Ωδή στο Curling
Διαβάστε στο OneMan μια μικρή παρουσίαση του curling, του πιο παρεξηγημένου χειμερινού αθλήματος στη χώρα μας. Η ιστορία, η εξέλιξη, οι Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες, τα Παγκόσμια Πρωταθλήματα, ο αγωνιστικός χώρος, ο πάγος, οι πέτρες, οι σκούπες, τα παπούτσια, οι κανονισμοί του παιχνιδιού. Bonus, δυο προσωπικές εμπειρίες από το booth του Eurosport.
- 7 ΦΕΒ 2026
Πρόκειται για τη μεγαλύτερη πηγή χαβαλέ σε ό,τι αφορά τα χειμερινά σπορ. Από το μακρινό 1989, όταν το Eurosport ξεκίνησε να εκπέμπει στην Ελλάδα – ελεύθερο τότε και φυσικά χωρίς ελληνική περιγραφή ακόμα – είδαμε για πρώτη φορά, οι περισσότεροι τουλάχιστον, κάτι τύπους να ρίχνουν πέτρες πάνω σε έναν διάδρομο με πάγο και κάτι άλλους να σκουπίζουν μανιωδώς με σκούπες την επιφάνεια, χωρίς φυσικά να καταλαβαίνουμε τί ακριβώς θέλουν να πετύχουν.
Και επειδή ως φυλή είμαστε υπεράνω από οτιδήποτε καταδικάσουμε με την πρώτη ματιά, αποφασίσαμε να φορέσουμε στο curling την ταμπέλα της «σαχλαμάρας», εφαρμόζοντας και τα απαραίτητα συνώνυμα. «Ρε μαλάκα, τι καραγκιοζιλίκι είναι αυτό; Τι κάνουν οι μπαγλαμάδες με τις σκούπες; Τι θες να κάνουν; Δε βλέπεις; Σκουπίζουν!» Μη βγάζω την ουρά μου απέξω, τα ίδια απαξιωτικά σχόλια έκανα κι εγώ με τους φίλους μου, κάθε φορά που στο ζάπινγκ εμφανιζόταν το Eurosport και πέφταμε πάνω σε αγώνα curling.
Έλα όμως που ο καιρός έχει γυρίσματα και σε στέλνει αδιάβαστο πριν καν καταλάβεις τι έχει συμβεί. Περίπου δυο δεκαετίες μετά την πρώτη μου «γνωριμία» με το curling, το 2007 βρέθηκα εργαζόμενος στο Eurosport να περιγράφω αγώνες ποδηλασίας. Λίγους μήνες αργότερα, στο ξεκίνημα του 2008 και αφού ήδη είχα πάρει το βάπτισμα του πυρός στο Βόρειο σύνθετο (χειμερινό σπορ που συνδυάζει άλμα με σκι και σκι αντοχής), με φώναξε ο διευθυντής και με ρώτησε αν θα ήθελα να μεταδώσω curling, διότι πλησίαζε και το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στη Βόρεια Ντακότα των ΗΠΑ!
«Μα δεν έχω ιδέα τι κάνουν αυτά τα νούμερα με τις σκούπες», ήταν η πρώτη μου αντίδραση, για να ακουστεί η φωνή του Νίκου Συριώδη, καλού φίλου και συναδέλφου, που τότε εργαζόταν και εκείνος στο κανάλι: «Μη σε νοιάζει τίποτα, θα στα εξηγήσω όλα εγώ. Αν το καταλάβεις, θα αλλάξεις άποψη, είναι ξεχωριστό άθλημα». Πράγματι, λίγες μέρες μετά, μπήκα στο booth μαζί με τον Νίκο και άρχισα να σημειώνω στο τεφτέρι μου όλα όσα εκείνος παρουσίαζε στους τηλεθεατές, βοηθώντας με να «ξεκλειδώσω» τα μυστικά του curling.
Κάπως έτσι λοιπόν ξεκίνησε η ενασχόλησή μου με το «σκάκι στον πάγο», όπως είναι το παρατσούκλι του curling, απόλυτα διαφωτιστικό στο πόσο δύσκολο, περίπλοκο και στρατηγικό είναι το συγκεκριμένο άθλημα. Σιγά-σιγά, μέσα από τις μεταδόσεις, άρχισα να αντιλαμβάνομαι όλο και περισσότερο, όλο και καλύτερα τις πέτρες, τις βολές, τον στόχο, τις σκούπες, την τακτική κάθε ομάδας, τη «φιλοσοφία» στο παιχνίδι κάθε διαφορετικής στρατηγικής, το πόσο μπροστά πρέπει να βλέπουν οι παίκτες ώστε να προβλέψουν τι ακριβώς θα κάνει ο αντίπαλος και να το εμποδίσουν να συμβεί.
Σε αυτό το μεγαλύτερο, το κορυφαίο στην Ελλάδα αθλητικό σχολείο, που είναι πέραν πάσης αμφιβολίας το Eurosport, αποκρυπτογράφησα ένα ακόμα άθλημα, που μπορεί μέσα μου να μην έφτασε ποτέ την αγάπη που έχω για την ποδηλασία, όμως με δίδαξε – για μια ακόμα φορά – ότι είναι χαζό να κρίνεις ένα σπορ αν πρώτα δεν το γνωρίσεις πραγματικά και όχι επιφανειακά. Με το curling ασχολήθηκα για 5 χρόνια, μέχρι και το 2012, ύστερα το σταμάτησα επειδή οι ώρες της ποδηλασίας αυξήθηκαν πολύ και δεν είχα χρόνο.
Όμως φέτος, 14 χρόνια μετά, θα ξαναμπώ στο booth για να περιγράψω αναμετρήσεις curling που θα διεξαχθούν στην Cortina της Ιταλίας για τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες. Με αυτή την αφορμή, σκέφτηκα να παραθέσω μερικές βασικές πληροφορίες για το άθλημα, έτσι ώστε, αν κάποιοι από εσάς αποφασίσετε να το παρακολουθήσετε, να έχετε έναν «μπούσουλα» για το τι συμβαίνει κατά τη διάρκεια ενός τέτοιου αγώνα. Μαζί σας, πιο κάτω στο κείμενο, θα μοιραστώ και δυο πολύ μεγάλες στιγμές που έχω ζήσει ως σχολιαστής curling στο Eurosport, από τις κορυφαίες συνολικά στην 15ετή θητεία μου στο κανάλι. Και απόλυτα σπαρταριστές, όπως θα διαπιστώσετε!
Αυτά τα ολίγα ως πρόλογο για το τι θα ακολουθήσει. Θα ξεκινήσουμε με μερικά ιστορικά στοιχεία για την προέλευση και την εξέλιξη του αθλήματος, καθώς και την παρουσία του στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες και στη συνέχεια θα περάσουμε στο αγωνιστικό μέρος, αναλύοντας τα πάντα γύρω από τις πέτρες και τις σκούπες, τον αγωνιστικό χώρο, τις ομάδες, τη βαθμολογία στη διάρκεια ενός παιχνιδιού, το πώς βγαίνει ο νικητής και τη στρατηγική που εφαρμόζουν οι παίκτες, όχι μόνο ανάλογα με το τι θέλουν να πετύχουν, αλλά πάντα σε σχέση και με την τακτική του αντιπάλου.
Σκωτία, η πατρίδα του curling
Μια πέτρα curling με χαραγμένη πάνω της τη χρονολογία 1511, που βρέθηκε όταν αποστραγγίστηκε μια παλιά λίμνη στο Dunblane της Σκωτίας, είναι η παλαιότερη απόδειξη ότι οι Σκωτσέζοι έπαιζαν curling ήδη από τις αρχές του 16ου αιώνα. Αυτή η πέτρα, η παλαιότερη στον κόσμο, φυλάσσεται σήμερα στο “The Stirling Smith Art Gallery and Museum” στην πόλη Stirling της κεντρικής Σκωτίας. Η πρώτη γραπτή αναφορά σε «αγώνα με πέτρες πάνω στον πάγο» βρίσκεται στα αρχεία του Paisley Abbey, στο Renfrewshire, στα δυτικά Lowlands και χρονολογείται από τον Φεβρουάριο του 1541.
