
Εικονικές συμβάσεις και κρυφές χρηματοδοτήσεις: Πώς φτάσαμε στο σκάνδαλο της Man City
- 30 ΣΕΠ 2026
Ποτέ ξανά το αγγλικό ποδόσφαιρο στη μακραίωνη ιστορία του, δεν συνταράχτηκε από μεγαλύτερη νομική υπόθεση. Η Μάντσεστερ Σίτι έχτισε μια δυναστεία γεμάτη τίτλους, ρεκόρ και επιτυχίες, μετατρέποντας την κυριαρχία της σε ένα από τα πιο εντυπωσιακά κεφάλαια της Premier League.
Τα τελευταία χρόνια όμως, τα σύννεφα στον βρετανικό ουρανό άρχισαν να πυκνώνουν απειλητικά και μία δικαστική καταιγίδα 115 κατηγοριών για οικονομικές παραβάσεις, ξέσπασε τελικά πάνω από το Etihad.
Οι κατηγορίες απαγγέλθηκαν από την Premier League τον Φεβρουάριο του 2023 και αποτελέσαν την κορύφωση μιας τετραετούς έρευνας, με την ακροαματική διαδικασία, που διεξήχθη από τον Σεπτέμβριο έως τον Δεκέμβριο του 2024, κατά την οποία η Σίτι κατηγορήθηκε για 115 φερόμενες παραβάσεις των οικονομικών κανόνων, να δίνει τελικά ετυμηγορία.
Σε μια συγκλονιστική απόφαση που ανακοίνωσε την Τρίτη (29/09) η τριμελής ανεξάρτητη επιτροπή της Premier League, η Μάντσεστερ Σίτι κρίθηκε ένοχη για σχεδόν όλες τις κατηγορίες που αφορούν σοβαρές παραβιάσεις των οικονομικών κανονισμών της διοργανώτριας αρχής του αγγλικού πρωταθλήματος, σε διάστημα εννέα σεζόν (σ.σ. αφορά την περίοδο 2009-18, που η ομάδα βρισκόταν υπό τον έλεγχο του σεΐχη Mansour bin Zayed Al Nahyan, μέλους της βασιλικής οικογένειας του Άμπου Ντάμπι και αντιπροέδρου της κυβέρνησης των ΗΑΕ), καθώς και για την πλειονότητα των κατηγοριών που σχετίζονται με την αποτυχία της να συνεργαστεί με την έρευνα της διοργανώτριας αρχής.
Ξεχωρίζει η αποκάλυψη ότι η Σίτι είχε καταρτίσει «εικονικές» συμβάσεις με εμπορικούς εταίρους, οι οποίες αποτελούσαν μέλος ενός συγκαλυμμένου συστήματος χρηματοδότησης, ύψους άνω των 1,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων, από τους ιδιοκτήτες του Αμπού Ντάμπι.
Συγκεκριμένα, η ανεξάρτητη Επιτροπή διαπίστωσε ότι, από τη σεζόν 2009/10 έως και τη σεζόν 2017/18:
- Η Μάντσεστερ Σίτι κατήρτισε «εικονικές» συμβάσεις -οι οποίες παρουσίαζαν διαφορετικά την πραγματική συμφωνία μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών- με αρκετούς εμπορικούς συνεργάτες της, ενώ παράλληλα βασίστηκε και σε «εικονικές» συμφωνίες με άλλους, με στόχο να διογκώσει τεχνητά τα έσοδα του συλλόγου και να μειώσει τα έξοδά του.
- Ο σύλλογος υπέβαλε ανακριβείς οικονομικές καταστάσεις και απέκρυψε την πραγματική οικονομική του κατάσταση από τους ελεγκτές του και τις ποδοσφαιρικές ρυθμιστικές αρχές, όπως για παράδειγμα τις πληρωμές που συμπλήρωναν τους μισθούς των διευθυντικών στελεχών και των παικτών.
