24Media Creative Team
ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Blur vs. Oasis, 25 χρόνια μετά: Τι συνέβη στη μεγάλη μάχη της Britpop

Στις 25 Αυγούστου του 1995 έγινε μία μάχη τιτάνων με καθαρό νικητή, ο πόλεμος όμως δεν είχε τελειώσει. Το Oneman κάνει αναδρομή σε μία ιστορική στιγμή της μουσικής.

Όταν ο Mike Smith, μία από τις σημαντικότερες φιγούρες της EMI των ‘90s, μπήκε στη δισκογραφία στα τέλη των ‘80s, κανείς δεν πίστευε πως η Αγγλία δεν θα έβλεπε ξανά μπάντα σαν τους Beatles. Όχι λόγω της απουσίας ταλέντου, αλλά επειδή η ψυχαγωγία είχε διασπαστεί πια σε τόσα κομμάτια που θα της ήταν πολύ δύσκολο να αποτυπώσει πλέον πραγματικά την ποπ κουλτούρα. Τον Αύγουστο του 1995, οι δύο μονομάχοι της Britpop, οι Blur και οι Oasis, το κατάφεραν.

Δεν μπορείς να μιλήσεις για τη Britpop χωρίς να αναφέρεις τους Blur, και δεν μπορείς να μιλήσεις για τους Blur χωρίς να αναφέρεις τους Oasis. Παρότι ο υπεύθυνος επικοινωνίας των τελευταίων, ο Johnny Hopkins, ήθελε να απομακρύνει τη μπάντα από τον όρο γιατί τον έβρισκε περιοριστικό και στενόμυαλο, οι Oasis έγιναν μαζί με τους Blur, τους πρωτοστάτες του είδους, τους Suede και τους Pulp, μία από τις τέσσερις βασικές μπάντες ενός μουσικού κινήματος που θα αποτελούσε τη ραχοκοκαλιά της Cool Britannia.

Τη Δευτέρα 14 Αυγούστου του 1995, οι δύο γίγαντες θα έδιναν την τελευταία μεγάλη μάχη για το Νο.1 των βρετανικών τσαρτ, αν και ο πόλεμος δεν θα κρινόταν ακόμα.

 

Το κύμα της Britpop

Με τους Kinks και τους XTC να αναφέρονται συχνά ως ‘νονοί’ του είδους και το ‘There She Goes’ των λιβερπουλιανών The La’s να βάζει τον θεμέλιο λίθο τέσσερα χρόνια νωρίτερα, η Britpop γεννήθηκε κυρίως ως απάντηση στην αμερικανική grunge που είχε καταλάβει τα τσαρτ του Ηνωμένου Βασιλείου. Με επιρροές από τη βρετανική ποπ των Beatles, των Kinks που προανέφερα, των πρώιμων Pink Floyd και των The Who από τα ‘60s, το punk και το glam rock των ‘70s, την indie rock των Smiths στα ‘80s και σίγουρα τη Madchester σκηνή που είχαν ηγηθεί οι Stone Roses, η Britpop ήταν ένα μουσικό μανιφέστο με αγγλοκεντρική αισθητική που επαναδιεκδικούσε τη βρετανική εμπειρία. «Ωραία, καλό είναι αυτό», είχε πει ο Damon Albarn, ο frontman των Blur, όταν τον είχαν ρωτήσει το 1993 αν η μπάντα του ήταν αντι-grunge. «Αν η punk ξεφορτώθηκε τους hippies, τότε εγώ θα ξεφορτωθώ τη grunge».

Οι Blur σε photo studio στο Tokyo, Νοέμβριος 1994 / Getty Images
Οι Blur σε photo studio στο Tokyo, Νοέμβριος 1994

Η Britpop, μες στη ζωντάνια και την αέναη ευφορία που απέπνεαν οι κιθάρες της ακόμα και στις πιο σκοτεινές στιγμές της, κουνούσε ελαφρώς το δάχτυλο και στις πιο πομπώδεις, νεο-psychedelic μελωδίες της εγχώριας shoegazing σκηνής. Σε αυτήν είχαν τις ρίζες τους και οι Blur. Ονομάστηκε έτσι ειρωνικά από τον βρετανικό τύπο επειδή μπάντες όπως οι Moose κρατούσαν μια ενδοσκοπική, αποστασιοποιημένη στάση στα live shows τους, συχνά κοιτώντας τα παπούτσια τους αντί για το κοινό. Μετά την άφιξη των Nirvana και των Suede, πολλές από αυτές τις μπάντες άλλαξαν τον ήχο τους, ανάμεσά τους και οι Blur που μεταπήδησαν από το ντεμπούτο τους ‘Leisure’ στο ‘Modern Life Is Rubbish’ του 1993 – το άλμπουμ που εδραίωσε τη Britpop ως το next big thing.

Στη διάρκεια της περιοδείας του πρώτου άλμπουμ τους στην Αμερική, ο Albarn είχε ξενερώσει τόσο πολύ με την αμερικανική κουλτούρα και ιδίως τη διαρροή της στη Μεγάλη Βρετανία, που ένιωσε ότι είχε έρθει η ώρα για μια δυναμική επιστροφή ατόφιας βρετανίλας. Το ίδιο ακριβώς ένιωθε και η Justine Frischmann, ιδρυτικό μέλος των Suede, αργότερα των Elastica και σύντροφός του ως το 1998. Mαζί θα αλληλοτροφοδοτούσαν τη δίψα τους για έναν ήχο που θα άνοιγε την όρεξη του βρετανικού νεανικού κοινού για παπούτσια από τον τόπο τους.

