
Από Euphoria μέχρι BEEF: 5 νικητές και 2 χαμένοι στις σειρές της εβδομάδας
- 19 ΑΠΡ 2026
Έχουμε ήδη πρεμιέρες για παλαιότερες αλλά και καινούριες σειρές που δοκιμάζονται στην τηλεοπτική αρένα τις τελευταίες δέκα ημέρες, και τις σχολιάζουμε παρακάτω.
Νικητής: The Boys: Season 5
Τα επτά επεισόδια (από τα οκτώ συνολικά) που δόθηκαν στους κριτικούς προσφέρουν όλη την ευρηματική βία, τα χυδαία αστεία και τις έξυπνες ανατροπές που οι φαν έχουμε αγαπήσει στη χυμώδη σάτιρα του Eric Kripke πάνω στις σύγχρονες ιστορίες υπερηρώων. Ταυτόχρονα όμως, καταφέρνουν να ασχοληθούν ουσιαστικά με την έννοια του αποχαιρετισμού, με έναν τρόπο που οι στόχοι της σάτιρας αυτής συνήθως δεν μπορούν (ή δεν θέλουν).
Για το The Boys, ένα φινάλε δεν είναι απλώς μία ευκαιρία να γίνει reboot του σύμπαντος ή να εισαχθούν νέοι χαρακτήρες ώστε να συνεχιστεί επ’ άπειρον (αν και το Amazon Prime Video θα το προσπαθήσει πιθανότατα). Είναι μία ακόμη ευκαιρία να δείξει γιατί η επιμονή σε παιδικές φαντασιώσεις μέχρι την ενήλικη ζωή μπορεί να μας αφήσει απροετοίμαστους να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα, όταν αυτή, αναπόφευκτα, εισβάλλει στη ζωή μας.
Το The Boys παραμένει μία από τις πιο δυνατές σειρές της τηλεόρασης στο να εκφράζει για ποιες αξίες έχει νόημα να μάχεσαι και για ποιες όχι. Οι χαρακτήρες του έχουν ο καθένας τα δικά του κίνητρα, κάποια πιο αλλόκοτα από άλλα, όσο όμως προχωρά η πέμπτη σεζόν γίνεται σαφής ο διαχωρισμός ανάμεσα σε όσους παίρνουν αποφάσεις με πρόθεση και σε όσους δρουν παρορμητικά. Το πρώτο είναι πράξη ενήλικα, κάποιου που κατανοεί δηλαδή την αξία της ανθρώπινης ζωής, ενώ το άλλο είναι πράξη παιδιού, ή κάποιου που δεν αντιλαμβάνεται ότι ορισμένες συνέπειες δεν μπορούν να αναιρεθούν.
Όλα αυτά δίνονται, στο μεταξύ, πολύ συναισθηματικά, σε βαθμό ίσως που δεν έχεις συνηθίσει από τη σειρά. Αυτό κάνουν, άλλωστε, τα καλά φινάλε: προκαλούν συναίσθημα και έκπληξη, ακόμη κι όταν ακολουθούν τις προσδοκίες.
Η σειρά στριμάρει στο Prime Video.
Νικήτης: Hacks: Season 5
Οι συν-δημιουργοί του Hacks Lucia Aniello, Paul W. Downs και Jen Statsky αφαιρούν την πίεση από τους εαυτούς τους, κάνοντας το αποχαιρετιστήριο φινάλε της σειράς όσο πιο αστείο γίνεται, όσο πιο συχνά γίνεται. Τα πρώτα τρία επεισόδια συγκαταλέγονται στα πιο ξεκαρδιστικά της σειράς, ενώ τα υπόλοιπα διατηρούν ζωντανό το πνεύμα, πέρα από την αναμενόμενη στροφή προς τη συγκίνηση.
