει αυτό που έχτισε, επειδή “πάντα δημιουργούμε αυτό που φοβόμαστε περισσότερο”.

Οι φόβοι εναλάσσονται στο φιλμ διαρκώς με στιγμές ηρωισμού, συναδελφικότητας και ακόμα και ρομάντσου (ένας δεσμός που δειλά και επίφοβα ανατπύσσεται με λεπτότητα και χάρη καθ’όλη τη διάρκεια της ταινίας είναι από τις ομορφότερες διαπροσωπικές πινελιές σε ολόκληρο το σύμπαν ταινιών της Marvel), όλα δοσμένα με έναν τρομερά screwball κωμικό ρυθμό από τον Γουήντον, ο οποίος σε αυτό το σημείο έχει τελειοποιήσει την ισορροπία ανάλαφρου κωμικού timing και βομβαρδισμού από εντυπωσιακά πακέτα δράσης. (Για να είμαι ειλικρινής θα ήμουν ΟΚ με 1-2 σκηνές δράσης λιγότερες.) Μια σκηνή σαν αυτή όπου όλοι οι ήρωες προσπαθούν να σηκώσουν το σφυρί του Θωρ είναι κατευθείαν ανθολογίας: Βάζει ένα ακόμα τουβλάκι στην ανάπτυξη του κάθε χαρακτήρα, τη στιγμή που παραδίδει ασταμάτητο γέλιο και χαλαρή διάθεση για όση ώρα κρατά. Φυσικά το αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο ακολουθεί ξύλο και καταστροφή. Ενώ καθόλη τη διάρκεια, η διάθεση είναι προς μία ταινία αρκετά πιο νηφάλια και σκοτεινή από όσες έχουν προηγηθεί, μα ποτέ αποπνικτική, και ποτέ μη-διασκεδαστική. Παραμένει, πάντα, πολύχρωμη.

 

Η άσκηση ισορροπίας δεν περιορίζεται μόνο στον τόνο και τον ρυθμό του φιλμ. Ο Γουήντον έχει να διαχειριστεί εδώ σχεδόν μια ντουζίνα βασικών χαρακτήρων και, με λιγοστές εξαιρέσεις (ό,τι είναι αυτό που συμβαίνει με τον Θωρ είναι ξεκάθαρα ξεκομμένο και άστοχο), δίνει σε όλους ιστορία, ανάπτυξη, και -το κυριότερο, βάσει του θεματικού μοτίβου της ταινίας- εξέλιξη. Ο Hawkeye, δηλαδή ο Avenger που περίσσευε στην πρώτη ταινία, εδώ έχει το καλύτερο στόρι και τις καλύτερες ατάκες. Ο Hulk του Ράφαλο κι η Widow της Γιόχανσον (οι δύο αγαπημένοι μου ηθοποιοί στο Χόλιγουντ αυτή τη στιγμή) έχουν εκπληκτικές δραματικές σκηνές. Ο Captain America κι ο Iron Man εξελίσσονται, ολοκληρώνονται και μας βοηθούν να δούμε την ιστορία σφαιρικά, ακόμα κι από την πλευρά εκείνων που επιτίθενται.

Ακόμα κι οι νέες εισαγωγές βρίσκουν χρόνο να αναπνεύσουν. Ο Quicksilver του Άαρον-Τέιλορ Τζόνσον παρουσιάζεται ως Βαλκάνιος bro με φορμίτσα και υφάκι- είναι απολαυστικός. Η Scarlet Witch είναι τρομακτική, με την καλή έννοια. Ο Vision του Πολ Μπετάνι εμφανίζεται πάρα πολύ αργά στην ταινία μα προλαβαίνει να εντυπωσιάσει, να έχει 2-3 αξέχαστες σκηνές, μερικές ξεκαρδιστικές ατάκες και, το κυριότερο, να δει όλη τη θεματική αναζήτηση του φιλμ να περνά από αυτόν.