- Η Μάντσεστερ Σίτι παραβίασε σε σημαντικό βαθμό τόσο τα όρια δαπανών της Premier League όσο και εκείνα της UEFA, που έχουν θεσπιστεί στο πλαίσιο των οικονομικών κανονισμών.
- Τριανταπέντε παραβάσεις σχετίζονται με τη φερόμενη άρνηση της ομάδας να συνεργαστεί με την έρευνα από τον Δεκέμβριο του 2018.
Μένει να αποφασιστούν ποιες θα είναι οι πειθαρχικές κυρώσεις και όταν αυτό συμβεί, είναι πιθανό η Σίτι να αντιμετωπίσει τεράστιες επιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένου του αποκλεισμού της από το πρωτάθλημα.
Πώς φτάσαμε ως εδώ
Στις 5 Νοεμβρίου 2018, την επομένη της επιστροφής της Μάντσεστερ Σίτι στην κορυφή της Premier League, μετά το 6-1 επί της Σαουθάμπτον, μια σειρά δημοσιευμάτων της γερμανικής εφημερίδας Der Spiegel θα άλλαζε τα πάντα.
Πατώντας πάνω σε έγγραφα που παρείχε το Football Leaks, η πλατφόρμα καταγγελιών που δημιούργησε ο Πορτογάλος χάκερ Rui Pinto, υποστηρίχθηκε ότι η Σίτι είχε χειραγωγήσει την αξία αρκετών εμπορικών συμφωνιών της, προκειμένου να παρακάμψει τους κανόνες του οικονομικού fair play (FFP) της UEFA.
Εταιρείες με έδρα το Αμπού Ντάμπι, όπως η Etihad Airways και η Etisalat, συγκαταλέγονταν μεταξύ εκείνων που φέρεται να βοήθησαν τη Σίτι να εμφανίζεται ότι είναι συμμορφωμένη με τους κανονισμούς, ενώ το περιοδικό Der Spiegel, με τη στήριξη του δικτύου European Investigative Collaborations (EIC), ισχυρίστηκε επίσης ότι ο πρώην προπονητής, Roberto Mancini, είχε λάβει υψηλότερη αμοιβή ως σύμβουλος της Al Jazira – ενός άλλου συλλόγου που ανήκει στον σεΐχη Mansour- από ό,τι για τη θέση του στη Σίτι. Σύμφωνα με τις αποκαλύψεις, αυτή η συμφωνία ισοδυναμούσε με πληρωμές που δεν καταγράφονταν στα λογιστικά βιβλία.
Οι κανονισμοί του οικονομικού fair play της UEFA, που θεσπίστηκαν το 2013, είχαν ήδη προκαλέσει προβλήματα στη Σίτι. Τον Μάιο του 2014, η UEFA επέβαλε πρόστιμο στον σύλλογο, ύψους 58 εκατομμυρίων ευρώ, εκ των οποίων τα 38 εκατομμύρια σε αναστολή, λόγω παραβίασης των ορίων του FFP. Η Σίτι, η οποία επέμενε ότι τηρούσε τους κανονισμούς, είχε επίσης περιοριστεί σε ρόστερ 21 παικτών για το Champions League τη σεζόν 2014-15.
Τον Φεβρουάριο του 2020, η αρμόδια επιτροπή της UEFA αποφάσισε ότι η Μάντσεστερ Σίτι είχε «διαπράξει σοβαρές παραβάσεις» του κανονισμού FFP, «υπερεκτιμώντας τα έσοδα από χορηγίες στους λογαριασμούς της μεταξύ 2012 και 2016, όπως επίσης «δεν είχε συνεργαστεί στην έρευνα».
Επιβάλει στη Σίτι διετή αποκλεισμό από όλες τις διοργανώσεις της και πρόστιμο 30 εκατομμυρίων ευρώ. Η Σίτι περνά στην αντεπίθεση, χαρακτηρίζοντας τη διαδικασία «ελαττωματική», «μεροληπτική» και υπόσχεται να προσφύγει στο CAS «με την πρώτη ευκαιρία».
