<img height="1" width="1" style="display:none" src="//www.facebook.com/tr?id=625554890944361&ev=PageView&noscript=1" />

Οι Blur ήταν πολύ καλοί για να είναι πιο γνωστοί (από τους Oasis)

Με αφορμή το “The Magic Whip”, μια αποτίμηση με τα καλύτερα τραγούδια τους πέρα από τα μεγάλα χιτ.

Ο Damon Albarn θα μετανιώνει πάντα τη στιγμή που προκάλεσε τους Oasis να κυκλοφορήσουν τα single τους την ίδια μέρα και να δουν ποιο θα φτάσει πρώτο στην κορυφή των τσαρτ. Κέρδισαν τη μάχη, έχασαν τον πόλεμο και στην πορεία την αναγνώριση που δικαιούνται για τη μουσική τους.

Ο χαμένος της μάχης, ο Noel Gallagher, εκ των υστέρων έχει βγάλει το καπέλο του στον Albarn αφού αυτή η κόντρα πυροδότησε ένα κύμα δημοσιότητας που εκμεταλλεύτηκαν κυρίως οι Oasis. Ίσως τα πράγματα να ήταν εντελώς διαφορετικά χωρίς τη μάχη του Britpop, αλλά τα αν δεν κάνουν ιστορία. Από τότε η λέξη Oasis υπάρχει πάντα στα κείμενα των Blur.

Και αυτή η σύγκριση αυτή θα τους αδικεί κατάφορα. Πέρα από το “Song 2”, οι Blur ήταν ένα συγκρότημα που έγραψε πολύ. Live ίσως να ήταν κάπως αλλά έγραψε πολύ. Από την αρχή, από το “Leisure”, έδειξαν ότι ήταν μια ιδιαίτερα ανήσυχη μπάντα ξεκινώντας με ένα μείγμα από shoegaze και baggy (She’s so high, Bang και γενικά ο δίσκος).

Στο “Modern Life Is Rubbish” κάνουν έκανε μια στροφή στις καθαρά βρετανικές αξίες, τον David Bowie, το Syd Barret και τους Kinks. Με τα σημερινά δεδομένα και υπό το φως της κόντρας με τους Oasis, ο δίσκος θεωρήθηκε περισσότερο έλλειψη χαρακτήρα παρά μια υγιής επιλογή από μια μπάντα που δεν θέλει να κάνει συνέχεια τα ίδια και τα ίδια.

Την ίδια στιγμή, κατά δική τους ομολογία, οι Oasis απλά κούμπωναν τους ενισχυτές στις κιθάρες και πέταγαν το ένα βαρύγδουπο τσιτάτο μετά το άλλο. Να δώσω ένα παράδειγμα circa 1993. To τρίτο τρακ στο “Modern Life Is Rubbish” είναι to “Colin Zeal” και το τέταρτο τo “Pressure On Julian”. To τρίτο track στο “Definitely Maybe” είναι το  “Live Forever” και το τέταρτο το “Up In The Sky”.







 

Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω, έτσι;

Οι δίσκοι των Blur μπορεί να μην είχαν τα χιτάκια, αλλά είχαν τα τραγούδια διαμάντια. Είχαν ευφυΐα, είχαν εναλλαγές, είχαν μουσικές αναφορές, είχαν αγάπη και μίσος και χιούμορ και ειρωνεία. Είχαν τα πομπώδη πνευστά και τα ψυχεδελικά πλήκτρα στο “Sunday Sunday” είχαν και αυτή την πανκ υπογραφή στο “Advert” (όπως και στο “Song 2”).

O Damon Albarn γεννούσε τραγούδια και μουσικές ιδέες σε απίστευτη ταχύτητα και οι περισσότερες ιδέες ήταν επιτυχημένες.

Όταν ξεκινάνε οι ηχογραφήσεις για το “Parklife”, οι Blur έχουν λύσει πολλά βασικά προβλήματα (από τη στιγμή που κανείς τους δεν έχει παίξει σε άλλη μπάντα). Έχουν μεγαλώσει, έχουν βρει την ταυτότητα τους, τεχνικά είναι πολύ καλύτεροι και είναι ακριβώς η στιγμή που ξέρουν πότε μια ιδέα είναι πολύ meta ή θα την πιάσει ο κόσμος.

Πριν μπουν στο στούντιο είναι στη φάση που δεν έχουν να αποδείξουν τίποτα και κυρίως έχουν βρει την αυτοπεποίθηση που δεν είχαν στα προηγούμενα άλμπουμ.  

Το άλμπουμ ανοίγει με μια synth εκδοχή του πανκ εαυτού τους, στο “Girls and Boys”, το “End of A Century” είναι απλά μια μεγαλειώδης στιγμή. Το Parklife είναι γενικά μια στιγμή μεγαλείου.

Μπορείς να δεις δύο τουλάχιστον ξεκάθαρες ιδέες που αργότερα έγιναν genre από άλλες μπάντες, το post punk στην ποπ διάσταση του και αυτό το observational storytelling που αργότερα είδαμε στους πρώιμους Arctic Monkeys.