Η λέξη curling εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε έντυπη μορφή το 1620 στο Perth της Σκωτίας, στον πρόλογο και τους στίχους ενός ποιήματος του Henry Adamson. Το άθλημα ήταν γνωστό (και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα στη Σκωτία, αλλά και σε περιοχές που έφτασαν άποικοι από εκεί, όπως η Νέα Ζηλανδία και ο Καναδάς) και ως “the roaring game”, δηλαδή «το παιχνίδι του βρυχηθμού», από τον ήχο που κάνουν οι πέτρες όταν κυλούν πάνω στην παγωμένη επιφάνεια. Το ρηματικό ουσιαστικό “curling” προέρχεται από το σκωτσέζικο ρήμα curl, το οποίο περιγράφει την περιστροφική κίνηση της πέτρας.
Το Kilsyth Curling Club συστάθηκε το 1716 στην πόλη Kilsyth της Σκωτίας, θεωρείται το παλαιότερο σωματείο curling στον κόσμο και συνεχίζει τη λειτουργία του 310 ολόκληρα χρόνια μετά την ίδρυσή του. Λίγο έξω από το Kilsyth υπάρχει και η παλαιότερη τεχνητή λίμνη που δημιουργήθηκε αποκλειστικά ως τερέν για curling, μέσω ενός μικρού φράγματος το οποίο σχημάτισε μια ρηχή «πισίνα» με διαστάσεις περίπου 100 επί 250 μέτρα. Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή αναγνωρίζει το Royal Caledonian Curling Club (που ιδρύθηκε το 1838 στο Εδιμβούργο της Σκωτίας) ως τον δημιουργό των πρώτων επίσημων κανόνων για το άθλημα.
Στα πρώτα χρόνια του curling, οι πέτρες ήταν ουσιαστικά μεγάλα βότσαλα με επίπεδη κάτω μεριά και χωρίς λαβή, που τις μάζευαν από ποτάμια και λίμνες. Στη συνέχεια, κάποιες πέτρες είχαν τρύπες για ένα δάχτυλο και τον αντίχειρα, όπως οι μπάλες του μπόουλινγκ. Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σήμερα, οι παίκτες τότε δεν είχαν έλεγχο ούτε στην ταχύτητα ούτε στο “curl” (περιστροφή) της πέτρας και βασίζονταν περισσότερο στην τύχη, παρά στην ακρίβεια, την επιδεξιότητα και τη στρατηγική. Στον Καναδά, μέχρι το 1900, πολλοί παίκτες χρησιμοποιούσαν κομμάτια σίδερου αντί για πέτρες, ενώ σε άλλες χώρες πειραματίστηκαν με ξύλινα ή μεταλλικά κουτιά γεμάτα με πάγο.
Στη Σκωτία φυσικά και συγκεκριμένα στο Perth, βρίσκεται η έδρα του διεθνούς διοικητικού οργάνου του αθλήματος, δηλαδή η Παγκόσμια Ομοσπονδία Curling (World Curling Federation), που ξεκίνησε ως Επιτροπή του Royal Caledonian Curling Club, του συλλόγου που όπως αναφέραμε και πιο πάνω, έθεσε τους πρώτους επίσημους κανονισμούς του παιχνιδιού. Σήμερα συνεχίζουν να υπάρχουν ακόμα κάποια – λίγα – γήπεδα curling σε υπαίθριους χώρους, στη συντριπτική του όμως πλειοψηφία, το άθλημα παίζεται σε κλειστές εγκαταστάσεις.
Στην εποχή μας, το curling έχει εδραιωθεί περισσότερο στον Καναδά, όπου έγινε γνωστό από Σκωτσέζους μετανάστες στο τέλος του 18ου και στο ξεκίνημα του 19ου αιώνα. Το Royal Montreal Curling Club, που ιδρύθηκε το 1807, είναι ο παλαιότερος σύλλογος που εξακολουθεί να λειτουργεί στη Βόρεια Αμερική. Το 1830 ιδρύθηκε και ο πρώτος σύλλογος curling στις ΗΠΑ, ενώ οι Σκωτσέζοι το έκαναν δημοφιλές στα τέλη του 19ου αιώνα σε χώρες όπως η Σουηδία και η Ελβετία. Σήμερα παίζεται σχεδόν σε όλη την Ευρώπη και έχει εξαπλωθεί στη Βραζιλία, την Ιαπωνία, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία, την Κίνα και την Κορέα.
Curling και Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες
Το curling ήταν ένα από τα πέντε αθλήματα των πρώτων Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων το 1924 στο Chamonix της Γαλλίας, μαζί με το bobsleigh, το χόκεϊ επί πάγου, την παγοδρομία και το βορινό σκι. Όμως τα αποτελέσματα σε εκείνο το Ολυμπιακό τουρνουά αναγνωρίστηκαν επίσημα μόλις το 2006 από τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή, αφού μέχρι τότε υπήρχε ασάφεια ως προς το αν το curling το 1924 ήταν επίσημο άθλημα ή άθλημα επίδειξης (όπως ακριβώς και η στρατιωτική περίπολος, προπομπός του δίαθλου). Απουσίασε από τους Αγώνες του 1928 και επανήλθε το 1932 στο Lake Placid των ΗΠΑ, ως άθλημα επίδειξης.
Μετά από μακρά απουσία 56 ετών, το curling επανεμφανίστηκε το 1988 στο Calgary του Καναδά, ξανά ως άθλημα επίδειξης, όπως και το 1992 στην Albertville της Γαλλίας. Τελικά εντάχθηκε στο επίσημο πρόγραμμα των Ολυμπιακών αθλημάτων, στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 1998 στο Ναγκάνο της Ιαπωνίας και έκτοτε δεν έχει απουσιάσει από καμία διοργάνωση. Μέχρι και το 2014 υπήρχαν δυο αγωνίσματα στο Ολυμπιακό curling, των ανδρών και των γυναικών. Από το 2018, στην Πιόνγκτσανγκ της Νότιας Κορέας, προστέθηκε και ένα τρίτο αγώνισμα, το mixed doubles (μικτό διπλό), όπου η κάθε ομάδα έχει μόνο δυο μέλη, έναν άνδρα και μια γυναίκα.
Από τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 1998 και μετά, ο Καναδάς είναι η χώρα που κυριαρχεί στα Ολυμπιακά τουρνουά, τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες. Στις επτά τελευταίες Ολυμπιακές διοργανώσεις (από το 1998 μέχρι το 2022), η ανδρική ομάδα του Καναδά έχει κατακτήσει τρία χρυσά μετάλλια (2006, 2020, 2014), δυο ασημένια (1998, 2002) και ένα χάλκινο (2022), κάτι που σημαίνει ότι οι Καναδοί έχουν ανέβει σε όλα τα βάθρα, εκτός από εκείνο του 2018, όπου τερμάτισαν στην 4η θέση. Στις ίδιες επτά τελευταίες διοργανώσεις, η γυναικεία ομάδα του Καναδά έχει κατακτήσει δυο χρυσά (1998, 2014), ένα ασημένιο (2010) και δυο χάλκινα (2002, 2006). Ο Καναδάς κατέκτησε και το χρυσό μετάλλιο στο mixed doubles του 2018.
