<img height="1" width="1" style="display:none" src="//www.facebook.com/tr?id=625554890944361&ev=PageView&noscript=1" />

Αξίζει να χαθείς στη μαγεία του Βυσσινόκηπου

Το έργο στην κεντρική σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών θυμίζει λίγο Άντον Τσέχωφ και πολύ Νίκο Καραθάνο.

Μέσα στο σκοτάδι, «κρυμμένοι» από το φως, οι ήρωες του Τσέχωφ γελούν υπό το σκωπτικό βλέμμα ενός ελέφαντα. Μιλούν ενώ η μητέρα του Νίκου Καραθάνου αφήνει μηνύματα στον τηλεφωνητή του (γεγονός). Και θυμώνουν στη μυρωδιά μιας σπιτικής πρασσόπιτας. Η κεντρική σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών βάλθηκε να διεγείρει όλες μας τις αισθήσεις.

Πρώτο Κουδούνι: Η υπόθεση (μέσα από τους συντελεστές)

Στη συζήτηση που έλαβε χώρα αμέσως μετά την παράσταση της 29ης Απριλίου στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, ο Νίκος Καραθάνος μαζί με τους συνεργάτες του προσπάθει να μας δώσει μία ακόμα εικόνα της εικόνας που μας παρουσίασε λίγο νωρίτερα επί σκηνής. «Ο Βυσσινόκηπος έχει κάτι το όμορφο. Κάτι που αλλάζει. Κάτι που δεν πεθαίνει. Σαν την παιδική ηλικία. Η παιδική ηλικία δεν έχει όρια. Απλώς όσο περνάνε τα χρόνια, σου δίνεται η δυνατότητα να προσεγγίσεις μία αίσθηση από την ανάποδη μορφή της». Σύμφωνα με το σκηνοθέτη, το σκηνικό είναι ο πρωταγωνιστής του έργου. «Τα λάχανα, τα πράσσα που βλέπετε να εξεσφενδονίζονται μέσα σε αυτό είναι ζωντανά. Γι αυτό τα έβαλα. Γιατί μπορεί το κοινό να τα μυρίσει».

«Και το Μίκυ γιατί τον έβαλες» είπε κάποιος από τους παρόντες στη συζήτηση. «Ο Μίκυ είναι το δικό μου πρίσμα μέσα από το οποίο καταφέρνα να βλέπω τον κόσμο. Ήθελα να παρουσιάσω κάτι απαρηγόρητο. Δύο ηλικιωμένοι Μίκυ είναι μία απαρηγόρητη εικόνα».

 

«Σε αυτήν τη ζωή ή θα λυγίσεις ή θα σπάσεις» αναλογίζεται ο Νίκος Καραθάνος, διαβάζοντας τον τσεχωφικό Βυσσινόκηπο. Το κύκνειο άσμα -αφιέρωμα του Τσέχωφ (1904) στον αποχαιρετισμό. Ο κόσμος αλλάζει και σε αυτό το μεταίχμιο ο συγγραφέας στήνει μια γιορτή της απώλειας. Ο υπέροχος βυσσινόκηπος βγαίνει στο σφυρί, οι ιδιοκτήτες του, αρνούμενοι να αποδεχτούν την αλλαγή, δεν κάνουν τίποτα για να τον σώσουν, η ανευθυνότητα και οι αυταπάτες κυριαρχούν, η χρεοκοπία έρχεται. Όλα αυτά, παρουσία ενός διακριτικά αδιάκριτου ελέφαντα (ακριβώς όπως μας τον είχε περιγράψει ο Χρήστος Λούλης).

Δεύτερο κουδούνι: Το έργο

Οι ήρωες του Άντον Τσέχωφ ξεπροβάλλουν σχεδόν αθόρυβα μέσα από μία αριστοτεχνικά σχεδιασμένη τρύπα που θυμίζει κάτι σαν _ Μισό λεπτό. Ένας φεγγίτης στα δεξιά του σκηνικού σχεδόν «φωνάζει» να τον προσέξουμε. Ένα μάλλον απρόσκλητο, εκτυφλωτικό φως πέφτει πάνω στα πλάσματα αυτής της ποντικότρυπας (;) Και δίχως την άδειά τους, τα «χτίζει» ενώπιόν μας. Τους δίνει σάρκα, οστά, σκέψεις, συναισθήματα.