Μπαίνοντας στη σεζόν, η Deborah επιστρέφει στο Λας Βέγκας, όπου οι φαν της εξακολουθούν να πιστεύουν πως είναι νεκρή. Ενώ πενθούσε για την ακύρωση της late-night εκπομπής της, το TMZ δημοσίευσε ψευδώς ότι είχε πεθάνει, και τα νέα πως ζει δεν έχουν ακόμη διαδοθεί. Διαβάζοντας τις νεκρολογίες, η Deborah περνά σε δράση: δεν μπορεί να μείνει στη μνήμη του κόσμου ως κάποια που έχασε τη δουλειά των ονείρων της και απλώς αποσύρθηκε. Πρέπει να κάνει κάτι άλλο! Κάτι μεγαλύτερο! Κάτι που θα εξασφαλίσει πως η κληρονομιά της θα είναι εξίσου λαμπερή με τη ζωή της.
Το να περνά την τελευταία του σεζόν ψάχνοντας απεγνωσμένα έναν τρόπο να ξεπεράσει την προηγούμενη, ενώ ταυτόχρονα φροντίζει να ολοκληρωθεί με τους δικούς του όρους, είναι το ιδανικό επίπεδο meta αφήγησης για το Hacks. Ο τρόπος με τον οποίο η Deborah αποκαθιστά την αλήθεια, μια για πάντα, ίσως να μην είναι τόσο πειστικός όσο θα ήλπιζαν κάποιοι, όμως το πνεύμα της επιλογής της έχει μεγαλύτερη σημασία από τις λεπτομέρειες.
Το Hacks παραμένει μια αυθεντική sitcom, υπό την έννοια ότι — θεωρητικά — θα μπορούσε να συνεχίζεται για πάντα. Όλα τα ωραία όμως κάποτε τελειώνουν και το Hacks το κάνει υπέροχα.
Η σειρά στριμάρει στο ΗΒΟ Max.
Χαμένος: Euphoria: Season 3
Στα καλύτερά του, το Euphoria του HBO βρισκόταν στα καλύτερά του, μετρίαζε την τάση του για εντυπωσιασμό ώστε να αφηγηθεί ουσιαστικές ιστορίες για μαθητές λυκείου που αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες της σεξουαλικότητας, της εξάρτησης από ουσίες και κάθε μορφής κακοποίησης. Επειδή όμως ο δημιουργός της σειράς, Sam Levinson, επιδεικνύει σαφή προτίμηση στην επιφανειακή πρόκληση, η κορυφή αυτή δεν κράτησε. Στην τρίτη του σεζόν λοιπόν, το Euphoria είναι λιγότερο δημιουργικό από ποτέ.
Λίγα χρόνια μετά την αποφοίτηση, η Rue (Zendaya) δουλεύει σε ένα κατάστημα καπνικών, όταν η παλιά της ντίλερ, η Laurie (Martha Kelly), την επισκέπτεται. Προφανώς δεν είναι καθόλου ευχαριστημένη, αφού η Rue έχασε τη βαλίτσα με τα ναρκωτικά την προηγούμενη σεζόν, που μετά από ένα συνδυασμό τόκων και «πληθωρισμού» έχει γίνει πια ένα χρέος ύψους 43 εκατομμυρίων. Η μοναδική λύση που μπορεί να γίνει αποδεκτή εδώ, είναι να γίνει βαποράκι η Rue μεταφέρoντας φαιντανύλη από το Μεξικό στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η πρόθεση του Levinson να «εξελιχθεί ή να πεθάνει» είναι αξιοσημείωτη, όμως στο πρώτο επεισόδιο τα νέα crime thriller στοιχεία φαίνονται βιαστικά και χωρίς συνοχή. Υπάρχει ένας αρχιμαφιόζος, ένα strip club, η καρικατούρα μιας επαρχιακής οικογένειας και μια θρησκευτική στροφή που εμφανίζεται από το πουθενά — ο Levinson πετάει ό,τι βρίσκει στον τοίχο για να δει τι θα κολλήσει. Η νέα αισθητική μοιάζει κοινότοπη αντί τολμηρή, σχεδόν συνειδητά μιμούμενη τις πρώτες σεζόν του Breaking Bad, με τη shaky camera και τον βρώμικο φωτισμό. Κάποια μέρη της σειράς λούζονται σε χρυσαφένιες αποχρώσεις της ερήμου, εντελώς αποκομμένες από τα νεανικά, μεταλλικά παστέλ που τη χαρακτήριζαν παλαιότερα. Η αλλαγή και η εξέλιξη είναι επί της αρχής θετικές αξίες, χρειάζονται όμως στοχαστικότητα για να λειτουργήσουν στην τηλεόραση.
