Alexander Hassenstein - FIFA/FIFA via Getty Images/Ideal Image
ΜΟΥΝΤΙΑΛ

Στο Ελλάδα – Κόστα Ρίκα, αποχαιρετήσαμε πολλά περισσότερα από έναν προημιτελικό Μουντιάλ

Δώδεκα χρόνια μετά την τελευταία παρουσία της εθνικής ομάδας σε μεγάλο τουρνουά, αγόρια και κορίτσια που έχουν πια μεγαλώσει, ενώνουν θραύσματα αναμνήσεων και επιστρέφουν νοερά στη νύχτα της 29ης Ιουνίου του 2014 αλλά και στους ανθρώπους που τη μοιράστηκαν μαζί.

Είναι εκείνο το τζαρτζάρισμα του Νίκου με τον νεαρό έξω από το καφενείο του Καραβάνα, λίγο πριν τον πρώτο αγώνα της Εθνικής στο Μουντιάλ του 1994. Το ντόρτι από την Αργεντινή, έμοιαζε μάλλον αδιάφορο. Απόντες δεν ήταν οι παίκτες του Αλκέτα Παναγούλια, αλλά η παρέα του Γραμματικού.

Στη τρίτη συμμετοχή της χώρας μας στο παγκόσμιο κύπελλο, το σενάριο γράφτηκε από την δική μας παρέα, χωρίς όμως κάμερες και συνεργεία. Η ζωή δεν είναι σινεμά, ούτε εμφανίζεται μια κλακέτα με την τελευταία σκηνή του έργου για να σε προετοιμάσει.

Μέσα σε μια λήψη, τοποθετείται κυνικά μια ημερομηνία λήξης. Δεν το γνώριζε κανείς μας, η 29η Ιουνίου του 2014 έμελλε να είναι η τελευταία φορά που θα βλέπαμε μαζί την εθνική, στη πεζοδρομημένη Ικτίνου.

Δώδεκα χρόνια μετά, αλλάζουμε μέχρι και δρόμους ή κατεβάζουμε κεφάλια για να μη συναντηθούμε. Κάπως έτσι δε γίνεται, πάντα;

Για τρίτο σερί Μουντιάλ η εθνική ομάδα της χώρας είναι απούσα και παρακολουθεί τη κεντρική σάλα του παγκόσμιου ποδοσφαίρου από τον καναπέ της. Μπορείς να δεις το πάρτι στην τηλεόραση, αλλά δεν είσαι καλεσμένος σε αυτό.

Η εκτίναξη του Navas στο δεξί γάμα αποτελεί το τελευταίο ζωντανό δέκατο του δευτερολέπτου στην πορεία της Ελλάδας στο μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό ιβέντ του πλανήτη. Έκτοτε, ζούμε το έργο σε επανάληψη.

Σήμερα λοιπόν, γυρνάμε πίσω το χρόνο σε όλα όσα συνέβησαν λίγο πριν ο Κοσταρικανός κίπερ πατήσει στοπ στα γαλανόλευκα όνειρα για ένα ξημέρωμα που θα τους βρει στο Λευκό Πύργο, την Ομόνοια ή και την επόμενη φάση.

Από την Ικτίνου μέχρι το Ρεσίφε, αγόρια και κορίτσια που έχουν πια μεγαλώσει, ενώνουν θραύσματα αναμνήσεων και επιστρέφουν νοερά στη νύχτα της 29ης Ιουνίου του 2014 αλλά και στους ανθρώπους που τη μοιράστηκαν μαζί.

«Η φίλη μου πανηγύρισε σχεδόν σαν ποδοσφαιριστής. Μόνο βέρα δεν φίλησε»

Αυτό που θυμάμαι πιο έντονα από εκείνο το βράδυ είναι το γεγονός πως στο σαλόνι της φίλης μου της Γεωργίας δεν είχε αιρκοντίσιον και ο ανεμιστήρας έκανε αδιανόητο θόρυβο, οπότε η εμπειρία θέασης από μόνη της δεν ήταν και πολύ ευχάριστη.