Τους ντύνει με εικόνες. Τους γδύνει με λέξεις.

Αυτές οι εικόνες, ωστόσο, κάτι θυμίζουν_ Μισό λεπτό. Η σκηνή σχεδόν ζωντανεύει. Δεν κινείται, και όμως σαλεύει. Κόσμος. Πολύς κόσμος μπαίνει. Μιλά, γελά, φιλιέται-αγκαλιάζεται. Το ένα λεπτό τα λόγια του στάζουν μέλι. Το αμέσως επόμενο εξεσφενδονίζουν τις μεγαλύτερες κακίες. Τις πιο σπαρακτικές αλήθειες. Το τρίτο λεπτό σιωπούν και απολαμβάνουν τις μικρές, απλές χαρές της καθημερινότητας. Όπως είναι ένας καφές με τους συγγενείς. Με τους «δικούς» σου ανθρώπους.

Χωρίς ερωτηματικό εντός παρενθέσεως, η παράσταση θυμίζει Κυριάκη. Την Κυριακή των μεγάλων οικογενειακών τραπεζιών. Των σημαντικών ασήμαντων συζητήσεων.

 

«Δεν είναι βόας, δεν είναι κροταλίας, είναι ο ελέφαντας ο Ηλίας». Η Σαρλότα (που όπως μας ενημέρωσε ο Νίκος Καραθάνος αποτελεί έναν από τους αγαπημένους χαρακτήρες του Τσέχωφ) μας παρουσιάζει το «συνοδό» της. Έναν ελέφαντα που θυμίζει_ Μισό λεπτό. Πώς γίνεται το όλο γεγονός να μην κάνει σε κανέναν εντύπωση; Πώς γίνεται ένας ελέφαντας να χωράει σε μία τρύπα; Και πώς δεν χτυπάει το κεφάλι του στο φεγγίτη, στην τελική. Η παρουσία του Ηλία είναι τόσο σημαντική ώστε οι ήρωες να της δείχνουν πλήρη αδιαφορία. Όπως συμβαίνει με εκείνα τα προβλήματα που τα αγνοούμε επιδεικτικά ώστε να μην χρειαστεί να τα αντιμετωπίσουμε (;)

Κάτι ακούγεται όμως. Ένα τραγούδι γνωστό. Θυμίζει το _ Μισό λεπτό. Άκου: «Είμαι παλιόπαιδο και σε βασάνιζα». Ακούμε ρεμπέτικο και μάλιστα, σε ορχηστρικό cover.

Για μένα, η καλύτερη σκηνή-στιγμή του έργου.

Ο όμορφος Βυσσινόκηπος μυρίζει τώρα πράσσο και -συναισθηματικό- μπαρούτι. Ο Βυσσινόκηπος, χάνεται. Ή μάλλον, κερδίζεται. Από κάποιον που δεν περίμενε ποτέ κανείς ότι θα καταφέρει να το κάνει κτήμα του. Ούτε καν ο ίδιος. Ούτε καν, οι «δικοί» του άνθρωποι.

Πριν το δυναμικό «πάμε» που ρίχνει την αυλαία, πρέπει να σου πω ότι αν δεν γνωρίζεις την ιστορία του Βυσσινόκηπου, καλό θα ήταν να μην περιμένεις να την μάθεις μέσα από την παράσταση που παρουσιάζεται αυτές τις ημέρες στη Στέγη. Και κάτι ακόμα: Αν δεν έχεις ξαναδεί Καραθάνο, ίσως το καρτουνίστικο του όλου θεάματος σε ξενίσει. Αν πάλι έχεις δει, τότε ίσως συμφωνήσεις μαζί μου ότι παρά το γεγονός ότι πρόκειται για μία παράσταση-ωδή στην παιδική μας καθημερινότητα, ο Βυσσινόκηπος που παρουσιάζεται αυτές τις ημέρες στη Στέγη είναι η απόδειξη της σκηνοθετικής ωριμότητας του Νίκου Καραθάνου. Με τις λέξεις του οποίου θα «χτυπήσω» το τρίτο κουδούνι.