Σε μία άλλη υποπλοκή που μοιάζει να ανήκει σε εντελώς διαφορετική σειρά, η Cassie και ο Nate ετοιμάζουν τον γάμο τους. Τα λουλούδια όμως είναι ακριβά, οπότε εκείνη σκέφτεται να ανοίξει OnlyFans για έξτρα εισόδημα, ενώ παράλληλα συμμετέχει σε dog roleplay στο Tik Tok (έδωσε notes ο Jacob Elordi στον Levinson από το σετ του Wuthering Heights;).
Το γεγονός πάντως πως η σειρά προσπαθεί τόσο πολύ να σοκάρει που ξεχνά να είναι πραγματικά ενδιαφέρουσα, δεν οφείλεται στους ηθοποιούς. Η Zendaya και ο Colman Domingo παραμένουν τα πιο ισχυρά χαρτιά της, αλλά ακόμη και τα μεγαλύτερα ταλέντα έχουν όρια απέναντι σε αδύναμο υλικό.
Αν μη τι άλλο βέβαια, αυτή η νέα εκδοχή του Euphoria αποτυπώνει καλύτερα από ποτέ τον ειρωνικό τίτλο της σειράς. Η ευφορία υπήρξε πάντοτε το συναίσθημα που οι χαρακτήρες κυνηγούσαν, αλλά ποτέ δεν κατάφερναν να κατακτήσουν. Από όλες τις σεζόν, αυτή η τελευταία είναι ίσως η πιο πιστή σε αυτή τη σκληρή ειρωνεία.
Η σειρά στριμάρει στο Vodafone TV και το HBO Max.
Νικητής: Big Mistakes
Ο Dan Levy εμφανίστηκε αρχικά στις οθόνες μας με τη βραβευμένη με Emmy κωμωδία Schitt’s Creek. Τα διακυβεύματα ήταν πάντοτε χαμηλά, το άγχος ελάχιστο και η καλοσύνη κυριαρχούσε.
Το Big Mistakes του Netflix, που ο Levy συν-δημιούργησε μαζί με τη Rachel Sennott του I Love LA (και των ταινιών Bottoms και Shiva Baby), αποτελεί ουσιαστικά μία πλήρη ανατροπή ύφους. Ναι, παραμένει μία ψάρι-έξω-από-τα-νερά-του κωμωδία για μία οικογένεια σε μικρή πόλη, όμως το Glenview του New Jersey δεν έχει καμία σχέση με το Schitt’s Creek, και οι Morellis είναι μια εντελώς διαφορετική οικογένεια από τους Roses.
Η σειρά επικεντρώνεται σε δύο αποξενωμένα αδέλφια που αναγκάζονται να περάσουν χρόνο μαζί μετά τον θάνατο της γιαγιάς τους. Όταν η Morgan (Taylor Ortega) όμως, κλέβει παρορμητικά αυτό που νομίζει πως είναι ένα φτηνό κολιέ από ένα μαγαζί με μικροαντικείμενα, εκείνη και ο Nicky μπλέκουν βαθιά στον εγκληματικό υπόκοσμο της πόλης και, πολύ σύντομα, θα αρχίσουν να ζουν μία μυστική διπλή ζωή: να κλέβουν τάφους, να παζαρεύουν σε δημοπρασίες βοοειδών, να κάνουν κοκαΐνη με Βραζιλιάνους ναρκοδιακινητές, προσπαθώντας παράλληλα να διατηρήσουν τις δουλειές και τις σχέσεις τους.
Ίσως να φανταζόταν κανείς πως οι δημιουργοί του Schitt’s Creek και του Bottoms δεν θα ταίριαζαν, όμως οι ευαισθησίες του Levy και της Sennott συνδυάζονται σε ένα ελκυστικό μείγμα σκοτεινής οικογενειακής κωμωδίας, crime caper και μελέτης χαρακτήρων.