Στο αγωνιστικό κομμάτι, το γκολ του Παπασταθόπουλου με βρήκε απροετοίμαστη, όχι επειδή βρήκε δίχτυα, αλλά γιατί η φίλη μου η Γεωργία πανηγύρισε σχεδόν σαν ποδοσφαιριστής. Μόνο βέρα δεν φίλησε, κοιτώντας ψηλά στον ουρανό. Στα γόνατα έπεσε πάντως. Ξαφνικά, δεν ήξερα αν είχα δίπλα μου την Γεωργία ή τον Raul Gonzalez.

Γενικά, οι αγώνες που πάνε στην παράταση μου δημιουργούν εκνευρισμό, εκείνοι δε, που πάνε στα πέναλτι μου διαλύουν το νευρικό μου σύστημα. Στο Κόστα Ρίκα-Ελλάδα όμως είδα τον Kaylor Navas σε όλο του το μεγαλείο και κάπως δεν με ένοιαξε που είχα χάσει τόσες ώρες από τη ζωή μου χωρίς κλιματισμό. Κάτι παρόμοιο είχα πάθει και με τον Dida στον τελικό του Champions League το 2003.

Κλείνοντας, θα ήθελα να φωνάξω πως το Μουντιάλ του 2014 είναι εκείνο που σιχαίνομαι περισσότερο απ όλα, ακόμα κι αν η Ελλάδα έφτασε στους 16 και η Κόστα Ρίκα στους 8. Το μόνο που μου έρχεται στο μυαλό όταν θυμάμαι αυτή την καταραμένη διοργάνωση, είναι οι παίκτες της Βραζιλίας να κλαίνε με λυγμούς στο χορτάρι. Οι άνθρωποι που μας χάρισαν το joga bonito δεν πρέπει να κλαίνε.

– Ντενίσα Μπαϊρακτάρι

«Θυμάμαι και το “Όχι Κατσουράνη με Κόστα Ρίκα”. Δεν μπορώ να αποκαλύψω με ποια πλευρά τάχθηκα»


EUROKINISSI

Το ορμητήριο της παρέας μου σε εκείνο το Μουντιάλ, ήταν το σπίτι που μοιραζόμουν στο Χαλάνδρι με τους κολλητούς μου. Εκεί είχαμε δει τα περισσότερα παιχνίδια, με το υπόλοιπο crew να εναλλάσσεται και την τριάδα που κατοικούσε εκεί να παραμένει σταθερή, με τις καλύτερες θέσεις στους καναπέδες του σαλονιού που ο καθένας είχε φέρει από γιαγιάδες και θείες και δεν ταίριαζαν καθόλου μεταξύ τους, ούτε με το υπόλοιπο σπίτι.

Λεπτομέρειες τρομερές δεν θυμάμαι, πέρα από κραυγές στο γκολ του Παπασταθόπουλου που έστειλε το ματς στην παράταση και διαφορετικού τύπου, όχι τόσο ευγενικές κραυγές στις χαμένες ευκαιρίες και στο χαμένο πέναλτι του Γκέκα.

Και στο τέλος της βραδιάς, μια ξενέρα για τη μεγάλη χαμένη ευκαιρία, αφού μπορεί να είχαν περάσει 10 χρόνια από το έπος του 2004, αλλά η εθνική κάπως είχε κρατήσει αυτό το vibe ότι όλα ήταν δυνατά. Το vibe αυτό είχε ονοματεπώνυμο άλλωστε, Γιώργος Καραγκούνης. Θυμάμαι φυσικά και το FB page που προκάλεσε εθνικό διχασμό, «Όχι Κατσουράνη με Κόστα Ρίκα». Δεν μπορώ να αποκαλύψω με ποια πλευρά τάχθηκα, πιο εύκολα θα σας έλεγα τι ψήφισα στο Δημοψήφισμα.

Από τον Κωνσταντίνο του 2014, θυμάμαι ότι είχε σίγουρα λιγότερη κούραση, λιγότερο άγχος και περισσότερη αντοχή στο ξενύχτι. Δούλευε βέβαια σε μια εταιρεία από την οποία ήθελε να φύγει τρέχοντας και τα κατάφερε 10 μήνες μετά. Αλλά νομίζω ότι αν έβλεπε τον Κωνσταντίνο του 2026, θα ένιωθε μια χαρά.