 

Μπλέκουν το πανκ με τις baggy κιθάρες στο "Bank Holiday", το “To The End” είναι το ερωτικό τραγούδι που ποτέ δεν θα έγραφε ο Liam Gallagher γιατί απλά είναι πολύ φίνο σε όλα τα επίπεδα, το "Lot 105" είναι κάτι που φαντάζομαι ούτε ο Albarn δεν ξέρει τι ακριβώς.

Όταν ακούω το “Parklife”, οι εικόνες που μου έρχονται στο μυαλό είναι αυτή του ευφυούς τρελού που βρίσκεται σε μανιώδη δημιουργική φάση, που κλειδώνεται στο δωμάτιο με σάντουιτς και πορτοκαλάδες για να μη χαθεί η έμπνευση.

Είναι στη ζώνη που λένε, ότι και να κάνουν είναι σωστό. Το “Parklife” θα μπορούσε να είναι μια λίστα με τα καλύτερα τους.

Μέχρι το “Parklife” οι Blur η μπάντα που ενηλικιώνεται υπέροχα και εδώ φαίνεται πόσο τους αδίκησε η κόντρα με τους Oasis.  To υπέροχο “The Great Escape” γίνεται τρεις φορές πλατινένιο, τα ραδιόφωνα βαράνε το “Country Life” από το πρωί ως το βράδυ αλλά κανείς δεν πρόσεξε “The Universal”. Ή το “It Could Be You”.

Είναι σαν ο μικροκαμωμένος μαθητής να προκαλεί τον τραμπούκο του σχολείου και αντί να προπονηθεί στο καράτε συνεχίζει να γράφει υπέροχες εκθέσεις και να λύνει εξισώσεις. Προκαλεί τον αντίπαλο του, τον πεισμώνει, τον κάνει καλύτερο και στο τέλος δεν αντιστέκεται καν.

Δεν θα μπορούσαν να κάνουν έναν δίσκο καθαρόαιμο κιθαριστικό Rock ‘n’ Roll; Άνετα. Αλλά δεν το έκαναν.

Αν’ αυτού έκαναν το “Blur”, ένα ακόμα πιο σύνθετο, ακόμα πιο πλούσιο σε ήχους και ιδέες άλμπουμ, αλλά αυτό που μένει είναι το “Song 2”. Ποιος ξέρει το “You’re so great” ή το “Death of a Party” (για μένα το καλύτερο τραγούδι τους).

 

Είμαι σίγουρος όταν έβγαινε το "Blur" o Noel Gallagher θα ένιωσε πολλά τσιμπήματα στην καρδούλα. Θα ζήλεψε πολλά τραγούδια. Όταν βγήκε το “Be Here Now” το πιθανότερο είναι ότι ο Damon Albarn και οι υπόλοιποι Blur θα έκαναν High Five πίνοντας μπύρες και γελώντας δυνατά.

Από αλαζονεία ίσως πίστεψαν ότι θα μπορούσαν το ακατόρθωτο, να κερδίσουν κριτικούς και κοινό. Αυτή είναι η ώρα που ο ήχος των Oasis είναι τόσο huge που η μπάντα βγαίνει στην Αμερική και τα πάει μια χαρά.

Κάπου εκεί κλείνει και η πρώτη φάση και οι Blur αρχίζουν να σβήνουν για εσωτερικούς λόγους. Είναι πολλά χρόνια μαζί.  Ο Albarn είναι πιο απασχολημένος με τους Gorrillaz, το britpop είναι στα out, η κόντρα έχει ξεθυμάνει αφού είναι σαφές ποιος νίκησε και οι δύο αντίπαλοι αποδέχονται τη διαφορετικότητα τους, η φάση έχει κουράσει.

Και το 13 είναι ένα ακόμα pop αριστούργημα τόσο πολυσχιδές που περνάει από το κιθαριστικό “Tender” στο σκληρό “Bugman”, στο ευαίσθητο “Coffee And TV’, στο προσωπικό “1992” (μιλάει για τη σχέση με τη Justine Frischmann) σε λιγότερο από δέκα λεπτά. Κλείνει με το φανκοπανκοειδές “B.L.U.R.Ε.Μ.Ι”, το trippy “Battle,” το ακόμα πιο trippy “Caramel”.

Κατά ένα περίεργο τρόπο στα χρόνια που ακολουθούν οι latecomer Oasis που ψάχτηκαν τι θα γίνουν στη ζωή τους βγάζουν τους πιο ώριμους δίσκους τους, και αυτοί που κατηγορήθηκαν ότι δεν είχαν ποτέ το δικό τους χαρακτήρα διαλύθηκαν για τον πολύ απλό λόγο ότι από μικροί ήξεραν ότι θέλουν να γίνουν μουσικοί.

Και έκλεισαν τον κύκλο τους σαν μπάντα γιατί τον άνοιξαν πολύ νωρίς. Ό,τι χρειάζεται να ξέρεις δηλαδή για την παράνοια σε ετούτο το μάταιο κόσμο.

Γι’ αυτό διασκευάζω άνετα και την ατάκα από το “Only Lovers Left Alive”, ότι δηλαδή οι Blur ήταν πολύ καλοί για αν είναι πολύ γνωστοί.

Άκου τη λίστα με τα αδικημένα τους εδώ.

Παίζουμε τραγουδάκια και στο @artemoo

ADVERTISING
  • ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
  • top stories
  • 24MEDIA NETWORK

ΜΟΥΣΙΚΗ