Ο ρόλος της μητέρας δε, της Linda, είναι κομμένος και ραμμένος για την υποψήφια για Όσκαρ Laurie Metcalf, που ξεχωρίζει εξίσου στις κωμικές και τις δραματικές στιγμές (καμία έκπληξη!). Η μητριάρχης των Morellis είναι ίσως ο πιο σύνθετος χαρακτήρας της σειράς: μια ναρκισσιστική φιγούρα που αποτελεί τη σκληρότερη κριτικό και τη μεγαλύτερη υποστηρίκτρια των παιδιών της ταυτόχρονα. Σε μία σειρά που εξερευνά την ανάγκη να ξεφύγει κανείς από τα κουτάκια της προαστιακής ζωής, η απρόσμενη στροφή της Linda προς την πολιτική προσφέρει ιδιαίτερα ζουμερό υλικό.
Παρότι ο ρυθμός του κάποιες στιγμές κολλάει, το Big Mistakes βρίσκει τον βηματισμό του στο δεύτερο μισό της σεζόν, δένοντας τις διάσπαρτες ιστορίες των Morellis και καταλήγοντας σε μία απολαυστική ανατροπή.
Η σειρά στριμάρει στο Netflix.
Νικητής: Margot’s Got Money Troubles
Το Margot’s Got Money Troubles — μία νέα σειρά του Apple TV+ βασισμένη στο μυθιστόρημα της Rufi Thorpe, για μια νεαρή ανύπαντρη μητέρα που στρέφεται στο OnlyFans για να στηρίξει τη νεοσύστατη οικογένειά της — δημιουργήθηκε από ανθρώπους που ξέρουν από καλή τηλεόραση.
Όταν ανακοινώθηκε για πρώτη φορά η μεταφορά, έγινε γνωστό πως την παραγωγή θα αναλάβει η A24, με επικεφαλής τον David E. Kelley (δημιουργό των The Lincoln Layer και Big Little Lies) και με εκτελεστική παραγωγό τη Nicole Kidman, καθώς και τις Elle Fanning (που πρωταγωνιστεί ως Margo) και Dakota Fanning. Χάρη σε αυτή τη δυνατή δημιουργική ομάδα, αλλά και σε ένα εξαιρετικό καστ που περιλαμβάνει τους Nick Offerman, Michelle Pfeiffer και Greg Kinnear, το Margo’s Got Money Troubles παίρνει κάτι που θα μπορούσε να είναι ένα σύνολο από κλισέ και το μετατρέπει σε μία υπέροχη σειρά, γοητευτική και ουσιαστικά απολαυστική.
Οι δοκιμασίες και οι δυσκολίες της νεαρής, ανύπαντρης μητρότητας! Τοξικοεξαρτώμενοι άνθρωποι με χρυσή καρδιά! Σεξεργασία χωρίς στίγμα! Οικογένεια που επιλέγουμε! Είναι προς τιμήν του Margo’s Got Money Troubles πως όλα αυτά — που αλλιώς θα μπορούσαν να κάνουν τη σειρά να μοιάζει με μία τυπική εφηβική σαπουνόπερα — λειτουργούν τελικά αναζωογονητικά υπέρ της. Αντί να βουλιάζει στο μελόδραμα και τη συναισθηματική υπερβολή, η σειρά διατηρεί έναν ανάλαφρο τόνο, γειωμένο στον ρεαλισμό και το χιούμορ. Παρά τις δύσκολες συνθήκες της πρωταγωνίστριας, πρόκειται τελικά για μία ελπιδοφόρα ιστορία: κάθε προσεκτικά δομημένος χαρακτήρας κρατά την πεποίθηση ότι αξίζει κάτι καλύτερο, ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής του.
Είναι από τις σπάνιες σειρές που ξέρουν ακριβώς πώς να πάρουν μια σειρά από γνώριμα μοτίβα — περίπλοκες σχέσεις μητέρας-κόρης, τα σκαμπανεβάσματα των εξαρτήσεων και της ανάρρωσης, τις σκληρές πραγματικότητες της νεαρής γονεϊκότητας — και να τα μετατρέπουν σε κάτι υψηλότερο.