Σε ό,τι αφορά τον συγκεντρωτικό πίνακα μεταλλίων (σε όλα τα αγωνίσματα) στις 8 Ολυμπιακές διοργανώσεις όπου το curling βρισκόταν στο Ολυμπιακό πρόγραμμα ως επίσημο άθλημα (1924, 1998-2022), ο Καναδάς όπως είναι αναμενόμενο βρίσκεται στην κορυφή με 12 συνολικά μετάλλια (6-3-3), ακολουθεί η Σουηδία με 11 (4-3-4) και την πρώτη τριάδα συμπληρώνει η Μεγάλη Βρετανία με 6 (3-2-1). Στη συνέχεια έχουμε την Ελβετία με 7 (1-3-3), τη Νορβηγία με 5 (1-2-2), τις ΗΠΑ με 2 (1-0-1) και την Ιταλία με 1 (1-0-0). Αυτές οι επτά χώρες είναι και οι μοναδικές που έχουν κατακτήσει από τουλάχιστον ένα χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο. Υπάρχουν ακόμα 6 χώρες που έχουν κερδίσει Ολυμπιακά μετάλλια (Ιαπωνία, Δανία, Φινλανδία, Νότια Κορέα, Κίνα και Γαλλία).
Curling και Παγκόσμια Πρωταθλήματα
Το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα curling (World Curling Championships) είναι ετήσια διοργάνωση υπό την αιγίδα της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας curling (WCF), στην οποία παίρνουν μέρος ομάδες εθνικών πρωταθλημάτων. Το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα ανδρών ξεκίνησε το 1959 και 20 χρόνια μετά, το 1979, ξεκίνησε το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα γυναικών. Το 2008 μπήκαν στο πρόγραμμα τα mixed doubles και το 2016 τα mixed αγωνίσματα. Επίσης, από το 2002 διεξάγεται Παγκόσμιο Πρωτάθλημα mixed wheelchair (μικτό με αμαξίδιο) και από το 2022 mixed double wheelchair (μικτό διπλό με αμαξίδιο) για αθλητές και αθλήτριες ΑμεΑ.
Από το 2005 και μετά, τα Παγκόσμια Πρωταθλήματα ανδρών και γυναικών διεξάγονται σε διαφορετικές χώρες, με τον Καναδά να φιλοξενεί πάντοτε το ένα από τα δυο, το πρωτάθλημα ανδρών στα μονά έτη και το πρωτάθλημα γυναικών στα ζυγά έτη. Ο Καναδάς είναι και ο απόλυτος κυρίαρχος στους παγκόσμιους τίτλους τόσο των ανδρών (36 σε 66 διοργανώσεις) όσο και των γυναικών (19 σε 46 διοργανώσεις). Στους άνδρες, ο Καναδάς έχει κατακτήσει συνολικά 58 μετάλλια (36-14-8), ακολουθεί η Σουηδία με 27 (12-8-7) και την πρώτη τριάδα συμπληρώνει η Σκωτία με 37 (7-21-9).
Να ανοίξουμε εδώ μια παρένθεση για να πούμε ότι σε αντίθεση με τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες όπου υπάρχει μόνο μια ομάδα, αυτή της Μεγάλης Βρετανίας, στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα η Σκωτία αγωνίζεται ως ανεξάρτητη ομάδα εθνικού πρωταθλήματος. Επιστρέφουμε στα στατιστικά και τις γυναίκες, με τον Καναδά να προηγείται και εδώ με 38 συνολικά μετάλλια (19-8-11). Ακολουθούν η Ελβετία με 19 (10-4-5) και η Σουηδία με 25 (8-10-7). Βλέπουμε πώς μεταφράζεται σε αριθμούς η απόλυτη κυριαρχία των Καναδών, με έναν όμως αστερίσκο στους άνδρες, που έχουν να κατακτήσουν τον παγκόσμιο τίτλο εδώ και 9 χρόνια, από το 2017.
Η μοναδική χρονιά που δεν είχαμε παγκόσμια πρωταθλήματα, ήταν το 2020 λόγω της επιδημίας του Covid-19. Λαμβάνοντας τώρα υπόψη μας τα αποτελέσματα όλων των Παγκόσμιων Πρωταθλημάτων του curling (άνδρες, γυναίκες, mixed, mixed doubles, wheelchair mixed team και wheelchair mixed doubles), στον συγκεντρωτικό πίνακα μεταλλίων βρίσκουμε και πάλι πρώτο τον Καναδά με 115 μετάλλια (61-29-25), δεύτερη τη Σουηδία με 69 (25-27-17) και τρίτη την Ελβετία με 55 (21-14-20). Η «μητέρα» του αθλήματος, Σκωτία, ακολουθεί αμέσως μετά, στην τέταρτη θέση με 64 μετάλλια (14-30-20).
«Μεγάλες στιγμές» & ζζζζζζζζ…..!
Πριν περάσω στα χαρακτηριστικά του αθλήματος, ήρθε η ώρα για τις δυο κορυφαίες curling στιγμές μου μέσα στο booth του Eurosport, όπως σας είχα υποσχεθεί στον πρόλογο, αμφότερες σε αγώνες ανδρών. Η πρώτη το 2009, στη διάρκεια του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος στο Moncton του Καναδά. Εκεί λοιπόν, σε παιχνίδι play-off ανάμεσα στη Σκωτία και τον Καναδά, βλέποντας τον skip (αρχηγό) των Σκωτσέζων, David Murdoch, να πετυχαίνει τριπλό take-out, να διώχνει δηλαδή με την πέτρα του τρεις αντίπαλες πέτρες μέσα από τον κεντρικό κύκλο (house, σπίτι στα ελληνικά), αφήνοντας παράλληλα τη δική του εκεί, δεν άντεξα και αναφώνησα στο μικρόφωνο «κυρίες και κύριοι, παρακολουθούμε πολύ μεγάλες στιγμές curling»!!! Σε φάση, νῦν ἀπολύεις τόν δοῦλον σου, Δέσποτα…
Η δεύτερη ήρθε έναν χρόνο μετά, στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 2010 στο Βανκούβερ, όπου η πολύ μεγάλη διαφορά της ώρας (10 ώρες πίσω από την Ελλάδα), έστειλε τη συντριπτική πλειοψηφία των μεταδόσεων μέσα στη μαύρη νύχτα. Εκεί λοιπόν, σε μια τέτοια μετάδοση όπου δεν θυμάμαι καν τις ομάδες, σε αγώνα του πρώτου γύρου και αφού είχα βαρεθεί τη ζωή μου, κάποια στιγμή έγειρα γλυκά στο πλάι και όπως θα έλεγε και ο μεγάλος Στράτος, αποκοιμήθηκα! Η Ναταλία, η ηχολήπτρια βάρδιας, άκουσε φυσικά από τον χώρο με τις κονσόλες τη βαριά αναπνοή μου (sic) που συνόδευε μέσα στην απόλυτη σιωπή τις προσπάθειες των αθλητών και ενεργοποιήθηκε αυτόματα. Έκλεισε τον ήχο στο μικρόφωνό μου, ήρθε στο booth, με ξύπνησε και μου έφτιαξε έναν καφέ για να πάρω τα ίσια μου!
Που παίζεται το curling
Πάμε τώρα να δούμε πού διεξάγονται οι αγώνες curling, ποιος είναι ο αγωνιστικός χώρος του αθλήματος. Όπως βλέπετε στην πάνω φωτογραφία, αλλά και στο κάτω γράφημα, πρόκειται για μια ορθογώνια πίστα πάγου που ονομάζεται curling sheet.
- Πολύ βασικό, πριν συνεχίσουμε, είναι να προσθέσουμε εδώ πως η πίστα είναι πανομοιότυπη και δεξιά και αριστερά, έτσι ώστε ένας αγώνας curling να μπορεί να παιχτεί και από τις δυο μεριές.
- Η Διεθνής Ομοσπονδία έχει θέσει τις προδιαγραφές για τις διαστάσεις της πίστας, οι οποίες είναι: μήκος 45,72 μέτρα και πλάτος 4,75 μέτρα (γενικά οι διαστάσεις αυτές επιτρέπεται να κυμαίνονται στο μεν μήκος από 45 μέχρι 46 μέτρα, στο δε πλάτος από 4,4 μέχρι 5 μέτρα), με πανομοιότυπα σετ κύκλων κοντά σε κάθε άκρο. Η πίστα πρέπει να είναι απόλυτα επίπεδη.
- Οι δυο μικρές πλευρές του ορθογώνιου ονομάζονται backboards.
