<img height="1" width="1" style="display:none" src="//www.facebook.com/tr?id=625554890944361&ev=PageView&noscript=1" />

Τα σάουντρακ του T Bone Burnett αφηγούνται ιστορίες

“Inside Llewyn Davis”. “True Detective”. “Ω Αδερφέ Πού Είσαι”. “Hunger Games”. “Walk the Line”. “Nashville”. Bob Dylan. Elvis Costello. Roy Orbison. Jeff Bridges. Όσκαρ. Γκράμι. Χρυσές Σφαίρες. Γιατί δεν είναι τεράστιο όνομα αυτός ο τύπος;

Λίγο πιο πίσω από τον Bob Dylan, αυτή τη φθινοπωρινή βραδιά του 1975, βρίσκεται ένας ψηλόλιγνος κιθαρίστας με το περίεργο παρατσούκλι. Στο Rolling Thunder Revue τουρ των 6 μηνών και των σχεδών 60 συναυλιών, ο T Bone Burnett δεν ήταν ακόμα ο διασημότερος άγνωστος της σημερινής μουσικής παραγωγής, ήταν απλώς ένας backing κιθαρίστας. Ο οποίος μάλιστα έχοντας κοπεί από τις ηχογραφήσεις του “Desire” του Dylan, κλήθηκε να τον στηρίξει στο μεγάλο αυτό τουρ από τον ίδιο τον μουσικό θρύλο.

(O T Bone Burnett τραγουδά Warren Zevon σε live του Bob Dylan στις 11 Νοεμβρίου του 1975.)

Ο αγαπημένος ήρωας του -γεννημένου ως Joseph Henry- T Bone ήταν πάντα ο Τομ Σώγιερ και η λατρεία του για κάθε τι που σχετίζεται με την americana παράδοση, βαθιά. Γεννήθηκε στο Μιζούρι, μεγάλωσε στο Τέξας. Θαύμαζε τον Twain, τον Duke Ellington και τον Σοφοκλή. Από το σχολείο έπαιζε κιθάρα σε μια μπάντα, έκανε παραγωγές σε κομμάτια φίλων, έπαιζε ντραμς, τραγουδούσε. Ένας μουσικός ελβετικός σουγιάς.

Αυτή όμως δεν είναι η ιστορία ενός μουσικού που ήταν τόσο καλός, ώστε να κάνει τους πάντες να τον προσέξουν. Η καριέρα του ξεκίνησε ουσιαστικά στα τέλη του ‘75, όταν ο Dylan τον διάλεξε για την περιοδεία του, όμως ο Burnett ποτέ δεν ήταν (ή πίστεψε ή θέλησε να είναι) ξεχωριστός. “Πάντα ήθελα να είμαι ο χειρότερος σε μια μπάντα”, έχει πει κάποτε.

“Αν είσαι ο χειρότερος, μαθαίνεις όλη την ώρα.”

“Ποτέ δεν είχα την επιθυμία να είμαι ο πρώτος κιθαρίστας,” συνεχίζει. “Η βασική μου έγνοια είναι, πώς λέμε μια ιστορία.” Οι ιστορίες είναι το κλειδί, εξάλλου, μιας και η μουσική με την οποία μια ζωή συνδέεται ο Burnett, είναι αυτό ακριβώς. Ιστορίες. Αν λοιπόν αυτός ο ικανός κιθαρίστας ήταν ακόμα ικανότερος αφηγητής, τότε βγάζει νόημα το γιατί είχε την πορεία που είχε. Γιατί αντί να φτάσει να γράφει το ένα μετά το άλλο τα χοτ κάντρι χιτάκια που πιθανώς να μπορούσε, αντ’αυτού πλάθει μουσικές αφηγήσεις με τα υλικά άλλων, ως καταξιωμένος παραγωγός ή ως επιμελητής μερικών εκ των καλύτερων κινηματογραφικών σάουντρακ της τελευταίας 15ετίας.

“Για αιώνες, τα πάντα διδάσκονταν μέσω μουσικής,” λέει στο Esquire. “H ιστορία, η γλώσσα, τα μαθηματικά. Η μουσική ήταν το μέσο με το οποίο η γνώση μεταδιδόταν από γενιά σε γενιά.”

 

***

“Αυτή η ταινία, αληθινά και απολύτως σοβαρά, είναι η ιστορία της ζωής μου. Έχω ζήσει αυτή τη διαδρομή τουλάχιστον τρεις φορές.”

