<img height="1" width="1" style="display:none" src="//www.facebook.com/tr?id=625554890944361&ev=PageView&noscript=1" />

“Bates Motel”: Από τον Λιντς ως στον Χίτσκοκ

Από τις καλύτερες πρεμιέρες της σεζόν που τελειώνει, το “Bates Motel” ανανεώνει το “Ψυχώ” όπως κανείς δεν περίμενε.

Φέτος η έρημη αυγουστιάτικη Αθήνα ήταν πρώτης τάξεως ευκαιρία για να δω ό,τι δεν είχα προλάβει να ολοκληρώσω στη φετινή σεζόν. Καταβρόχθισα μπόλικες σειρές, και μια από αυτές που απόλαυσα περισσότερο ήταν το “Bates Motel”, μια σειρά που πραγματικά δεν είχε καμία απολύτως δουλειά να λειτουργεί όσο καλά λειτούργησε.

Πάρε την ιδέα. Πρίκουελ του “Ψυχώ”, αλλά στο σήμερα. Τόσες λίγες λέξεις, τόσα πολλά λάθη. Καταρχάς γιατί να αγγίξεις τον Χίτσκοκ; Ποιος ενόχλησε ποτέ ιερή αγελάδα και του βγήκε σε καλό; Ακόμα κι αν προσπεράσεις το ότι κάποια πράγματα καλό είναι να μην τα πειράζεις, αλλά και το ότι ο ίδιος ο μύθος του “Ψυχώ” δεν έχει δώσει ποτέ κάποια συνέχεια της προκοπής, η ιδέα έχει κι άλλα προβλήματα.

Σύγχρονη μεταφορά; Να μια ιδέα που βρωμάει εξυπνακίστικους αναχρονισμούς από χιλιόμετρα. Πρίκουελ; Ποτέ δε δουλεύουν τα πρίκουελ εκτός από εκείνη τη σεζόν 6 επεισοδίων του “Σπάρτακου” για κάποιο λόγο. Και τι κάνει ο έφηβος Νόρμαν Μπέιτς στο 2013; Πάει σχολείο, και φλερτάρει με κοπέλες και διασκεδάζει σε πάρτι;

Τι είναι αυτά τα πράγματα; Πώς τολμούν; Ακόμα κυριότερα, πόσο λάθος ακούγεται όλο αυτό;

Τελικά, όλα αυτά τα λάθη φορτωμένα το ένα πάνω στο άλλο, συνέθεσαν κάτι τόσο παλαβό που ίσως και γι’αυτό, το σύνολο λειτούργησε.

Στο “Bates Motel” λοιπόν, ο έφηβος Νόρμαν μαζί με τη μητέρα του, την όχι-ακόμα-νεκρή Νόρμα, μετακομίζουν όταν ο πατέρας της οικογένειας βρίσκεται μυστηριωδώς νεκρός (απλά ξέρεις πως θα υπάρχουν σχετικές αποκαλύψεις και ανατροπές πάνω σε αυτό). Η Νόρμα αγοράζει ένα μοτέλ και μαζί με τον γιο της επιχειρούν ένα νέο ξεκίνημα.

Όλοι ξέρουμε πώς θα καταλήξει αυτό φυσικά, κι αυτό είναι κάτι που τελικά βοηθάει την παρούσα ιστορία. Γιατί το “Bates Motel” πετυχαίνει έξυπνα από την πρώτη στιγμή το άπλωμα της ιστορίας σε περισσότερα στοιχεία από απλώς τον Νόρμαν και τη μαμά του. Γρήγορα η σειρά δημιουργεί ένα μικρό σύμπαν χαρακτήρων στην αρρωστημένη κοινότητα με κέντρο το μοτέλ της Νόρμα, ώστε διαρκώς κάτι να συμβαίνει, και κάποια φοβερή παραπλάνηση να λαμβάνει χώρα.

Έχουμε διεφθαρμένους μπάτσους, ένα κύκλωμα εκμετάλλευσης σαρκός, έναν επαναστάτη-χωρίς-αιτία μέλος της οικογένειας, μυστικά από το παρελθόν, μυστηριώδεις θαμώνες, έναν σερίφη που λέει λίγα αλλά ξέρει πολλά (ο Νέστορ Καρμπονέλ του “Lost”, το πιο διάσημο φυσικό eyeliner της τηλεόρασης) κι έναν σχολικό περίγυρο με όλο το δικό του σετ προβλημάτων. Κάποιες από τις ιστορίες ολοκληρώνονται στην πορεία της σεζόν, κάποιες δένονται με την κορύφωσή της, άλλες μένουν μετέωρες (για την δεύτερη, υποθέτει κανείς), όμως βρισκόμαστε συνεχώς σε δουλειά.

Και στο κέντρο όλων όσων συμβαίνουν, υπάρχει αυτό το τραγικό δίδυμο χαρακτήρων, ο Νόρμαν κι η Νόρμα. Η σχέση τους είναι όπως λέει και το κλισέ, σαν ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα που δε μπορείς να σταματήσεις να κοιτάς. Ένα πάρα πολύ άβολο δυστύχημα. Η ένταση που βγάζουν οι δύο χαρακτήρες αγγίζει τρομακτικά επίπεδα ανατριχίλας. Την τέλευταία φορά που ένα αγόρι κι η μαμά του είχαν τόσο έντονη σχέση, ένας από τους δύο κατέληξε τυφλός.