- Μια οριζόντια γραμμή στη μέση της πίστας, τη διασχίζει από το ένα άκρο της μέχρι το άλλο (ενώνει δηλαδή νοητά τα δυο backboards στο κέντρο τους, σταματώντας στα δυο hacks, 1,8 μέτρα πριν τα backboards) και ονομάζεται centre line.
- Στο αριστερό και στο δεξί μέρος της πίστας υπάρχουν δυο κύκλοι, με άνοιγμα 3,66 μέτρα ο καθένας, από το κέντρο των οποίων περνάει η centre line. Κάθετα στους δυο κύκλους, υπάρχουν δυο άλλες γραμμές, που επίσης τέμνουν τους κύκλους στο κέντρο τους. Οι γραμμές αυτές ονομάζονται tee lines και σε συνδυασμό με την centre line, χωρίζουν τους δυο κύκλους σε τεταρτημόρια (σε τέσσερα τέταρτα). Οι tee lines απέχουν μεταξύ τους 34,75 μέτρα.
- Κάθετα στους δυο κύκλους και παράλληλες προς τις tee lines, έχουμε δυο ακόμα γραμμές, τις back lines, που αγγίζουν την περιφέρεια των δυο κύκλων από την πίσω τους μεριά, δηλαδή προς το αντίστοιχο backboard. Κάθε tee line απέχει 1,83 μέτρα από την back line.
- Ανάμεσα στις back lines και τα backboards (και σε απόσταση 3,7 μέτρων από το κέντρο των κύκλων) βρίσκονται τα hacks (ένα σε κάθε μεριά της πίστας), κάτι αντίστοιχο με τους βατήρες στους αγώνες ταχύτητας του στίβου, όπου ο παίκτης τοποθετεί το ένα του πόδι, για να πάρει ώθηση πάνω στον πάγο, πριν τη βολή του.
- Ένας παίκτης που ξεκινάει την προσπάθειά του από το hack, έχει δικαίωμα να κινηθεί μαζί με την πέτρα μέχρι την hog line, που απέχει 10 μέτρα από το hack. Είναι υποχρεωμένος να την αφήσει πριν την hog line, αλλιώς η προσπάθεια ακυρώνεται και η πέτρα αποσύρεται από την πίστα. Όμως ακόμα και αν η πέτρα φύγει σωστά από την hog line ρίψης, πρέπει να περάσει ολόκληρη από την απέναντι hog line, αλλιώς θεωρείται και πάλι άκυρη και αποσύρεται από την πίστα. Οι δυο hog lines απέχουν μεταξύ τους 25 μέτρα.
- Συνεχίζουμε με τους δυο πανομοιότυπους κύκλους. Ο κύκλος προς τον οποίο οι παίκτες στέλνουν τις πέτρες τους στη διάρκεια ενός αγώνα, ονομάζεται house (σπίτι). Το σπίτι αποτελείται από έναν μικρό κεντρικό κύκλο που ονομάζεται button (κουμπί) και τρεις ακόμα ομόκεντρους δακτυλίους με διάμετρο 1,22 μέτρα, 2,44 μέτρα και 3,66 μέτρα αντίστοιχα. Ο δακτύλιος γύρω από το κουμπί και ο εξωτερικός δακτύλιος ξεχωρίζουν από το κόκκινο και το (συνήθως) μπλε χρώμα τους που σχηματίζεται είτε με βαφή, είτε με την τοποθέτηση ενός χρωματιστού φύλλου βινυλίου κάτω από τον πάγο. Μια πέτρα, για να σκοράρει, πρέπει να αγγίξει τουλάχιστον τον εξωτερικό δακτύλιο, να έχει δηλαδή έστω την ελάχιστη επαφή με το σπίτι.
- Η «πράσινη» περιοχή στο γράφημα ανάμεσα στην hog line και την tee line, εξαιρώντας το σπίτι (δηλαδή τον κύκλο), ονομάζεται free guard zone. Σύμφωνα με τον κανονισμό 5-Rock Rule, οι πρώτες πέντε πέτρες που θα τοποθετηθούν σε αυτή την περιοχή στη διάρκεια ενός end, απαγορεύεται να τεθούν εκτός παιχνιδιού από την αντίπαλη ομάδα (αρκεί να μην έχουν την παραμικρή επαφή με το σπίτι). Οι αντίπαλοι παίκτες μπορούν να τις χτυπήσουν και να τις μετακινήσουν, αλλά αν θέσουν κάποια από αυτές εκτός παιχνιδιού, η επιτιθέμενη πέτρα βγαίνει εκτός και η πέτρα-guard επιστρέφει στη θέση που ήταν. Αυτός ο κανονισμός που πρωτοεμφανίστηκε το 2018, ευνοεί το επιθετικό παιχνίδι και μειώνει τις πιθανότητες της λευκής ισοπαλίας.
Ο πάγος του curling sheet
- Ο πάγος μπορεί να είναι φυσικός, αλλά συνήθως δημιουργείται από μια ψυκτική εγκατάσταση που αντλεί ένα αλατούχο διάλυμα (νερό κορεσμένο με αλάτι) μέσω ενός συστήματος πολυάριθμων σωλήνων που είναι στερεωμένοι κατά μήκος στον πυθμένα μιας ρηχής λεκάνης (μεγέθους όσο και η πίστα) με νερό.
- Στις μεγάλες διοργανώσεις όπως οι Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες, η συντήρηση του πάγου είναι εξαιρετικά σημαντική. Οι υπεύθυνοι για αυτό πρέπει να παρακολουθούν και να ρυθμίζουν συνεχώς τις θερμοκρασίες του πάγου και του αέρα, καθώς και τα επίπεδα υγρασίας του αέρα, για να εξασφαλίσουν μια σταθερή επιφάνεια παιχνιδιού.
- Κάτι πολύ σημαντικό είναι ότι η επιφάνεια του πάγου δεν πρέπει να είναι λεία, διότι τότε η πέτρα δεν θα μπορούσε να εκτελέσει περιστροφική κίνηση. Πιο κάτω εξηγούμε τη διαδικασία pebbling που εμποδίζει να συμβεί κάτι τέτοιο.
- Η ιδανική θερμοκρασία στην επιφάνεια της πίστας είναι – 5°C (23°F). Για τον σωστό έλεγχο των θερμοκρασιών σε πάγο και αέρα, αλλά και την υγρασία στον αέρα, κάθε φύλλο πάγου που τοποθετείται πάνω στην πίστα, έχει ενσωματωμένους πολλαπλούς αισθητήρες για την παρακολούθηση της θερμοκρασίας στην επιφάνεια. Επίσης υπάρχουν αισθητήρες τοποθετημένοι στις κερκίδες για την υγρασία του αέρα, αλλά και μια τεράστια αίθουσα ελέγχου όλης της εγκατάστασης, όπου υπάρχουν αισθητήρες για τη σωστή θερμοκρασία στη ροή τροφοδοσίας με υγρό των σωλήνων κάτω από τον πάγο.
- Ένα βασικό μέρος της προετοιμασίας της επιφάνειας της πίστας, είναι ο ψεκασμός σταγονιδίων νερού στον πάγο, τα οποία ψύχονται και σχηματίζουν μικρά «βότσαλα» (τον λεγόμενο “pebbled ice“), κάτι σαν θρυμματισμένο πάγο ή νιφάδες χιονιού. Η επιφάνεια του pebbled ice θυμίζει φλούδα πορτοκαλιού και σε συνδυασμό με τον κοίλο πυθμένα της πέτρας, μειώνει την τριβή μεταξύ πέτρας και πάγου, επιτρέποντάς της να κινηθεί περισσότερο. Όσο τα «βότσαλα» φθείρονται κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, διαταράσσεται και η ισορροπία στην τριβή μεταξύ πέτρας και πάγου, κάτι που ο συντηρητής παρακολουθεί συνεχώς, ώστε όποτε χρειαστεί, να παρέμβει ψεκάζοντας ξανά την πίστα.