Η κατηγορηματική δήλωση του συλλόγου ανέφερε: «Πρόκειται για υπόθεση που ξεκίνησε η UEFA, διώχθηκε από την UEFA και κρίθηκε από την UEFA».
Η μάχη μόλις είχε ξεκινήσει.
Οι αποφάσεις ακυρώνονται από το Διαιτητικό Δικαστήριο Αθλητισμού (CAS) πέντε μήνες αργότερα, στη Λωζάνη της Ελβετίας, έδρα του CAS. Εκεί, ανατρέπεται ο διετής αποκλεισμός καθώς οι φερόμενες παραβάσεις του κανονισμού FFP είτε δεν είχαν αποδειχθεί είτε είχαν παραγραφεί, διασφαλίζοντας ότι δεν υπήρχαν επαρκείς λόγοι για την επιβολή απαγόρευσης.
Το ζήτημα της παραγραφής ήταν ιδιαίτερα σημαντικό. Σε αντίθεση με την Premier League, όπου δεν υπάρχει χρονικό όριο για παλαιότερες κατηγορίες, το καταστατικό της UEFA προβλέπει πενταετή προθεσμία για την άσκηση διώξεων. Το CAS έκρινε ότι οι κατηγορίες που απαγγέλθηκαν εναντίον της Σίτι είτε είχαν παραγραφεί είτε δεν είχαν αποδειχθεί, απαλλάσσοντας έτσι τον σύλλογο από την κατηγορία της «ανέντιμης απόκρυψης» συμφωνιών χορηγίας.
Η Σίτι, χαρακτήρισε την απόφαση ως «επιβεβαίωση» της θέσης της, όμως το CAS επιμένει και κρίνει ότι η «παρεμπόδιση των ερευνών» από τον σύλλογο εξακολουθεί να δικαιολογεί πρόστιμο ύψους 10 εκατ. ευρώ, δηλαδή το ένα τρίτο της αρχικής οικονομικής ποινής που είχε επιβληθεί.
Τρία χρόνια αργότερα, τον Φεβρουάριο του 2023, η Σίτι, ενώ έχει καταφέρει να βγει νικήτρια από τη μάχη με την UEFA και να συνεχίσει κανονικά την πορεία της στο Champions League, βρίσκεται αντιμέτωπη με μία άλλη, πολύ μεγαλύτερη υπόθεση, κι αυτή τη φορά δεν έχει απέναντί της την ευρωπαϊκή συνομοσπονδία, αλλά την ίδια την Premier League.
Με μία δήλωση, γινόταν γνωστό ότι μία ανεξάρτητη επιτροπή θα ξεκινούσε τις έρευνες για μια σειρά παραβάσεων των οικονομικών κανόνων για το διάστημα μεταξύ 2009 και 2018, καθώς και παραβάσεις περί έλλειψης συνεργασίας στις έρευνες που διήρκεσαν πάνω από τέσσερα χρόνια.
Οι πιθανές κυρώσεις δεν είχαν όριο. Σύμφωνα με τον κανονισμό της λίγκας, η Σίτι, εφόσον κρινόταν ένοχη, θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με τεράστια οικονομικά πρόστιμα ακόμα και με την ποινή της αποβολής από το πρωτάθλημα.
Η πολυπλοκότητα της υπόθεσης έκανε ξεκάθαρο ότι δεν επρόκειτο για μια γρήγορη δικαστική μάχη. Η Σίτι παρέμεινε σταθερή στη θέση της και σε ανακοίνωσή του, ο σύλλογος ανέφερε:
«Η Μάντσεστερ Σίτι εκφράζει την έκπληξή της για την έκδοση αυτών των φερόμενων παραβάσεων των κανονισμών της Premier League, ιδίως δεδομένης της εκτεταμένης συνεργασίας και του τεράστιου όγκου λεπτομερούς υλικού που έχει παρασχεθεί στην EPL.