«Ο Τσέχωφ τελειώνει τις σκηνές με αυτό το πάμε. Μπορείς να κάνεις πολλά φινάλε. Μπορείς να κλείσεις και με μία πίκρα την κουρτίνα. Εγώ δεν μπορώ να το κάνω ακόμα, έχω χρόνια μπροστά μου».

 

Τρίτο Κουδούνι: Το χειροκρότημα

Εκπληκτικές οι -εγκυμονούσες- Γαλήνη Χατζηπασχάλη και Έμιλυ Κολιανδρή στους ρόλους της ξεπεσμένης αριστοκράτισσας και αγαθής υπηρέτριας, αντίστοιχα.

Πετυχημένα κωμικοί, ο Χρήστος Λούλης και ο Γιάννης Κότσιφας δίνουν στο έργο όση ελαφρότητα αντέχει.

Συγκινητική η Λυδία Φωτοπούλου στο ρόλο της παιδούλας. Ένα ρόλο που όπως μας αποκάλυψε στη συζήτηση που ακολούθησε ανέλαβε για τον τρόπο που έλεγε τη λέξη «μαμά». Μία λέξη που «είχε καιρό να πει». Οι λόγοι, ευνόητοι.

Η Λένα Κιτσοπούλου, στο ρόλο της Λένας Κιτσοπούλου, Σαρλότας ήταν εξαιρετική. Ως περφόρμερ. Ωστόσο, ίσως, θα ήθελα να τη δω μία φορά να υποδύεται κάτι άλλο. Και όχι τον εαυτό της.

Δεν θα μπορούσα να κλείσω αυτό το κείμενο χωρίς μία κουβέντα για το σκηνικό της Έλλης Παπαγεωργακοπούλου. Να πω ότι το κομψοτέχνημά της, η «ποντικότρυπά» της όπως διάβασα σε διάφορες κριτικές και ανέφερα και εγώ η ίδια συνοδεία ερωτηματικού εντός παρενθέσεως παραπάνω (ήρθε η ώρα να εξηγήσω αυτήν την τοποθέτηση) εμένα μου θύμισε υπόνομο. Συγκεκριμένα, τον υπόνομο από τον οποίο ο Όσκαρ Ουάιλντ υποστήριζε ότι κάποιοι από μας, κοιτάμε τα αστέρια.

Ας πέσει η αυλαία...

"Για να καταφέρουμε να ζήσουμε πρέπει πρώτα να εξαγοράσουμε το παρελθόν μας". #Βυσσινοκηπος

Μια φωτογραφία που δημοσίευσε ο χρήστης @hysterrika στις

Πληροφορίες Παράστασης

Μέχρι τις 9 Μαΐου, στις 20.30 στην κεντρική σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών.

Παίζουν: Θανάσης Αλευράς, Νίκος Καραθάνος, Λένα Κιτσοπούλου, Έμιλυ Κολιανδρή, Γιάννης Κότσιφας, Αναστασία Κονίδη, Χρήστος Λούλης, Γιώργος Μπινιάρης, Άγγελος Παπαδημητρίου, Δάφνη Πατακιά, Μιχάλης Σαράντης, Έλενα Τοπαλίδου, Άγγελος Τριανταφύλλου, Λυδία Φωτοπούλου, Γαλήνη Χατζηπασχάλη

Συντελεστές: ‘Αρης Αλεξάνδρου (Μετάφραση), Νίκος Καραθάνος (Σκηνοθεσία - Διασκευή), Έλλη Παπαγεωργακοπούλου (Σκηνικά και Κοστούμια), Άγγελος Τριανταφύλλου (Μουσική), Αμάλια Μπένετ (Κίνηση), Νίκος Βλασόπουλος (Φωτισμοί), Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου (Απόδοση κειμένου), Ντάνιελ Αθανασίου (Hair Design), Πέτρος Γεωργοπάλης, Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου (Βοηθoί Σκηνοθέτη), Ευαγγελία Θεριανού, Μυρτώ Λάμπρου, Δάφνη Ηλιοπούλου (Βοηθοί Σκηνογράφου), Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών (Παραγωγή),  Γιολάντα Μαρκοπούλου / POLYPLANITY Productions (Εκτέλεση Παραγωγής)

ADVERTISING
  • ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
  • top stories
  • 24MEDIA NETWORK

ΘΕΑΤΡΟ