Οι πέτρες του curling
Η πέτρα του curling κατασκευάζεται από γρανίτη και ακολουθεί τις εξής προδιαγραφές, όπως τις ορίζει η Παγκόσμια Ομοσπονδία: βάρος μεταξύ 17,24 και 19,96 κιλών, μέγιστη περιφέρεια 914 χιλιοστών και ελάχιστο ύψος 114 χιλιοστών. Το μόνο μέρος της πέτρας που έρχεται σε επαφή με τον πάγο, είναι η επιφάνεια κύλισης, ένας στενός επίπεδος δακτύλιος με πλάτος 6,4 έως 12,7 χιλιοστά και διάμετρο περίπου 130 χιλιοστά. Οι πλευρές της πέτρας είναι κυρτές, ενώ το εσωτερικό του δακτυλίου είναι κοίλο για να καθαρίζει τον πάγο.
Ο γρανίτης για τις πέτρες του curling, προέρχεται μόνο από δυο σημεία σε όλον τον κόσμο, από το νησί Ailsa Craig, στις δυτικές ακτές της Σκωτίας και από το λατομείο γρανίτη Trefor στο Gwynedd της Ουαλίας. Οι δυο αυτές τοποθεσίες παρέχουν συνολικά τέσσερα είδη γρανίτη, που ονομάζονται από την απόχρωσή τους ως εξής: Ailsa Craig Blue Hone (ο κορυφαίος γρανίτης από τους τέσσερις), Ailsa Craig Common Green, Blue Trefor και Red Trefor. Ο Blue Hone έχει πολύ χαμηλή απορρόφηση νερού, εμποδίζοντας τον πάγο να διαβρώσει την πέτρα, γι’ αυτό και θεωρείται το κορυφαίο υλικό.
Όμως, σε αντίθεση με τον Common Green που απλά συλλέγεται από το έδαφος, ο Blue Hone απαιτεί την αποκόλληση του βράχου από την επιφάνεια του γκρεμού στις απότομες πλαγιές του νησιού. Στο παρελθόν, οι περισσότερες επαγγελματικές πέτρες curling κατασκευάζονταν από γρανίτη Blue Hone, όμως τα τελευταία χρόνια, το νησί ανακηρύχθηκε εθνικό καταφύγιο άγριας πανίδας και η εξόρυξη περιορίστηκε δραστικά, ενώ περιβαλλοντικοί κανόνες που επιβλήθηκαν, απαγορεύουν πλέον τη χρήση εκρηκτικών. Το 2002 σταμάτησε η λειτουργία του λατομείου στο νησί, αλλά το 2013 δόθηκε η άδεια για μια μαζική εξόρυξη βράχων (2.000 τόνοι), ώστε να καλυφθούν οι παραγγελίες μέχρι το 2020, όταν και επαναλήφθηκε μια ακόμα μαζική εξόρυξη.
Η Kays Scotland που ιδρύθηκε το 1851, είναι η μοναδική εταιρεία σήμερα στη Μεγάλη Βρετανία που κατασκευάζει πέτρες curling και έχει τα αποκλειστικά δικαιώματα εξόρυξης στο Ailsa Craig. Τα δικαιώματα αυτά παραχωρήθηκαν από τον Μαρκήσιο του Ailsa, στην οικογένεια του οποίου ανήκει το νησί από το 1560. Η Kays Scotland προμηθεύει τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες με πέτρες από το 1924, ενώ από τη διοργάνωση του 2006 έγινε ο αποκλειστικός κατασκευαστής πετρών curling για τα Ολυμπιακά τουρνουά. Το λατομείο Trefor της Ουαλίας που εξορύσσει γρανίτη σε ροζ, μπλε και γκρι αποχρώσεις, είναι αποκλειστικός προμηθευτής της καναδικής εταιρείας Canada Curling Stone Company, που κατασκευάζει πέτρες curling από το 1992.
Ολοκληρώνουμε την αναφορά μας στις πέτρες του curling, με τη λαβή, η οποία τοποθετείται στο πάνω μέρος της πέτρας και στερεώνεται με ένα μπουλόνι, το οποίο διατρέχει κάθετα μια τρύπα από πάνω έως κάτω στο κέντρο της πέτρας. Η λαβή επιτρέπει στον παίκτη να πιάσει την πέτρα, αλλά και να της δώσει την περιστροφή που επιθυμεί τη στιγμή που την απελευθερώνει πάνω στον πάγο. Ο παίκτης, τη στιγμή που αφήνει την πέτρα από το χέρι του, της δίνει κουνώντας αντίστοιχα τη λαβή, αριστερόστροφη ή δεξιόστροφη κίνηση, ανάλογα με το που ακριβώς θέλει να την οδηγήσει. Οι λαβές είναι χρωματιστές για να ξεχωρίζουν οι πέτρες κάθε ομάδας.
Τα συνηθέστερα χρώματα στις μεγάλες διοργανώσεις είναι το κίτρινο και το κόκκινο. Στους εθνικούς και διεθνείς αγώνες υψηλού επιπέδου, χρησιμοποιούνται υποχρεωτικά λαβές με ηλεκτρονικούς αισθητήρες (γνωστές ως Eye on the Hog) για την ανίχνευση παραβάσεων στην “hog-line”, τη γραμμή δηλαδή που σηματοδοτεί το τελευταίο όριο, πίσω από το οποίο είναι υποχρεωμένος ο παίκτης να αφήσει την πέτρα από το χέρι του. Σε περίπτωση παραβίασης, στη βάση της λαβής ανάβει ένα φως που ενημερώνει τους κριτές. Με αυτόν τον τρόπο, δεν υπάρχει η περίπτωση του ανθρώπινου λάθους, αλλά και δεν χρειάζονται επόπτες για την “hog-line”.
Οι σκούπες που είναι βούρτσες
Περνάμε στην πιο χαρακτηριστική ενότητα του κειμένου, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, αφού οι σκούπες είναι η βασικότερη πηγή χλευασμού του αθλήματος στη χώρα μας. Μέχρι τη δεκαετία του 1950, οι σκούπες του curling ήταν κατασκευασμένες από το λεγόμενο «μετάξι καλαμποκιού», τις μακριές, λεπτές, μεταξένιες ίνες που βρίσκονται κάτω από τα φύλλα του καλαμποκιού, γνωστές ως «μουστάκια». Αυτές οι σκούπες έμοιαζαν πολύ με τις απλές, καθημερινές σκούπες που χρησιμοποιούσαν επί δεκαετίες οι νοικοκυρές, όπως μπορείτε να αντιληφθείτε από την επάνω φωτογραφία.
Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’60, Σκωτσέζοι παίκτες του curling άρχισαν να χρησιμοποιούν βούρτσες αντί για σκούπες, επειδή η εκμάθηση της τεχνικής τους ήταν πιο εύκολη. Αυτό σύντομα πέρασε και στους παίκτες του Καναδά και μετά από συζητήσεις, αναλύσεις και δοκιμές, οι επαγγελματίες curlers κατέληξαν στο ότι η βούρτσα ήταν το ίδιο (ή και περισσότερο) αποτελεσματική από την σκούπα, έτσι από το ξεκίνημα της δεκαετίας του ’70 έγινε η αλλαγή, με τη συντριπτική πλειοψηφία των παικτών σε όλον τον κόσμο να υιοθετεί τη λιγότερο δαπανηρή και πιο αποδοτική βούρτσα. Σήμερα οι βούρτσες έχουν αντικαταστήσει τις σκούπες σε όλα τα επίπεδα του curling, από τους ερασιτέχνες μέχρι τους επαγγελματίες.
Οι σύγχρονες βούρτσες του curling είναι φτιαγμένες από τεχνητό ύφασμα, από τρίχες χοίρου ή από τρίχες αλόγου. Οι λαβές είναι συνήθως κοίλοι σωλήνες κατασκευασμένοι από υαλοβάμβακα ή ανθρακονήματα, αντί για το παραδοσιακό συμπαγές ξύλινο σκουπόξυλο. Οι σημερινές λαβές είναι ελαφρύτερες και ανθεκτικότερες από τις ξύλινες λαβές, επιτρέποντας ταχύτερο σκούπισμα και μεγαλύτερη προς τα κάτω δύναμη που ασκείται στην κεφαλή της βούρτσας. Το 2014 είχαμε το περίφημο “broomgate”, με την εμφάνιση ενός νέου επαναστατικού υφάσματος που μπορούσε να επηρεάσει την πορεία της πέτρας πολύ καλύτερα από τις υπάρχουσες βούρτσες.