– Κωνσταντίνος Αμπατζής

«Είμαστε κυρίως ασυνεπείς και λιγότερο αδικημένοι. Και να περνούσαμε, θα χάναμε μετά»


EUROKINISSI

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το Ελλάδα – Κόστα Ρίκα συμπυκνώνει όσα λίγα ματς εκείνο το σαρτρικό Η κόλαση είναι οι άλλοι.

Μια ακόμα- σίγουρα όχι μόνο δική μου- παραδοχή είναι πως δεν υπάρχει τίποτα πιο εξουθενωτικά τυχαίο και σπαστικό- από έναν «κρίσιμο αγώνα» που καταλήγει σε παράταση.

Πού ήμουν εγώ και τι έκανα την ώρα που ο κάθιδρος Γκέκας έχανε το καταραμένο πέναλτι από το νευρικό κορμί του Navas, μικρή σημασία είχε και έχει. Μιλώντας για πέναλτι, ας πούμε ότι σε αυτό το ματς είχα καπνίσει πάνω κάτω το ίδιο πολύ από ό,τι στον τελικό Κυπέλλου του 2009. Και γενικώς δεν καπνίζω.

Από την άλλη, χωρίς να θέλω χαλάσω το σκηνικό της γλυκόπικρης νοσταλγίας και του what if με αυτό το φλασμπάκ, θα παραδεχτώ ανερυθρίαστα πως δεν είχα πιστέψει ούτε στιγμή σε αυτήν την πρόκριση. Αυτά τα «έφτασε στην πηγή και δεν ήπιε νερό» είναι διαχρονικά βούτυρο στο πικρό ψωμί του Έλληνα και της Ελληνίδας φιλάθλου. Ποδοσφαιρικά -τουλάχιστον- στη διεθνή πρόκριση είμαστε κυρίως ασυνεπείς και λιγότερο αδικημένοι. Και να περνούσαμε, θα χάναμε μετά.

Ωστόσο, ναι, αν τα καταφέρναμε τελικά λίγο παραπάνω και περνούσαμε στους 8, θα ήταν best case scenario να το είχαμε πετύχει με Fernando Santos. Τον συμπαθώ.

ΥΓ. Για τον ίδιο τον Σαρτρ και παρά τις διάφορες επικρατούσες παρερμηνείες, το περίφημο L’enfer, c’est les autres σημαίνει «η κόλαση είναι να είσαι παγιδευμένος στο βλέμμα των άλλων χωρίς να μπορείς να ορίσεις ελεύθερα τον εαυτό σου».

– Μαριλέλλα Αντωνοπούλου

«Αν ξανάπαιζα ένα ματς στην καριέρα μου, θα ήταν αυτό με την Κόστα Ρίκα»


RECIFE, BRAZIL – JUNE 29: Greece players watch a penalty shootout during the 2014 FIFA World Cup Brazil Round of 16 match between Costa Rica and Greece at Arena Pernambuco on June 29, 2014 in Recife, Brazil. (Photo by Ryan Pierse – FIFA/FIFA via Getty Images)

RECIFE, BRAZIL – JUNE 29: Greece players watch a penalty shootout during the 2014 FIFA World Cup Brazil Round of 16 match between Costa Rica and Greece at Arena Pernambuco on June 29, 2014 in Recife, Brazil. (Photo by Ryan Pierse – FIFA/FIFA via Getty Images)

Γενικά το Μουντιάλ είναι ένα πάρτι, αλλά πρέπει να συμμετέχεις σε αυτό. Ο ποδοσφαιριστής αν δεν είναι στη ψυχή του πάρτι, είναι μπέρδεμα. Θυμάμαι ότι είχαμε μια απόδοση που βγάλαμε κάποια στοιχεία που δεν είχε ξαναδεί ο κόσμος με την εθνική ομάδα. Επιθετικό ποδόσφαιρο, φάσεις πολλές, τρίπλες, δοκάρια. Ήμασταν μια πολύ καλή ομάδα ακόμα κι αν αργήσαμε να βρούμε τη δομή, είχαμε καλή ομάδα σε όλες τις γραμμές.

