
7 φορές που η μουσική μετατράπηκε (μάλλον) σε psyop
- 22 ΑΥΓ 2026
Όταν οι Εργατικοί πέτυχαν μια συντριπτική νίκη στις εκλογές του ‘97, στο πάρτι που παρέθεσε ο τότε ηγέτης του κόμματος και πρώην πρωθυπουργός Tony Blair στη Downing Street, ανάμεσα στους καλεσμένους ήταν και ο Noel Gallagher των Oasis. Δεν ξέρουμε αν εξασφάλισε την πρόσκλησή του λίγες ημέρες πριν όταν από τη σκηνή των Brit Awards είπε για τον Blair ότι «έδινε ελπίδα στους νέους αυτής της χώρας», αλλά η σχέση τους έγινε σύμβολο της εποχής της Cool Britannia.
Παρότι η φήμη του Tony Blair επλήγη σοβαρά μετά τον πόλεμο στο Ιράκ, ο Noel Gallagher εξακολουθεί να τον θεωρεί «τον τελευταίο πολιτικό που έβγαζε νόημα». Σε συνέντευξή του στο GQ το 2021, είχε πει μεταξύ άλλων: «Επειδή ο θατσερισμός είχε επηρεάσει βαθιά τις ζωές όλων μας – και εξακολουθούσε να κυριαρχεί με τον John Major – όταν εμφανίστηκε ο Blair και τον άκουσα να μιλάει, σκέφτηκα – και το πιστεύω ακόμα και σήμερα – ότι ήταν σπουδαίος. Είναι ο τελευταίος άνθρωπος που μου έβγαζε νόημα. Η «τρίτη οδός», ή η κεντρώα πολιτική, ήταν κάτι καινούργιο. Σκεφτόμουν: “Αυτό είναι πραγματικά πολύ έξυπνο“».
Η σχέση της μουσικής με την εξουσία δεν είναι καθόλου καινούργια. Αυτό που έχει αλλάξει είναι ο τρόπος με τον οποίο την περιγράφουμε.
Για δεκαετίες, οι καλλιτέχνες με σημαντική οικονομική υποστήριξη απαξιώνονταν ως industry plants. Η συζήτηση όμως άλλαξε όταν ήρθαν στο φως στοιχεία που αποδείκνυαν ότι πίσω από την άνοδο του συγκροτήματος Geese βρισκόταν η εταιρεία ψηφιακού μάρκετινγκ Chaotic Good, μέσω ενός δικτύου από ψεύτικες fan pages καθώς και αλγοριθμική χειραγώγηση. Πλέον, τα industry plants μετατράπηκαν σε psyops και η επιρροή τους στη συλλογική συνείδηση μοιάζει πιο ύπουλη από ποτέ.
Ο όρος «psyop», συντόμευση των λέξεων «psychological operation», δηλαδή ψυχολογική επιχείρηση εμφανίστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα για να περιγράψει τη στροφή προς τις μυστικές επιχειρήσεις και τη χρήση «ήπιας δύναμης» από κυβερνήσεις που προσπαθούσαν να επηρεάσουν ανθρώπους, αντιλήψεις και αποτελέσματα μέσω ανατρεπτικών μέσων. Παρόμοιες τεχνικές αποτελούν πλέον συνήθη πρακτική για τις εταιρείες μάρκετινγκ, οι οποίες επηρεάζουν διακριτικά το κοινό ώστε να ακολουθούν συγκεκριμένες τάσεις και καλλιτέχνες. Η βασική διαφορά είναι ότι αυτές οι εκστρατείες διεξάγονται για εμπορικούς και όχι για πολιτικούς σκοπούς.
Αυτό όμως σίγουρα δεν σημαίνει ότι οι καλλιτέχνες δεν έχουν κατηγορηθεί ποτέ ότι ήταν, όπως λένε, «πραγματικές ψυχολογικές επιχειρήσεις».
Παρακάτω, αναλύουμε επτά περιπτώσεις στις οποίες μουσικοί κατηγορήθηκαν ότι είχαν εμπλακεί – εν γνώσει τους ή όχι – σε κρατικές ψυχολογικές επιχειρήσεις, με πολλές από αυτές να λαμβάνουν χώρα στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.