Αυτό ισοδυναμούσε με αλλαγή των βασικών αρχών του αθλήματος, αφού μειώνονταν οι απαιτούμενες δεξιότητες, ενώ παράλληλα όσοι χρησιμοποιούσαν αυτό το υλικό στις βούρτσες τους, αποκτούσαν ένα αθέμιτο πλεονέκτημα. 34 από τις κορυφαίες επαγγελματικές ομάδες υπέγραψαν μια κοινή δήλωση, δεσμευόμενες να μη χρησιμοποιήσουν το νέο υλικό. Οι καινούργιες βούρτσες απαγορεύτηκαν από την Παγκόσμια Ομοσπονδία, η οποία από το 2016 και μετά έχει εγκρίνει μόνο μια τυποποιημένη κεφαλή βούρτσας για το αγωνιστικό curling. Ας περάσουμε τώρα στο σημαντικότερο μέρος αυτής της ενότητας που είναι ο ρόλος της σκούπας/βούρτσας στο παιχνίδι.
Η σκούπα ή βούρτσα στο curling, χρησιμοποιείται για τέσσερις βασικούς λόγους. Ο πρώτος είναι ως βοήθημα ισορροπίας στον παίκτη τη στιγμή που εκτελεί μια βολή, όπως μπορείτε να διαπιστώσετε στην πάνω εικόνα. Οι επόμενοι τρεις, που είναι και βασικότεροι, μπαίνουν σε εφαρμογή από τη στιγμή που η πέτρα φύγει από το χέρι του παίκτη που εκτελεί τη βολή. Είναι το σημείο όπου βλέπουμε τους συμπαίκτες του να τρίβουν την επιφάνεια του πάγου. Γιατί όμως το κάνουν αυτό; Πρώτον, για να κινηθεί η πέτρα περισσότερο (αν χρειάζεται), δεύτερον, για να μειωθεί η περιστροφική της κίνηση (αν χρειάζεται) και τρίτον, για να λειανθεί ο πάγος από τους πολλούς μικρούς κρυστάλλους που υπάρχουν στην επιφάνειά του και επηρεάζουν την ταχύτητα και την κατεύθυνση της πέτρας.
Το «σκούπισμα» ή «βούρτσισμα» (ανάλογα τον όρο που προτιμάτε) βοηθάει στο να μειωθεί η τριβή στο συγκεκριμένο τμήμα του πάγου, επιτρέποντας στην πέτρα να φτάσει πιο μακριά και να κινηθεί πιο ίσια. Κάτι πολύ βασικό, είναι ο παίκτης να γνωρίζει άριστα την τεχνική του σκουπίσματος. Και αυτό, επειδή υπάρχουν περιπτώσεις όπου θέλουμε να μεγαλώσει η ταχύτητα, αλλά να μην αλλάξει η κατεύθυνση (ή το αντίθετο). Για παράδειγμα, μια ομάδα πρέπει να αποφασίσει πολύ γρήγορα τι είναι προτιμότερο, να σκουπίσει ώστε να δώσει ταχύτητα αποφεύγοντας μια αντίπαλη πέτρα που βρίσκεται στην τροχιά της ή να μην το κάνει και να χτυπήσει την πέτρα.
Αν παρακολουθήσετε οποιονδήποτε αγώνα curling, θα διαπιστώσετε ότι αμέσως μόλις ένας παίκτης εκτελέσει τη βολή του αφήνοντας την πέτρα από το χέρι του, ξεκινάει να δίνει φωναχτά οδηγίες στους συμπαίκτες του για το πότε, αν και πώς πρέπει να σκουπίσουν τον πάγο. Ο αρχηγός (skip) της ομάδας αξιολογεί την πορεία της πέτρας, ανταλλάσσει πληροφορίες με τους sweepers σχετικά με την ταχύτητά της και ζητάει σκούπισμα για να διατηρηθεί η προβλεπόμενη τροχιά. Οι sweepers (αυτοί δηλαδή που σκουπίζουν), έχουν την ευθύνη για την ταχύτητα της πέτρας και είναι αυτοί που ενημερώνουν τον skip για τον αν το υπολογισμένο μήκος διαδρομής που θεωρητικά καλείται να καλύψει η πέτρα, είναι το σωστό. Η ταχύτητα και η πίεση είναι πολύ σημαντικά στο σκούπισμα (sweeping).
Το ένα χέρι που πιάνει τη σκούπα, πρέπει να βρίσκεται στο επάνω ένα τρίτο της λαβής, ενώ το άλλο, στο κάτω ένα τρίτο της λαβής. Η γωνία της σκούπας προς τον πάγο, πρέπει να είναι τέτοια, ώστε να ασκείται η βέλτιστη – αναγκαία κάθε φορά – δύναμη στην παγωμένη επιφάνεια. Η πίεση ποικίλλει, από ένα «απλό καθάρισμα» για να λειανθεί ο πάγος, μέχρι σκούπισμα με τη μέγιστη δύναμη. Το σκούπισμα επιτρέπεται οπουδήποτε στον πάγο μέχρι την tee-line (γραμμή έναρξης). Μόλις το μπροστά μέρος της πέτρας περάσει αυτή τη γραμμή, μόνο ένας παίκτης μπορεί να σκουπίσει. Επιπρόσθετα, αν μια πέτρα περάσει πίσω από την tee-line, τότε έχει το δικαίωμα να την σκουπίσει και ένας παίκτης από την αντίπαλη ομάδα (η μοναδική περίπτωση όπου επιτρέπεται κάτι τέτοιο). Αυτός ο παίκτης μπορεί να είναι μόνο ο skip (ή ο τρίτος, αν ο skip είναι στη θέση βολής).
Τα παπούτσια του curling
Τα παπούτσια του curling μοιάζουν πολύ με τα συνηθισμένα αθλητικά παπούτσια, εκτός από τις ειδικές σόλες. Το slider shoe (γνωστό απλά ως slider) είναι σχεδιασμένο για το ολισθαίνον πόδι και το gripper shoe (γνωστό απλά ως gripper) για το πόδι που ξεκινάει από το hack. Το slider έχει σχεδιαστεί για να γλιστράει στον πάγο και συνήθως έχει σόλα από τεφλόν. Χρησιμεύει στον παίκτη κατά τη ρίψη της πέτρας, ώστε να μπορεί να κυλήσει στον πάγο, αλλά και στους sweepers για να γλιστρούν χωρίς πρόβλημα στον πάγο όσο ακολουθούν την πέτρα και σκουπίζουν την επιφάνεια. Επίσης είναι χρήσιμο και σε όποιον παίκτη θέλει να μετακινηθεί γρήγορα στην πίστα.
Εναλλακτικά, εκτός από τεφλόν, η σόλα του slider μπορεί να είναι κατασκευασμένη είτε από ανοξείδωτο ατσάλι, είτε από PVC. Τα περισσότερα sliders έχουν ολισθαίνουσα επιφάνεια σε ολόκληρη τη σόλα, αλλά υπάρχουν και κάποια στα οποία η επιφάνεια αυτή περιορίζεται μόνο στο περίγραμμα του παπουτσιού. Επίσης υπάρχουν sliders με μικρούς δίσκους ολίσθησης που καλύπτουν μόνο το μπροστινό μέρος και το τμήμα της φτέρνας ή απλά μόνο το μπροστινό (για όσους εφαρμόζουν το “tuck delivery”, μια τεχνική με την οποία ο παίκτης κινείται πάνω στην επιφάνεια στηριζόμενος μόνο στα δάχτυλα του ποδιού με τη φτέρνα σηκωμένη από τον πάγο, αντίθετα δηλαδή με την τεχνική του “flat-foot delivery”, όπου ολόκληρη η σόλα πατάει στον πάγο).