Αναφέρεται στο υπέροχο “Inside Llewyn Davis” των αδερφών Coen, του οποίο το σάουντρακ έχει επιμεληθεί, και του οποίου ο κεντρικός ήρωας είναι ένας μουσικός που δεν έχει ιδέα τι θα του φέρει το αύριο, δεν ξέρει καν αν το πάθος του για τη μουσική μπορεί να τον συντηρήσει. Αλλά συνεχίζει να πιστεύει, ξεροκέφαλα, πως κάτι καλό θα του έρθει.

Η καριέρα του Burnett ωστόσο, κοιτάζοντάς τη τώρα με την ασφάλεια του ότι επιτέλους έφτασε κάπου (“σας το λέω αυτό για να ξέρετε πως η ταινία έχει happy end”, αστειεύτηκε στο κοινό που είπε την παραπάνω ατάκα), είναι κάθε άλλο παρά φτωχή. Μετά το θρυλικό τουρ με τον Dylan, σχημάτισε την Alpha Band μαζί με άλλους δύο μουσικούς που όπως κι αυτός, είχαν διωχτεί από τις ηχογραφήσεις του άλμπουμ αλλά επιστρέψει αργότερα για τις συναυλίες. Άρχισε να κάνει παραγωγές πιο εντατικά. Έβγαλε σόλο άλμπουμ, όλα χαμηλά στις πωλήσεις αλλά ψηλά σε κριτική αποδοχή. Αλλά κυρίως αυτό: η παραγωγή. Ο Burnett έχει χάρισμα στο να ακούει, να διαλέγει, να φροντίζει, να επιμελείται.

“Είμαι σίγουρος πως κάποιοι καλλιτέχνες δεν χρειάζονται την άλλη οπτική. Ο Dylan είναι ένας από αυτούς, πιθανότατα,” λέει εξηγώντας τη χρησιμότητα της δουλειάς του. “Αλλά όλοι χρειαζόμαστε editors. Ακόμα κι όταν μιλάμε για στίχους. Χρειαζόμαστε κάποιον με το είδος της ματιάς που θα προσέξει πως έχεις βάλει την ίδια λέξη στο τέλος ενός στίχου και στην αρχή του επόμενου.” Ακούγεται απλό, αλλά αν ήταν απλό τότε δε θα υπήρχαν παραγωγοί υποθέτω.

Κι αν δεν υπήρχε αυτός ο παραγωγός δεν θα υπήρχαν οι Counting Crows,

 

δεν θα υπήρχαν τα πρώιμα άλμπουμ των Los Lobos,

 

δεν θα υπήρχε το “One Headlight” των Wallflowers

ή ο θρίαμβος των Robert Plant / Alison Krauss στα Γκράμι

 

ή η “Veronica” του Elvis Costello

 

ή ο τελευταίος αποχαιρετισμός του Roy Orbison.

 

“Το κοινό και οι καλλιτέχνες χρειάζονται, πιστεύω, επιμελητές,” έλεγε πρόσφατα στο Rolling Stone με αφορμή τη δουλειά του ως επιμελητή και παραγωγού μουσικής στη σειρά “Nashville” (της γυναίκας του, Callie Khouri). “Χρειάζονται ανθρώπους σαν εσένα, που μελετούν προσεκτικά την κουλτούρα μας, και ρίχνουν φως πάνω στα πράγματα που είναι καλά και σε εκείνα που δεν είναι καλά,” εξηγεί στον δημοσιογράφο που του παίρνει τη συνέντευξη. “Οι ρόλοι μας είναι παρόμοιοι.”

Στο “Nashville” ο Burnett έκανε (για τον πρώτο κύκλο τουλάχιστον) αυτό για το οποίο έχει κυρίως γίνει γνωστός τα τελευταία  χρόνια. Επιμέλεια και παραγωγή. Αυτή τη στιγμή είναι απλά ο καλύτερος στο να μαζεύει κομμάτια, παλιά, νέα, ακυκλοφόρητα, να τα περνάει ένα χεράκι, και να δημιουργεί μια νέα αφήγηση με αυτά. Αυτό κάνει στο “Inside Llewyn Davis”, αυτό έκανε στο άλμπουμ που του πρωτοέφερε αληθινή αναγνώριση (το σάουντρακ του “Ω Αδερφέ Πού Είσαι”), αυτό έκανε και στο “Nashville”.