 

Δεν είναι όλα πετυχημένα- η ταινία δεν είναι σε καμία περίπτωση τέλεια. Ως εντελώς μεσαίο κεφάλαιο στη Marvel saga, δανείζεται από παντού και στέλνει προς παντού. Υπάρχουν διαρκείς αναφορές σε άλλες ταινίες, εκ των οποίων πολλές δεν έχουν καν ξεκινήσει να γυρίζονται. Αυτό άλλοτε είναι διασκεδαστικό (όταν μαζεύονται χαρακτήρες από άλλες ταινίες νιώθεις πράγματι σα να διαβάζεις το 40ό τεύχος μια απολαυστικής υπερηρωικής σειράς κόμικς) μα άλλοτε κουραστικό (πες μας λίγο ακόμα για τα πετράδια, Θωρ). Επιπλέον, είναι εμφανές πως πολύ μεγάλο κομμάτι της ανάπτυξης των χαρακτήρων κόπηκε άτσαλα στο δωμάτιο του μοντάζ. Σε σημεία η ταινία γίνεται πιο περιληπτική από ό,τι θα έπρεπε.

Όμως… το “Age of Ultron” προσπαθεί. Μπορεί να μην είναι όσο σφιχτό και πρωτόγνωρα ενθουσιώδες όσο ήταν ως συνολική εμπειρία το πρώτο φιλμ, όμως είναι η πρώτη φορά που μια ταινία της Marvel προσπαθεί να σημαίνει κάτι, να είναι πραγματική τέχνη εκτός από διασκέδαση. Ανάμεσα σε στιγμές διασκέδασης και χορταστικής δράσης, διαπραγματεύεται ιδέες περί εξέλιξης, χάους και τάξης, περί ελέγχου (όλη η ρήξη Iron Man / Captain America, ενώ υπάρχουν και πινελιές παρεμβατικότητας των ΗΠΑ), περί διαιώνισης και κληρονομιάς (“κάτι δεν είναι όμορφο επειδή διαρκεί για πάντα”) και εν τέλει, στην καρδιά της, περί ανθρωπιάς και του πώς ο φόβος μας κάνει ανθρώπους.

Έχεις ένα μάτσο θεούς και τέρατα (δεν πρέπει να υπάρχει χαρακτήρας που να μη διαπιστώνει στη διάρκεια της ταινίας πως είναι τέρας) που ανακαλύπτουν εξαρχής τι είναι αυτό που τους κάνει βαθύτατα ανθρώπινους, προκειμένου να μπορέσουν να επανενωθούν ως ομάδα και να αντιμετωπίσουν ό,τι δημιούργησαν. Είναι, φυσικά, οι ίδιες τους οι αδυναμίες που τους ωθούν και τους δένουν τόσο πολύ: “Υπάρχει μια χάρη στις αποτυχίες τους”, όπως λέει κι ο κρυφός MVP της ταινίας.

Γι’αυτό και είναι μόνο ταιριαστό που ύστερα από δύο ταινίες γεμάτες με μάχες απέναντι σε στρατούς εξωγήινους και μη, ανθρώπινους και μη, άτρωτους και μη, στην τελική πράξη αντίστασης των Avengers η κάμερα δεν ενδιαφέρεται για τη μεγάλη εικόνα, παρά εστιάζει στα πρόσωπά τους. Είναι μια από τις αγαπημένες μου στιγμές, σε μια ταινία που (όπως κι η πρώτη) εντυπωσιάζει με πολλούς τρόπους, μα πετυχαίνει επειδή τα πάντα σε αυτήν πηγάζουν μέσα από τους ήρωές της.

Δεν είναι τέλειοι, μα υπάρχει χάρη στις αποτυχίες τους.

 

Διάβασε επίσης:

Όλο το καστ των "Avengers" από κοντά

ADVERTISING
  • ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
  • top stories
  • 24MEDIA NETWORK

ΣΙΝΕΜΑ