Η jazz σκότωσε τον Lumumba
Γυρνάμε τον χρόνο πίσω, στο 1960. Το Κονγκό μόλις έχει εκλέξει τον πρώτο του πρωθυπουργό, τον Patrice Lumumba, ο οποίος αποτελούσε υπαρξιακή απειλή για την υπάρχουσα παγκόσμια τάξη. Αναδυόμενος εν μέσω ενός νεοαποικιακού αγώνα για τους πλούσιους φυσικούς πόρους της Αφρικής, ο Lumumba επιδίωξε να ενοποιήσει τις αφρικανικές χώρες στο πλαίσιο ενός παναφρικανικού κινήματος που θα προστάτευε τα δικά τους συμφέροντα. Αυτό γινόταν γρήγορα μια πραγματική πιθανότητα: αν όλες οι νεοαποκτηθείσες ανεξαρτησία αφρικανικές χώρες συντονίζονταν, θα γίνονταν το ισχυρότερο εκλογικό μπλοκ στα Ηνωμένα Έθνη.
Τι θα ήταν όμως αυτή η ιστορία χωρίς τις θεωρίες συνωμοσίας της; Όπως απεικονίζεται στο ντοκιμαντέρ του Johan Grimonprez, Soundtrack to a Coup d’Etat, το 1960, οι Αμερικανοί «πρεσβευτές της τζαζ» Dizzy Gillespie, Nina Simone και Louis Armstrong μεταφέρθηκαν αεροπορικώς για να εμφανιστούν σε αφρικανικές χώρες που είχαν μόλις αποκτήσει την ανεξαρτησία τους, φαινομενικά για να «κερδίσουν τις καρδιές και τα μυαλά» του αφρικανικού λαού, να διαψεύσουν τις επικρίσεις της Σοβιετικής Ένωσης για ρατσισμό στην Αμερική και να αποτρέψουν τους Αφρικανούς από το να στραφούν εναντίον της Δύσης. Οι παραστάσεις αυτές όμως, χρησιμοποιήθηκαν, χωρίς να το γνωρίζουν οι καλλιτέχνες που συμμετείχαν, ως προπέτασμα για τις προσπάθειες της CIA να ανατρέψει την κυβέρνηση του Lumumba.
Στα χρόνια που ακολούθησαν αυτές τις εμφανίσεις, η εμπλοκή της CIA αποκαλύφθηκε σταδιακά. Για να αναφέρουμε μόνο ένα παράδειγμα, αποκαλύφθηκε αργότερα ότι ο «διπλωμάτης» που φιλοξένησε τον Armstrong κατά τη διάρκεια της περιοδείας του στο Κονγκό ήταν στην πραγματικότητα ο επικεφαλής της CIA, Larry Devlin, ο οποίος χρησιμοποιούσε το περιβάλλον του Armstrong για να εισχωρήσει κρυφά στην επαρχία Κατάνγκα, η οποία είχε στρατηγική σημασία για τη χώρα.
Τελικά, ο Lumumba δολοφονήθηκε εντός δύο μηνών από την περιοδεία του Armstrong από αντάρτες της επαρχίας Κατάνγκα, και ο Devlin δήλωσε αργότερα στο Κογκρέσο των ΗΠΑ ότι «το πραξικόπημα […] οργανώθηκε, υποστηρίχθηκε και, πράγματι, διευθύνθηκε από τη CIA».
Η CIA έγραψε το Winds of Change;
Στη σφαίρα των πιο ευφάνταστων θεωριών συνωμοσίας βρίσκεται η σειρά ντοκιμαντέρ σε μορφή podcast Winds of Change του Patrick Radden Keefe, η οποία εξετάζει τη φήμη ότι το ομώνυμο τραγούδι των Scorpions γράφτηκε στην πραγματικότητα από τη CIA, για να προετοιμάσει την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης.
Το κομμάτι, με στίχους που εξυμνούσαν την πολιτική της γκλάσνοστ, μια πολιτική που ακολούθησε η Σοβιετική Ένωση και επέτρεπε την ανοιχτή συζήτηση πολιτικών και κοινωνικών προβλημάτων και που μέχρι τότε απαγορευόταν, γνώρισε τεράστια επιτυχία στην ΕΣΣΔ, παρ’ όλο που η ακρόαση δυτικών δίσκων ήταν τότε παράνομη. Αν και ο Keefe δεν καταφέρνει να αποδείξει ή να διαψεύσει τη θεωρία, στο podcast του παρουσιάζει πειστικά επιχειρήματα για πιθανή εμπλοκή της CIA.