“H μουσική είναι για την Αμερική ό,τι είναι το κρασί για τη Γαλλία. Έχουμε ορίσει τους εαυτούς μας μέσω της μουσικής παράδοσης από τις απαρχές της ύπαρξής μας,” εξηγεί τη σημασία του “Nashville” γι’αυτόν, και κατ’επέκταση όλης της δουλειάς του.

 

Αυτό, το μαγικό κομμάτι που έκλεισε τον πιλότο της σειράς, ήταν από ένα live των Civil Wars τους οποίους ο Burnett είχε κάνει παραγωγή σε ένα κομμάτι τους για το σάουντρακ του πρώτου “Hunger Games”. Α, ναι, εκείνο το σάουντρακ. Ξέρεις πώς κάθε ταινία με εφηβικό target audience σήμερα απλά συγκεντρώνει σε ένα άλμπουμ ό,τι καυτό όνομα μπορεί να βρει, χωρίς συνοχή ή έγνοια για την ιστορία της actual ταινίας; Η μία και μοναδική λαμπρή εξαίρεση είναι το σάουντρακ του πρώτου “Hunger Games”, για το οποίο ο Burnett έφερε μαζί Civil Wars, Punch Brothers, Glen Hansard, Taylor Swift, Birdy κα, με στόχο πρώτα απ’όλα να συνθέσει ένα ηχητικό χάρτη αληθινά εμπνευσμένο από αυτό τον μετα-αποκαλυπτικό κόσμο εκεί έξω στα Απαλλάχια.

Είπαμε, είναι μουσικός. Αλλά το είδος του μουσικού που δεν ενδιαφέρεται για τη λάμψη ή για το χιτάκι. Παρά μόνο για τις ιστορίες.

***

 

Ο Jeff Bridges δεν πήρε ποτέ Όσκαρ για τον “Μεγάλο Λεμπόφσκι” (κι αυτό του Burnett είναι by the way), αλλά το πήρε για μια άλλη ταινία, πολύ λιγότερο γνωστή ή σημαντική, για έναν κάντρι μουσικό, το είδος της βιογραφίας που πετυχαίνει αν συμβαίνουν δύο πράγματα:

α) Πρωταγωνιστεί ένας σημαντικός ηθοποιός και

β) Έχει καλή μουσική.

Το “Crazy Heart” πήρε Όσκαρ και για τα δύο. Έδωσε στον Dude το Όσκαρ του, και στον T Bone Burnett το δικό του. Ναι, κι αυτό του Burnett είναι, μόνο που εδώ έγραψε ο ίδιος τη μουσική, μαζί με τον Ryan Bingham.

 

Και ο Bridges; Ο Bridges δηλώνει πως έπαιξε εξαρχής στην ταινία επειδή ενεπλάκη σε αυτήν ο Burnett. Αυτή είναι η δύναμη του ανθρώπου που ξέρει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον τι θα πει να λες ιστορίες με μουσική.

Εξηγεί πολλά για τον Burnett ο τρόπος με τον οποίο μιλάει για δυο άλλα λατρεμένα δείγματα μουσικού σινεμά και τηλεόρασης, τα “Once” και “Treme”. Θυμάται στο Collider πως “είδα την ταινία ‘Once’ και δεν ήταν όμορφη οπτικά επειδή ήταν τόσο χαμηλό το μπάτζετ, αλλά η μουσική απλά διέλυε τα πάντα επειδή ήταν αληθινή. Ήταν live. Ήταν δύο άνθρωποι πολύ καλοί σε αυτό, έπαιζαν και τραγούδαγαν ένα τραγούδι, συναισθηματικά, στα αλήθεια, χωρίς auto-tuning και χωρίς lip-synch και χωρίς τρικ. Απλά τα έδιναν όλα, ό,τι είχαν. Από τότε αυτό είναι το ιδανικό για μένα. Και το ‘Treme’ είναι το υπόδειγμα για τηλεοπτική σειρά. Ο τρόπος που χειρίστηκαν τη μουσική ήταν απίστευτος.”

Αυτό που κάνει σε περιπτώσεις ταινιών όπως τα “Inside Llewyn Davis” ή “Walk the Line” (α, ναι, κι αυτό δικό του είναι) όπου οι ηθοποιοί λένε τα τραγούδια κι αυτά παίζουν κεντρικό ρόλο στην ιστορία, είναι πολλή δουλειά πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα. Βρίσκει τα κομμάτια και δουλεύει με τους ηθοποιούς πάνω σε αυτά. Συχνά τους διδάσκει πράγματα για αυτό το είδος μουσικής, πώς να το τραγουδούν, πώς να το αισθάνονται. Δίνει βάθος στους χαρακτήρες μέσω των τραγουδιών τους.