Η σειρά στριμάρει στο Apple TV.
Χαμένος: The Testaments
Η Agnes (Chase Infiniti) είναι υπάκουη, ευγενική και ευσεβής. Μεγαλωμένη από έναν σχετικά καλοσυνάτο διοικητή (Nate Corddry) και μία ξεκάθαρα κακόβουλη μητριά (Amy Seimetz), η μεγάλωσε τόσο προνομιούχα όσο μπορεί να είναι μια κρατούμενη της Gilead. Τώρα είναι σχεδόν έτοιμη να «αποφοιτήσει», κάτι που σημαίνει πως θα δοθεί για γάμο, με τη μεγαλύτερη φιλοδοξία της να είναι η εξασφάλιση ενός συντρόφου με το υψηλότερο δυνατό κοινωνικό κύρος. Ένα βήμα, όμως, πριν από όλα όσα επιθυμούσε, η Agnes είναι τρομοκρατημένη.
Μετά από μία πρώτη σεζόν τόσο σοκαριστική και ωμή, όσο και η περιβόητη πειθαρχική τιμωρία της Aunt Lydia, η μεταφορά του εμβληματικού μυθιστορήματος της Margaret Atwood, The Handmaid’s Tale, από τον Bruce Miller, άρχισε να πέφτει σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα, χτίζοντας μία οικειότητα που, εν καιρώ, αποδυνάμωνε τον αντίκτυπο της σειράς. Οι σκηνές βασανιστηρίων παρέμεναν επώδυνες, γίνονταν όμως όλο και λιγότερο αποκαλυπτικές – και πιο επιτηδευμένες – κάθε φορά.
Αυτή η αίσθηση επανάληψης δεν βοηθήθηκε ούτε από την ίδια την πραγματικότητα. Το να ζει κανείς υπό έναν ανοιχτά μισογυνιστή Πρόεδρο των ΗΠΑ μπορεί να φαινόταν σοκαριστικό το 2017, κατά τη δεύτερη θητεία του όμως, η μισαλλοδοξία είχε ήδη μετατραπεί σε μία ακόμη αποκρουστική κανονικότητα. Χρειαζόμασταν άραγε μία ακόμη τηλεοπτική αλληγορία που να το αντικατοπτρίζει;
Ο στόχος του The Testaments είναι ακόμη η εξάλειψη μίας τυραννικής πατριαρχίας αλλά, παρότι η προσέγγιση αντιστρέφεται, η αίσθηση μονοτονίας επιμένει. Ενώ η προηγούμενη αφηγήτριά μας, η June, ήταν μία ξένη στη Gilead που πάλευε να ανακτήσει τις ελευθερίες που κάποτε απολάμβανε, η βασική μας οδηγός στη συνέχεια της ιστορίας γνωρίζει μόνο τη ζωή «υπό το βλέμμα του».
Η σειρά, επίσης, τεντώνει αυτό που μοιάζει με υλικό ενός πιλοτικού επεισοδίου σε δέκα συντομευμένα επεισόδια (τα περισσότερα διαρκούν λιγότερο από 45’ και τρία πέφτουν πολύ κάτω από τα 40’), και ενώ λειτουργεί ως άμεση συνέχεια του The Handmaid’s Tale, έχει μία σχέση με το ορίτζιναλ αποστασιοποιημένη και επαναληπτική την ίδια στιγμή.
Η σειρά στριμάρει στο Disney Plus.
Νικητής: Beef: Season 2
Ο Josh (Oscar Isaac) είναι ο γενικός διευθυντής του Monte Vista Point Country Club, ενώ η σύζυγός του, Lindsay (Carey Mulligan), περνά τον περισσότερο χρόνο της αναδιακοσμώντας το. Το ζευγάρι, παντρεμένο εδώ και χρόνια, ονειρεύεται να μετατρέψει το δασώδες σπίτι του σε ένα bed and breakfast — ένα σχέδιο που συζητούν με ενθουσιασμό ενώ είναι υπό την επήρεια ουσιών, αλλά που φυσικά καταρρέει όταν αναγκάζονται να αντιμετωπίσουν τη νηφάλια πραγματικότητα. Αυτή η ένταση κορυφώνεται νωρίς, οδηγώντας σε έναν άγριο καβγά όπου ο Josh και η Lindsay ανταλλάσσουν χτυπήματα, και εν τέλει βρίσκονται σε αμήχανη θέση όταν τους ανακαλύπτει ένα νεότερο ζευγάρι.