Όταν ένας παίκτης δεν είναι στη θέση για ρίψη, μπορεί να εφαρμόσει στο slider μια αποσπώμενη σόλα gripper (όπως στην από πάνω φωτογραφία), κάνοντάς το προσωρινά αντιολισθητικό. Τα συνηθισμένα αθλητικά παπούτσια μπορούν να μετατραπούν σε sliders, είτε χρησιμοποιώντας μια αποσπώμενη σόλα slip-on slider από τέφλον, είτε εφαρμόζοντας πάνω στη σόλα μονωτική ή αυτοκόλλητη ταινία, κάτι που φυσικά δεν το βλέπουμε σε επαγγελματίες, αλλά μόνο σε χομπίστες και αρχάριους του αθλήματος.
Το gripper φοριέται στο πόδι που ξεκινάει πατώντας στο hack και έχει σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο ώστε να δίνει την καλύτερη δυνατή πρόσφυση πάνω στον πάγο. Μπορεί να έχει μια κανονική σόλα αθλητικού παπουτσιού ή να «φοράει» μια αποσπώμενη σόλα από ελαστικό σαγρέ υλικό, η οποία εφαρμόζει στη σόλα ενός slider παπουτσιού. Η μύτη του gripper (το μπροστά μέρος δηλαδή του παπουτσιού gripper), που ονομάζεται και hack foot shoe, έχει συνήθως μια ελαστική επίστρωση στην επάνω επιφάνεια, για να μειώνει τη φθορά στο πάνω μέρος του παπουτσιού καθώς σέρνεται πάνω στον πάγο.
Πως παίζεται το curling
Κάθε ομάδα στο curling (στις κατηγορίες ανδρών και γυναικών) αποτελείται από τέσσερις παίκτες και έναν αναπληρωματικό για την περίπτωση που υπάρξει κάποιο απρόοπτο, πράγμα σπάνιο λόγω της φύσης του αθλήματος, όπου οι πιθανότητες τραυματισμού είναι πολύ μικρές, αλλά πάντοτε υπάρχει μια εφεδρεία (στο mixed doubles η κάθε ομάδα αποτελείται από δυο παίκτες, έναν άνδρα και μια γυναίκα). Ο παίκτης που ρίχνει πρώτος ονομάζεται lead, ο δεύτερος ονομάζεται second, ο τρίτος ονομάζεται third ή vice-skip (υπαρχηγός) και ο τέταρτος και τελευταίος ονομάζεται skip (αρχηγός). Ο skip ρίχνει τις πέτρες του πάντοτε τελευταίος, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις. Στην περίπτωση που ο skip δε ρίξει τελευταίος, τότε ο παίκτης που το κάνει, ονομάζεται fourth (τέταρτος), με τον skip ωστόσο να παραμένει αυτός που ως αρχηγός ορίζει σε μεγάλο βαθμό την τακτική προσέγγιση πριν από κάθε βολή.
Ένας αγώνας curling χωρίζεται σε δέκα περιόδους που ονομάζονται ends. Στο κάθε end, κάθε ομάδα ρίχνει οχτώ πέτρες, δυο κάθε παίκτης και εναλλάξ κάθε ομάδα. Δηλαδή, πρώτα ρίχνει την πρώτη του πέτρα ο lead της μιας ομάδας, αμέσως μετά ο lead της άλλης ομάδας, στη συνέχεια ο second της πρώτης ομάδας, ύστερα ο second της δεύτερης ομάδας και ούτω καθεξής. Το κάθε end τελειώνει όταν ολοκληρωθούν οι δεκαέξι βολές, οχτώ για κάθε ομάδα. Σε κάθε end μπορεί να σκοράρει μόνο μια ομάδα, ενώ η μοναδική περίπτωση ισοπαλίας είναι αν το end λήξει 0-0. Θεωρητικά μια ομάδα μπορεί να πάρει μέχρι και οκτώ πόντους σε ένα end, όσες δηλαδή και οι πέτρες της, όμως κάτι τέτοιο δε συμβαίνει σχεδόν ποτέ.
Όπως ήδη αναφέραμε, στόχος κάθε ομάδας είναι να πετύχει πόντους σε κάθε end, φέρνοντας όσες περισσότερες πέτρες μπορεί μέσα στο σπίτι (τον κύκλο) και όσο πιο κοντά γίνεται στο κουμπί (κέντρο). Νικήτρια ανακηρύσσεται η ομάδα που έχει συγκεντρώσεις τους περισσότερους πόντους στο τέλος του αγώνα, όταν δηλαδή ολοκληρωθούν τα δέκα ends. Στις μεγάλες διεθνείς διοργανώσεις, κάθε ομάδα έχει στη διάθεσή της 38 λεπτά για να ολοκληρώσει τις βολές της στα δέκα ends και ένα μονόλεπτο time-out στη διάρκεια του αγώνα. Αν το παιχνίδι λήξει ισόπαλο, τότε έχουμε παράταση ενός end, για το οποίο η κάθε ομάδα έχει 4 λεπτά για τις βολές της συν ένα έξτρα time-out ενός λεπτού, κάτι που ισχύει για κάθε έξτρα end που θα παιχτεί μέχρι να επικρατήσει η μια από τις δυο ομάδες.
Κάτι πολύ σημαντικό σε έναν αγώνα curling, είναι η σειρά με την οποία ρίχνει τις βολές της η κάθε ομάδα. Αυτό αποφασίζεται πριν την έναρξη του παιχνιδιού, όταν κάθε ομάδα ρίχνει μια πέτρα προς το σπίτι (draw to the button). Η πέτρα που θα βρεθεί πιο κοντά στο κουμπί, θα δώσει το επονομαζόμενο hammer (σφυρί) στην αντίστοιχη ομάδα, η οποία αποκτά το δικαίωμα να ρίξει δεύτερη. Με αυτόν τον τρόπο, κρατάει για τον εαυτό της το πολύ μεγάλο πλεονέκτημα να είναι δική της η τελευταία βολή, αφού είναι η βολή που δυνητικά μπορεί να καθορίσει το τελικό αποτέλεσμα σε ένα end. Για να υπάρχει ισορροπία σε αυτό το πλεονέκτημα, κάθε φορά που μια ομάδα κερδίζει ένα end, το hammer περνάει στην ηττημένη του end.
Το hammer είναι τόσο σημαντικό πλεονέκτημα, ώστε πολλές φορές, όταν ένας skip που έχει την τελευταία βολή, δει ότι το αποτέλεσμα που προδιαγράφεται είναι μεν θετικό για την ομάδα του, αλλά όχι το επιθυμητό σε σκορ (συνήθως ο ένας πόντος), προτιμάει να «κάψει» την πέτρα του και να οδηγήσει το end σε ισοπαλία, μόνο και μόνο για να διατηρήσει η ομάδα του στην κατοχή της το δικαίωμα της τελευταίας βολής στο επόμενο end. Και αυτό επειδή στην περίπτωση ισόπαλου end, το hammer δεν παραχωρείται στον αντίπαλο, αλλά παραμένει στην ομάδα που το είχε. Αναφέραμε ήδη ότι ισοπαλία σε ένα end μπορεί να υπάρξει αν δεν έχουμε σκορ, δηλαδή 0-0 (στο curling δεν υπάρχουν ισόπαλα αποτελέσματα με σκορ, δηλαδή 1-1, 2-2 κλπ).