Για παράδειγμα: το αγαπημένο μου trivia για το “Llewyn Davis” είναι ότι τη φωνή του χαμένου παλιού συντρόφου του Λιούιν την κάνει ο Marcus Mumford. Όταν βγήκε το “Ω Αδερφέ Πού Είσαι” των Coen (και του Burnett φυσικά), ο Mumford ήταν 13 χρονών. Αν όλοι πάντα απορούσαμε πώς στα κομμάτια κάτι τύποι από την Αγγλία ξύπνησαν ένα πρωί και αποφάσισαν να πιάσουν ένα μπάντζο και να αρχίσουν να ξεδίνουν, εκείνο το σάουντρακ είναι ένα καλό σημείο εκκίνησης. Σήμερα, 13 χρόνια μετά, ο Mumford ηγείται μιας από τις πιο πετυχημένες μπάντες στον πλανήτη, και φτάνει να τραγουδά στο σάουντρακ του παραγωγού που κάποτε τον ενέπνευσε. Και η φωνή του είναι το φάντασμα που κρύβεται πίσω από τις ενοχές και τις ελλείψεις του νέου κοενικού ήρωα.

 

***

Στην πρώτη ουσιαστική υποψηφιότητα για Πιο Σημαντική Σειρά της νέας χρονιάς, το φανταστικό “True Detective” του ΗΒΟ, ο Burnett δίνει τη μουσική. Δική του, ξανά. Κανείς καλύτερος για να ντύσει μια ιστορία απόγνωσης στους βάλτους της Λουιζιάνα. Επειδή ναι, αν δεν αρκούσαν ήδη όσα έχει δώσει κι όσα έχει κερδίσει (μεταξύ αυτών: ένα Όσκαρ με άλλη μία υποψηφιότητα, μια Χρυσή Σφαίρα με άλλη μία υποψηφιότητα, δώδεκα (12) Γκράμι, ένα BAFTA) από το 2000 και μετά, βρισκόμαστε όντως σε μια στιγμή του χρόνου που η Φανταστική Ταινία Στις Αίθουσες και η Φανταστική Σειρά Στις Οθόνες μοιράζονται αυτόν σαν συνδετικό κρίκο.

Είναι ο πιο σκληρά εργαζόμενος άνθρωπος στην τηλεοπτικοκινηματογραφικομουσική βιομηχανία; “Δεν θα αποσυρθώ ποτέ,” λέει. “Μπορεί απλά να παίζω μουσική. Αγαπώ να παίζω μουσική, αυτό είναι το καλύτερο κομμάτι. Η παραγωγή δεν είναι το ίδιο διασκεδαστική”

Είναι μια δύσκολη δουλειά αλλά κάποιος πρέπει να την κάνει. Στο Esquire λέει την απίστευτη ιστορία του πώς κατέληξε στο σάουντρακ του “Inside Llewyn Davis” ένα περίπου ακυκλοφόρητο κομμάτι του Bob Dylan- η εκδοχή που ακούγεται στο τέλος της ταινίας δε έχει κυκλοφορήσει ποτέ ξανά.

Ο Burnett ζήτησε από έναν παλιό του φίλο, ο οποίος διαχειρίζεται το υλικό του (επίσης παλιού φίλου, τυχαία ή όχι) Dylan, αν μπορεί να χρησιμοποιήσει το “Farewell” στο κλείσιμο του φιλμ. “Ενδιαφέρον,” του είπε εκείνος. “Μόλις βρήκα μια νέα ηχογράφηση που δεν έχει κυκλοφορήσει. Ίσως θα ήθελες να την ακούσεις.” Αυτός όμως είναι ένας πολύ διαφορετικός αποχαιρετισμός: Το “Inside Llewyn Davis” διαδραματίζεται τις μέρες αμέσως πριν την εμφάνιση του Bob Dylan στην φολκ σκηνή. Αυτή η μουσική ιστορία φέρνει τον T Bone Burnett ακριβώς εκεί από όπου ξεκίνησε.

(via)

ADVERTISING
  • ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
  • top stories
  • 24MEDIA NETWORK

ΜΟΥΣΙΚΗ