Ο Austin (Charles Melton) και η Ashley (Cailee Spaeny) δεν φαίνεται να καταλαβαίνουν πραγματικά πώς λειτουργεί ο κόσμος, αλλά είναι τόσο απορροφημένοι ο ένας από τον άλλον που αυτό δεν έχει σημασία. Όπως ο Josh και η Lindsay, έτσι και η Ashley και ο Austin έχουν όνειρα. Τα δικά τους είναι πιο ταπεινά — για αρχή, να αποκτήσουν ασφάλιση υγείας — αλλά παραμένουν όνειρα. Η Ashley, τελικά, βλέπει τον καβγά του Josh και της Lindsay ως έναν τρόπο να πετύχει αυτά τα όνειρα ή τουλάχιστον να αρχίσει να τα χτίζει. Αυτό βρίσκεται στον πυρήνα της δεύτερης σεζόν του Beef: ποιον επιβεβαιώνει η κοινωνία ανοίγοντάς του δρόμο, πώς ένας υπερ-καπιταλιστικός κόσμος διαβρώνει τις αξίες μας και γιατί, στο τέλος, είμαστε σαν μυρμήγκια που βαδίζουν σε μια γραμμή προς την υπόσχεση για κάτι καλύτερο, χωρίς να ξέρουμε αν θα φτάσουμε ποτέ εκεί.
Υπάρχουν αναφορές σε θεματικές της πρώτης σεζόν — πώς η φυλή παίζει ρόλο στον κυρίως λευκό κόσμο των country clubs, πώς ο θυμός και η πικρία γεννούν παραλογισμό και πόσο εύκολο είναι να νιώθει κανείς μόνος σε μια εποχή που όλοι είμαστε τόσο συνδεδεμένοι. Μια σιωπηλή αγωνία πάλλεται ακριβώς κάτω από την επιφάνεια, μία διαρκής αίσθηση πως κάτι κακό μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή, με τη σκιά της συναισθηματικής και σωματικής βίας να παραμονεύει σε κάθε γωνία. Με αυτή την έννοια, η δεύτερη σεζόν του Beef έχει μια κυκλική διάσταση: ο κόσμος μπορεί να είναι ένας ατέρμονος βρόχος εκμετάλλευσης και ευκαιριών, στον οποίο το άτομο προσαρμόζεται ανάλογα με το τι είναι κάθε φορά επίκαιρο.
Όταν η σειρά προσπαθεί να φτάσει τα ύψη της πρώτης σεζόν, η αφήγηση ξεδιπλώνεται πιο ακατάστατα, και καθώς μια συνωμοσία μεγαλώνει και εμπλέκει όλους τους βασικούς χαρακτήρες, γίνεται και δυσκίνητη ως ένα βαθμό, όμως ο Lee και οι συν-σκηνοθέτες του, Jake Schreier και Kitao Sakurai, διατηρούν ένα κομψό οπτικό ύφος που εξελίσσεται όσο προχωρά η σειρά.
Η δεύτερη σεζόν του Beef εξακολουθεί να διατηρεί την ηλεκτρισμένη απρόβλεπτη φύση που γίνεται σήμα κατατεθέν της σειράς. Αίμα ή δάκρυα μπορεί να χυθούν, μια ήσυχη στιγμή τρυφερότητας μπορεί να μετατραπεί σε αμφιβολία και δυσπιστία, και οποιοσδήποτε μπορεί να μετατραπεί στην χειρότερη εκδοχή του εαυτού του ανά πάσα στιγμή.
Η σειρά στριμάρει στο Netflix.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.