Ο σύλλογος χαιρετίζει την εξέταση της υπόθεσης από μια ανεξάρτητη επιτροπή, η οποία θα αξιολογήσει αμερόληπτα το πλήρες σώμα των αδιάψευστων αποδεικτικών στοιχείων που υπάρχουν προς υποστήριξη της θέσης του. Ως εκ τούτου, προσβλέπουμε στην οριστική διευθέτηση του θέματος».
Η σκιά της υπόθεσης, ωστόσο, θα παρέμενε πάνω από τη σεζόν που η Σίτι κατέκτησε το τρίτο διαδοχικό πρωτάθλημα Αγγλίας. Και σε αντίθεση με τις παραβάσεις των κανόνων οικονομικής βιωσιμότητας που είχαν οδηγήσει σε κυρώσεις την Έβερτον και τη Νότιγχαμ Φόρεστ, η νομική μάχη της Σίτι δεν επρόκειτο να τελειώσει γρήγορα. Θα συνεχιζόταν για χρόνια.
Μετά από μήνες προετοιμασίας, συλλογής καταθέσεων μαρτύρων και αποδεικτικών στοιχείων, στις 16 Σεπτεμβρίου 2024 οι ομάδες που εκπροσωπούσαν την Premier League και τη Μάντσεστερ Σίτι συγκεντρώθηκαν στο Διεθνές Κέντρο Επίλυσης Διαφορών στο Σίτι του Λονδίνου, για να ξεκινήσουν μια ακροαματική διαδικασία που θα διαρκούσε 12 εβδομάδες.
Όλα επρόκειτο να διεξαχθούν κεκλεισμένων των θυρών, όπως συνηθίζεται στις πειθαρχικές υποθέσεις της Premier League, και η διαδικασία αυτή υποσχόταν να αποτελέσει μια σημαντική στιγμή στη σύγχρονη ιστορία του αγγλικού ποδοσφαίρου.
Η Σίτι δεν δίστασε να δαπανήσει όσα χρήματα χρειάστηκαν, προσλαμβάνοντας τον KC Lord Pannick, στο πελατολόγιο του οποίου βρισκόταν μεταξύ άλλων και ο πρώην πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Boris Johnson.
Μια ανεξάρτητη τριμελής επιτροπή ανέλαβε να αποφανθεί για καθεμία από τις 115 κατηγορίες, χωρίς να διαρρεύσει καμία πληροφορία, λόγω του αυστηρά εμπιστευτικού χαρακτήρα της διαδικασίας.
Η σεζόν 2026-27 ξεκίνησε με τον διευθύνων σύμβουλο της Premier League, Richard Masters να δηλώνει στο Sky News ότι η διαδικασία είχε διαρκέσει «περισσότερο από το αναμενόμενο».
Η διετής αναμονή έληξε τελικά με την είδηση, ότι η Μάντσεστερ Σίτι κρίθηκε ένοχη για 114 από τις 115 κατηγορίες που της είχαν απαγγελθεί.
Η διαδικασία επιβολής των κυρώσεων βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, με όλα τα ενδεχόμενα να παραμένουν ανοιχτά.
Ένας εκπρόσωπος της Μάντσεστερ Σίτι δήλωσε: «Η διαδικασία της Premier League συνεχίζεται, με σημαντικά στοιχεία που πρέπει να ολοκληρωθούν, και υπόκειται σε αυστηρή εμπιστευτικότητα. Ως εκ τούτου, η θέση της Μάντσεστερ Σίτι παραμένει σύμφωνη με τη δήλωση του συλλόγου του Φεβρουαρίου 2023. Ο σύλλογος τήρησε επιμελώς τη δέουσα διαδικασία για οκτώ χρόνια, με βάση την πεποίθηση ότι το διοικητικό συμβούλιο και η εκτελεστική επιτροπή της Premier League θα συμπεριφέρονταν ως ανεξάρτητος, αμερόληπτος και δίκαιος ρυθμιστικός φορέας, απαλλαγμένος από κομματικές επιρροές».
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.