Μου έρχεται στο μυαλό μια φάση του Σαλπιγγίδη που τη βγάζει με το καλάμι ο Navs, αν έμπαινε θα είχαμε άλλη κατάληξη. Θυμάμαι το άγχος να ισοφαρίσουμε, δημιουργούσαμε αλλά δε φτάναμε στη πηγή. Από τον Καραγκούνη στον Χολέμπας, ο Σάλπι, Μήτρογλου, Γκέκας, ο Κατσούρ που μπήκε αλλαγή και βοήθησε πολύ. Τα εξωαγωνιστικά δεν περνούσαν στην ομάδα αλλά δεν ήταν κι ό,τι καλύτερο.

Προσπαθούσαμε να κάνουμε ζημιά στον αντίπαλο. Δε πας να παίξεις μπάλα, πας να κερδίσεις στο ποδόσφαιρο. Δεν πηγαίνεις απλώς στο Μουντιάλ για να το ευχαριστηθείς επειδή το ονειρευόσουν, το ζεις λίγο διαφορετικά. Υπήρχε άδειασμα μετά το αποτέλεσμα με τον τρόπο που ήρθε.

Θυμάμαι τον Μήτρογλου, ανησυχούσα με το πώς θα χτυπήσει ο Κώστας το πέναλτι, ήξερα ότι έχει άγνοια κινδύνου, λέει θα περιμένω να δω τι θα κάνει και θα σουτάρω από την άλλη γωνία. Με ησύχασε πολύ. Στη κατάσταση που ήμασταν θα μπορούσαμε να φτάσουμε μέχρι το τέλος, στο μικρό τελικό αν όχι στο μεγάλο.

Θα παίζαμε με Ολλανδία ή Μεξικό και ίσως να μέναμε στο πάρτι από την αρχή μέχρι την τελευταία μέρα. Μετά στο γυρισμό η κούραση μας κατέβαλε. Δεν είδα άλλο ματς του Μουντιάλ από όταν γυρίσαμε. Στεναχωρήθηκα που έφυγα από το πάρτι.

Νιώθαμε τη δίψα του κόσμου, θέλεις να δώσεις χαρά, να σε αγαπήσουν και να δεθούν. Δεν είδα άλλο παιχνίδι μετά γιατί υπήρχε απογοήτευση σε πολλά κομμάτια, από τη δική μου πορεία στο χώρο, σε ένα έθνος μέχρι κι άλλα παιδάκια που θα θέλουν να μπουν στο ποδόσφαιρο.

Μου χτυπάει ότι στη κατάσταση που ήμασταν δεν καταφέραμε να κάνουμε τη ζημιά. Υπάρχει αυτό το what if γιατί μετά το 2004 ήταν η πρώτη φορά που η ομάδα ήταν πολύ παραγωγική. Αν περνούσαμε, δεν ξέρεις που θα φτάναμε. Μας ήξεραν ως αμυντική ομάδα, αλλά είχαμε κι άλλες αρετές.

Την άλλη μέρα αν περνούσαμε, θα παίρναμε τις βαλίτσες και θα πηγαίναμε αλλού. Τώρα, έπρεπε να μαζέψουμε για να γυρίσουμε, να πάμε να φάμε και να δούμε πώς θα επιστρέψουμε.

Μετά την Ακτή Ελεφαντοστού, δεν είχε φτιάξει κανείς βαλίτσες, ήμασταν σίγουροι ότι θα περάσουμε. Αν θα γύρναγα το χρόνο πίσω για να ξαναπαίξω ένα παιχνίδι στην καριέρα μου; Τις προάλλες το είχα σκεφτεί αυτό, τι θα απαντούσα σε αυτή την ερώτηση. Ναι, μάλλον θα ήταν ο αγώνας με την Κόστα Ρίκα.

– Λάζαρος Χριστοδοπουλόπουλος

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.

Exit mobile version