Η Νόρμα είναι η Βέρα Φαρμίγκα (“The Departed” του Σκορσέζε, και υποψήφια για Έμμυ για αυτή τη σειρά), που αλλάζει από αθώα και φλερταριστή(*) σε ψυχαναγκαστικός, φονικός κέρβερος με ένα κοίταγμα. Είναι απίστευτη, κι ο Φρέντι Χάιμορ ως Νόρμαν δεν πάει πίσω. Ό,τι κι αν κάνει ο Νόρμαν, από το πιο φυσιολογικό (μιλάει με ένα κορίτσι από την τάξη του) μέχρι το πιο αρρωστημένο (...θα δεις, έχει πολλά να διαλέξεις), ο Χάιμορ τον υποδύεται με μια φοβερή ένταση. Ποτέ δε σου δίνει την αίσθηση πως είναι χαλαρός, αλλά πάντα πίσω από το τεταμένο του προσωπείο μαίνεται μια μάχη ανάμεσα στον διάβολο και… σε έναν άλλο, πολύ πιο αρρωστημένο διάβολο, υποθέτω.

(*νέα λέξη alert)

Από τη στιγμή που η σειρά αρχίζει και εστιάζει στα κοριτσοτραβήγματα του Νόρμαν στο σχολείο, υπάρχει πάντα ο φόβος πως όλα θα νερώσουν πολύ άσχημα. Πως η σειρά θα κάνει πίσω από την πολύ θαρραλέα και ξεχωριστή προσέγγισή της σε αυτούς τους χαρακτήρες. Ο φόβος ενισχύεται με την έλευση του αδερφού του Νόρμαν. Διότι:

Η σειρά λειτουργεί σε ένα σύμπαν που μοιάζει creepy και άχρονο. Οι ρυθμοί, οι καλλιτεχνική διεύθυνση, τα χρώματα, τα κάδρα, το στυλ- όλα μοιάζουν εξίσου ταιριαστά με το τότε της αυθεντικής ιστορίας, όσο και με το τώρα ετούτης. Είναι φανταστική δουλειά. Αν όμως όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα σύμπαν κάπου ανάμεσα στην ψυχολογική ένταση τρόμου του “Ψυχώ” και την μοιρασμένη αρρώστια της κοινότητας ενός “Twin Peaks”, ο Ντίλαν (ο αδερφός που λέγαμε), είναι ένας χαρακτήρας που μοιάζει απευθείας βγαλμένος από κάποια νεανική σαπουνόπερα του CW.

Εξ ου και το ρίσκο. Και περιρρέουσα σαπίλα και ψυχολογικά πορτρέτα και σαπουνόπερα; Μπορεί η σειρά να τα κάνει όλα αυτά ταυτόχρονα;

Τελικά όμως αυτό βοηθάει. Γιατί ο Ντίλαν είναι υπό μία έννοια τα μάτια και τα αυτιά του θεατή σε ένα σύμπαν που λειτουργεί με άλλους κανόνες. Είναι εκείνος που αμφισβητεί, και ρωτάει, και φρικάρει, και θέλει να φύγει μακριά- αλλά κάτι πάντα τον κρατάει. Όπως κι εμάς.

Όσο για τα φλερτάκια του Νόρμαν, ας πούμε πως ο τρόπος που αντιπαραβάλλονται μεταξύ τους, αλλά και δένουν με τα ξεσπάσματα τα δικά του όσο και της μητέρας του, τα κάνουν κάτι πολύ περισσότερο από απλές εξελίξεις ενός νεανικού δράματος. Η φανταστική outsider Έμμα, η ‘δημοφιλής’ Μπράντλεϊ, η ‘καυτή δασκάλα’ Μις Γουώτσον- είναι όλες τους πιόνια προς την τρομερή κορύφωση. Ό,τι κι αν συμβαίνει, η σειρά δε σταματά εν τέλει ποτέ να είναι μια ιστορία για τον Νόρμαν και τη Νόρμα. Μια διαπίστωση ανατριχιαστική, κάθε φορά που την κάνεις.

Το “Bates Motel” δε θα έπρεπε να είναι τόσο καλό. Θα έπρεπε να είναι εξοργιστικό, στην πραγματικότητα. Όμως, υπό την καθοδήγηση του Κάρλτον Κιουζ (ένας εκ των δύο showrunners του “Lost”*), αγκαλιάζει δίχως ενοχές κάθε pulp στοιχείο του, κλείνει το μάτι στο Χίτσκοκ και τον Λιντς αλλά έξυπνα, δίχως να επιχειρεί ποτέ να τους αντιγράψει, και κοιτάζει την εφηβεία μέσα από τον παραμορφωμένο καθρέφτη της ψυχολογίας ελέγχου και ναρκισισμού της μαμάς και εξάρτησης και οργής του σχιζοφρενή-εν-τη-γενέση γιου.

(*ποιος να το έλεγε τελικά πως, από ό,τι φαίνεται, το ταλαντούχο μισό των Κιουζ-Λίντελοφ θα προέκυπτε ο Κιουζ. Ας συνεχίσει ο Λίντελοφ να γράφει εξοργιστικά σενάρια για ταινίες που δεν καταλήγουν ποτέ πουθενά. Τον Κιουζ θα τον έχουμε από κοντά, γιατί εδώ κάνει πολύ ωραία πράγματα.)

H πρώτη σεζόν είναι 10 επεισόδια, έσπασε μπόλικα ρεκόρ τηλεθέασης για το καλωδιακό κανάλι όπου προβλήθηκε, κυκλοφορεί σύντομα σε DVD, και δε βλέπουμε την ώρα για να α) έρθει η 2η σεζόν και β) προβληθεί από το Star έχοντας αναπόφευκτα κάποιον τίτλο τύπου “Φονικός Μαμάκιας”.

ADVERTISING
  • ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
  • top stories
  • 24MEDIA NETWORK

ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