Για να έχει τη δυνατότητα μια πέτρα να δώσει βαθμό, πρέπει υποχρεωτικά να έχει έστω και την ελάχιστη επαφή με το σπίτι. Το σκορ σε ένα end προκύπτει από το πόσες πέτρες μιας ομάδας βρίσκονται μέσα στο σπίτι και πιο κοντά στο κουμπί, σε σχέση με την πιο κοντινή στο κουμπί αντίπαλη πέτρα. Όταν η απόσταση που έχουν δυο αντίπαλες πέτρες από το κουμπί είναι τόσο κοντινή ώστε να μην μπορεί κάποιος να διακρίνει με γυμνό μάτι ποια είναι αυτή που κερδίζει, τότε ο δεύτερος διαιτητής χρησιμοποιεί μια εξειδικευμένη συσκευή μέτρησης υψηλής ακρίβειας (θυμίζει αρκετά τον διαβήτη), της οποίας η μια άκρη στερεώνεται στην οπή που βρίσκεται στο κέντρο του κουμπιού, ενώ η άλλη πραγματοποιεί μια κυκλική κίνηση και βρίσκει ποια πέτρα πρέπει να πάρει τον βαθμό. Το εργαλείο αυτό ονομάζεται measuring stick, dial measurer ή caliper.
Έχουμε πει ήδη σε άλλη ενότητα ότι ο παίκτης που εκτελεί βολή, είναι υποχρεωμένος να αφήσει την πέτρα πριν την hog line, κάτι που πλέον εποπτεύεται από τους ηλεκτρονικούς αισθητήρες που είναι προσαρμοσμένοι πάνω στη λαβή κάθε πέτρας (γνωστοί ως Eye on the Hog). Σε ό,τι αφορά τις βολές, αυτές χωρίζονται στα εξής τρία είδη:
- Guards: Οι πέτρες «φρουροί» τοποθετούνται έξω και μπροστά από τον κύκλο, στη λεγόμενη free guard zone (η χρωματισμένη πράσινη περιοχή στο γράφημα). Οι guards έχουν σκοπό είτε να προστατεύσουν πέτρα ή πέτρες που βρίσκονται ήδη μέσα στο σπίτι, είτε να εμποδίσουν/δυσκολέψουν τις αντίπαλες πέτρες να μπουν μέσα σε αυτό, κλείνοντας διαδρόμους. Οι guards χωρίζονται σε centre-guards (που τοποθετούνται στην κεντρική γραμμή) και σε corner-guards (που τοποθετούνται δεξιά ή αριστερά από την κεντρική γραμμή).
- Draws: Πρόκειται για τις βολές τοποθέτησης, όταν δηλαδή στόχος του παίκτη είναι να ρίξει την πέτρα του και να την τοποθετήσει μέσα στο σπίτι, για να κερδίσει πόντο.
- Take-outs/Hits: Είναι οι βολές (συνήθως δυνατές) που στόχο έχουν να απομακρύνουν από τη θέση της μια αντίπαλη πέτρα (ή περισσότερες, αφού μπορεί να υπάρξουν διπλά και τριπλά take-outs, με μια βολή δηλαδή ο παίκτης να καταφέρει να εξοστρακίσει δυο ή και τρεις αντίπαλες πέτρες). Το take-out μπορεί να γίνει πάνω σε μια αντίπαλη guard ή σε μια αντίπαλη πέτρα που έχει τοποθετηθεί μέσα στο σπίτι. Επίσης, στόχος ενός take-out μπορεί να είναι και η δημιουργία μιας καραμπόλας.
Οι βολές συνήθως γίνονται είτε με εξωτερική περιστροφή, οπότε ονομάζονται outern, είτε με εσωτερική περιστροφή, οπότε ονομάζονται intern.
Ας υποθέσουμε ότι μια ομάδα έχει κίτρινες πέτρες και η αντίπαλη τις κόκκινες, όπως στην παραπάνω φωτογραφία. Όπως βλέπετε, οι δυο κόκκινες πέτρες είναι σε καλύτερη θέση ως προς το κέντρο του κουμπιού σε σχέση με την καλύτερη αντίπαλη κίτρινη πέτρα. Άρα, η ομάδα που ρίχνει με τις κόκκινες πέτρες, στο συγκεκριμένο end, τη δεδομένη στιγμή, παίρνει δύο πόντους. Στόχος των ομάδων είναι να απομακρύνουν τις αντίπαλες πέτρες από το σπίτι ή να δυσκολέψουν τη δίοδο σε αυτό. Γι’ αυτό και το curling ονομάζεται «σκάκι στον πάγο». Θέλει πολύ μελετημένες βολές και ένα λάθος χτύπημα μπορεί να χαλάσει όλο το πλάνο και την τακτική που έχει αποφασιστεί.
Η απόφαση που θα πάρει ο παίκτης, προκύπτει ανάλογα με τη θέση που έχουν οι πέτρες εκείνη τη στιγμή, αλλά και με το τι στόχο έχει. Δεν είναι καθόλου απλό άθλημα το curling, οι αθλητές πολλές φορές μπορούν να έχουν αρκετές διαφορετικές επιλογές, προτού καταλήξουν στο τι ακριβώς θα πράξουν. Να προσθέσουμε εδώ ότι αν μια ομάδα στη διάρκεια ενός αγώνα, βρεθεί πολύ πίσω στο σκορ και δεν έχει ρεαλιστικές ελπίδες να ανατρέψει το αποτέλεσμα που προδιαγράφεται, διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει το τέλος του παιχνιδιού πριν ολοκληρωθούν τα δέκα ends. Αυτό όμως μπορεί να γίνει στον μεν γύρο robin (τον προκριματικό γύρο όπου όλοι παίζουν με όλους) αφού έχουν παιχτεί τα πρώτα 6 ends, στα δε play-offs αφού έχουν παιχτεί τα πρώτα 8 ends.
Πριν ολοκληρώσουμε την αγωνιστική ενότητα, να προσθέσουμε μερικούς ακόμα χρήσιμους κανονισμούς για την καλύτερη κατανόηση του αθλήματος:
- Αν μια πέτρα σπάσει, αντικαθίσταται στο σημείο που θα βρεθεί το μεγαλύτερο θραύσμα.
- Αν η πέτρα αναποδογυρίσει ή ακινητοποιηθεί στην πλευρά της, απομακρύνεται από τον αγωνιστικό χώρο.
- Αν η λαβή αποκοπεί τελείως από την πέτρα κατά τη διάρκεια του χτυπήματος, εάν το επιθυμεί η ομάδα, μπορεί να αντικαταστήσει την πέτρα.
- Η πέτρα που δεν φτάνει στην hog line, απομακρύνεται από τον αγωνιστικό χώρο, εκτός αν έχει προσκρούσει σε μια άλλη πέτρα που έχει ήδη παιχτεί (κάτι εξαιρετικά σπάνιο).
- Η πέτρα που ακινητοποιείται ή κείται εμφανώς πέρα από την πίσω γραμμή, αφαιρείται αμέσως από το παιχνίδι.
- Η πέτρα που χτυπάει στα πλευρικά τοιχώματα ή ακουμπάει μια πλαϊνή γραμμή, αφαιρείται αμέσως από το παιχνίδι.
- Καμία πέτρα δεν μετριέται με τη συσκευή μέτρησης, μέχρι να ακινητοποιηθεί και η τελευταία πέτρα του παιχνιδιού, εκτός αν το ζητήσει αρχηγός ομάδας (στην περίπτωση που δε φαίνεται με γυμνό μάτι ποια από δυο αντίπαλες πέτρες βρίσκεται πιο κοντά στο κουμπί και από αυτό εξαρτάται η τακτική στην επόμενη βολή).
* Αυτά τα ολίγα, βασικά στοιχεία για την ιστορία, την εξέλιξη και την αγωνιστική φυσιογνωμία του curling, έτσι ώστε, αν αποφασίσετε να το παρακολουθήσετε, να έχετε μια πρώτη, γενική εικόνα για το άθλημα. Πριν σας αφήσω, επιτρέψτε μου να αφιερώσω το κείμενο στον Νίκο Συριώδη και τον Τάσο Βαρβάτο, καλούς φίλους και συναδέλφους, που υπήρξαν οι δάσκαλοί μου στη συνολική κατανόηση του curling.
* Πηγές: olympics.com, worldcurling.org, curling.ca, wiki
* Βίντεο: Οι βασικές αρχές του curling σε 2 λεπτά
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.