Η Cool Britannia και η τέχνη της χειραγώγησης
Το 2013, ο Kevin Shields των My Bloody Valentine άφησε να εννοηθεί πως το ανέμελο πολιτιστικό κίνημα της Britpop δεν ήταν τελικά και τόσο ανέμελο. «Κάποια μέρα θα είχε ενδιαφέρον να διαβαστούν οι φάκελοι της MI5 για τη Britpop. Εκεί, έριξαν στάχτη στα μάτια όλων», είχε πει σε συνέντευξή του στον Guardian.
Φυσικά, είναι τεχνικά αδύνατο να επιβεβαιωθεί ή να διαψευσθεί αν οι μυστικές υπηρεσίες είχαν πράγματι κάποια ανάμειξη. Ωστόσο, είναι δύσκολο να αρνηθεί κανείς ότι συγκροτήματα όπως οι Oasis και οι Blur αξιοποιήθηκαν πολιτικά, όπως πχ από τους Νέους Εργατικούς (New Labour), σε μία προσπάθεια να επηρεάσουν το εκλογικό σώμα. Ένα από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η εικόνα που βρίσκεται στην κορυφή αυτού του κειμένου με τη χειραψία Blair-Gallagher.
Ειδικά μάλιστα για τους Oasis, πολλοί ήταν εκείνοι που πίσω από την επιστροφή τους έπειτα από 15 χρόνια αποχής, είδαν μια κυβερνητική ψυχολογική επιχείρηση, εμπλέκοντας και τον πρώην πρωθυπουργό Keir Starmer ότι τους «ξέθαψε» για να καλύψει την εθνική παρακμή της Βρετανίας. «Είναι η επανένωση των Oasis μια συνωμοσία της MI5 για να πυροδοτήσει τον εθνικιστικό ενθουσιασμό; Ίσως!», αναφέρει σε άρθρο του το Dazed.
K-POP εναντίον Kim Jong-Un
Τα τελευταία 70 χρόνια, η Νότια Κορέα χρησιμοποιεί γιγαντιαία ηχητικά συστήματα για να μεταδίδει προπαγάνδα πέρα από τα σύνορα, προς τη Βόρεια Κορέα. Η πρακτική αυτή ξεκίνησε κατά τη διάρκεια του Κορεατικού Πολέμου το 1950, στον οποίο η καπιταλιστική Νότια Κορέα, υποστηριζόμενη από τις ΗΠΑ, πολεμούσε εναντίον της κομμουνιστικής Βόρειας Κορέας, που υποστηριζόταν από την Κίνα και τη Σοβιετική Ένωση. Όμως, αυτή η πρακτική συνεχίστηκε και μετά την επίτευξη μιας εκεχειρίας το 1953.
Ενώ οι αρχικές μεταδόσεις περιλάμβαναν κυρίως ομιλίες και ραδιοφωνικές εκπομπές για τις αποτυχίες του καθεστώτος της Βόρειας Κορέας και τα οφέλη του καπιταλισμού, τις τελευταίες δύο δεκαετίες, ο στρατός της Νότιας Κορέας έχει εντάξει όλο και περισσότερο την K-pop, η οποία φυσικά απαγορεύεται στον Βορρά ως «αντιδραστική ιδεολογία». Οι μεταδόσεις της δεκαετίας του 2010 περιλάμβαναν τραγούδια συγκροτημάτων K-Pop, ενώ στέλνονταν επίσης μπαλόνια που περιείχαν USB φουλαρισμένα με K-pop μουσική και K-dramas. Παραδόξως, αυτή η πρακτική έχει πράγματι αποδώσει, με πολλούς αποστάτες από τη Βόρεια Κορέα να αναφέρουν ότι τα νοτιοκορεατικά μέσα ενημέρωσης τους βοήθησαν να διακρίνουν την πραγματικότητα πίσω από τη βορειοκορεατική προπαγάνδα.
Τελικά, τα μεγάφωνα αυτά απομακρύνθηκαν επίσημα από τη αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη τον Αύγουστο του 2025, αφού ο νεοεκλεγείς Πρόεδρος της Νότιας Κορέας, Jae Myung, αποφάσισε να «αναπροσαρμόσει» τις σχέσεις του με τη Βόρεια Κορέα. Ωστόσο, η πρακτική αυτή εξακολουθεί να υφίσταται στο ετήσιο φεστιβάλ «DMZ Peace Train» της Νότιας Κορέας, το οποίο έχει ως στόχο να προωθήσει την επανένωση, προσκαλώντας τόσο τοπικούς όσο και διεθνείς καλλιτέχνες να εμφανιστούν κοντά στα σύνορα.
Η CIA ίδρυσε το κίνημα των Χίπηδων και εκπαίδευσε τον Charles Manson;
Ίσως η πιο διάσημη από όλες τις μουσικές θεωρίες συνωμοσίας είναι αυτή που θέλει το κίνημα των χίπηδων της δεκαετίας του 1960 να ενορχηστρώθηκε στην πραγματικότητα από τη CIA. Ο φερόμενος στόχος τους: να κατευνάσουν το αναπτυσσόμενο αντιπολεμικό κίνημα διαμαρτυρίας στις ΗΠΑ με μαριχουάνα και LSD (μεταξύ άλλων ναρκωτικών).
Η θεωρία αυτή έχει εμφανιστεί σε διαφορετικές μορφές, όμως οι περισσότερες εκδοχές επικεντρώνονται στο πώς το LSD, το οποίο η CIA είχε αποθηκεύσει και χρησιμοποίησε εκτενώς στα πειράματα ελέγχου του νου «MK Ultra» στη δεκαετία του ’50, επανεμφανίστηκε στον πυρήνα του κινήματος των χίπηδων μια δεκαετία αργότερα.
Μόλις πριν από ένα μήνα, ο ερευνητικός δημοσιογράφος και συγγραφέας του βιβλίου Chaos: Charles Manson, the CIA, and the Secret History of the Sixties, Tom O’Neill, παρουσίασε στο αμερικανικό Κογκρέσο στοιχεία για τη σύνδεση του ηγέτη της αίρεσης και μουσικού, Charles Manson με το πρόγραμμα «MK Ultra». Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, οι δολοφονίες που διέπραξαν οι ακόλουθοι του Manson συνδέονταν με μυστικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ και τις τεχνικές πλύσης εγκεφάλου που είχε αναπτύξει η CIA την προηγούμενη δεκαετία.
Άλλοι υποστηρικτές της θεωρίας στέκονται στο γεγονός ότι αρκετές εμβληματικές μορφές της χίπικης κουλτούρας, όπως ο Jim Morrison των Doors και ο κιθαρίστας Frank Zappa, ήταν παιδιά υψηλόβαθμων στρατιωτικών αξιωματούχων. Η ευρύτερη θεωρία ότι η αντικουλτούρα των 60’s ήταν ένα οργανωμένο psyop δεν έχει αποδειχθεί ποτέ στο σύνολό της, ωστόσο, στοιχεία για ανάμειξη της CIA συνεχίζουν να έρχονται στο φως μέχρι και σήμερα.
Η χιπ-χοπ ήταν ένα προϊόν του σωφρονιστικού συστήματος με σκοπό το κέρδος
Αγαπημένο θέμα της χιπ-χοπ μουσικής είναι η κριτική στο σωφρονιστικό σύστημα, ειδικά των ΗΠΑ, ήδη από το The Message των Grandmaster Flash and the Furious Five, το 1982. Αν σου λέγαμε όμως ότι το ίδιο το σωφρονιστικό σύστημα προώθησε την άνοδο του χιπ-χοπ, προκειμένου να προωθήσει τους δικούς του στόχους;
Αυτή η θεωρία κυκλοφορεί από τη δεκαετία του ’90 και ενισχύθηκε γύρω στο 2012, όταν μια επιστολή, η οποία αποκάλυπτε μια συμφωνία ανάμεσα σε στελέχη φυλακών και της μουσικής βιομηχανίας, διέρρευσε. Σύμφωνα λοιπόν με αυτή, οι πρώτοι πίεζαν τους δεύτερους να προωθήσουν περισσότερο χιπ-χοπ που εξυμνεί τη βία και το έγκλημα, με αντάλλαγμα μερίδιο στα κέρδη της φυλακής. Οι φήμες λένε πως η CIA προσέγγισε το συγκρότημα Bone Thugs στην αρχή της καριέρας τους, ενθαρρύνοντας τους να ραπάρουν για βίαια εγκλήματα.
Βέβαια, η συγκεκριμένη θεωρία παραβλέπει σε μεγάλο βαθμό την αυτονομία των ίδιων των ράπερ καθώς και το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργούσαν και από το οποίο αναδείχθηκαν.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.