"Go home, Yanks!". Οι Suede στο εξώφυλλο του Select τον Απρίλιο του '93.
“Go home, Yanks!”. Οι Suede στο εξώφυλλο του Select τον Απρίλιο του ’93.

Ο πρώτος δίσκος των Suede είχε τις ταχύτερες πωλήσεις για δισκογραφικό ντεμπούτο στην ιστορία του Ηνωμένου Βασιλείου. Στο περιοδικό Select, ο frontman τους Brett Anderson εμφανιζόταν με αέρα βετεράνου στο εξώφυλλο του Απριλίου του ‘93, παρέα με τον τίτλο «Πηγαίντε σπίτι σας, Γιάνκηδες!». Τον Απρίλιο της επόμενης χρονιάς, το ‘Parklife’ των Blur, ακόμη το go-to άλμπουμ για να καταλάβει κανείς την κουλτούρα της Britpop πριν τη φρενίτιδα, θα έκανε τη μπάντα την πιο δημοφιλή στο νησί. Είκοσι μέρες πριν την κυκλοφορία του ο Kurt Cobain θα βρισκόταν νεκρός στο σπίτι του στο Seattle. Δεκαπέντε μόλις μέρες πριν, το ‘Supersonic’ θα σήμανε την άφιξη των Oasis. Η αρχική του υποδοχή ήταν χλιαρή σε πωλήσεις, πλέον όμως είναι ανάμεσα στα είκοσι μεγαλύτερα singles του Ηνωμένου Βασιλείου.

Η επέλαση των Blur εκείνη τη χρονιά είχε ξεκινήσει με το εθιστικό ‘Girls & Boys’ και είχε κλείσει με τη νοσταλγική μπαλάντα ‘To the End’ και τα πιο συναισθηματικά φωνητικά που μας έδωσε ποτέ ο Albarn. Μετά το ‘Supersonic’, οι Oasis επέστρεψαν με το ‘Shakermaker’ και έκλεισαν με το ‘Live Forever’. Το τελευταίο είχε γραφτεί πριν τον θάνατο του Cobain από τον Noel, έναν δηλωμένο φαν των Nirvana, ως αντίδραση στον πεσιμισμό του αγαπημένου του ροκστάρ.

«Είχε γραφτεί στα μέσα της grunge και θυμάμαι οι Nirvana είχαν ένα τραγούδι που το έλεγαν ‘I Hate Myself and Want to Die’», είχε δηλώσει κάποτε. «Και σκέφτηκα, ωραία, εγώ δεν το δέχομαι. Όσο πολύ και να μου αρέσει κι όλα αυτά, δεν το δέχομαι. Δεν μπορώ να βλέπω ανθρώπους σε αυτό το στιλ να έρχονται εδώ, να κάνουν ηρωίνη, να λένε μ@λ@κίες ότι μισούν τον εαυτό τους και θέλουν να πεθάνουν. Αυτά είναι γ@μημένες μ@λ@κίες. Δεν χρειάζεται να ακούνε τέτοια πράγματα τα παιδιά […] Μου φαίνεται πως ήταν ένας τύπος που είχε τα πάντα και ήταν θλιμμένος γι’ αυτό. Εμείς δεν είχαμε απολύτως τίποτα και εγώ πίστευα πως και μόνο το να ξυπνάς το πρωί ήταν το καλύτερο γ@μημένο πράγμα που έγινε ποτέ, γιατί δεν ήξερες πού θα κατέληγες το βράδυ. Δεν είχαμε ούτε βρακί να βάλουμε, αλλά ήταν σπουδαία, φίλε».

Ολόκληρο το ντεμπούτο των Oasis είχε ακριβώς αυτό το mood. Παλλόταν για τη ζωή στο εδώ και τώρα. Δεν είχε τη μουσική ευφυΐα και ευελιξία που είχε εκστασιάσει τους κριτικούς με το ‘Parklife’, ούτε κάποια φοβερή εφευρετικότητα. Οι Gallaghers δεν δίστασαν ποτέ να ξεσηκώσουν από τα είδωλά τους, τους Beatles, τους Stones, τους Sex Pistols. Ααναπολούσαν όμως τα classics με τόση εκρηκτική ενέργεια, χαρακτηριστική και δική τους, που δεν άφηναν πολλές επιλογές. Παρέσυραν τη Μεγάλη Βρετανία σαν παλίρροια. Το άλμπουμ έμοιαζε με ραφιναρισμένο jam session μεθυσμένης μπάντας που καλούσε τους θαμώνες να ουρλιάξουν ό,τι στίχους θυμούνται. Να πιουν, να γελάσουν δυνατά, να φύγουν από το μαγαζί αγκαλιά.

Θα το έκαναν εκτοξεύοντας το ‘Definitely Maybe’ στο Νο.1 εκείνου του Αυγούστου. Το άλμπουμ έσπασε το ρεκόρ ταχύτερων πωλήσεων των Suede, πούλησε οκτώ εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως και θεωρείται ένας από τους πιο επιδραστικούς δίσκους της Britpop. Οι Blur είχαν βρει τον αντίπαλό τους.

Από τα Brits στα Brats, πέντε μπινελίκια δρόμος

«Τα Brit Awards του 1995 ήταν το αποκορύφωμα της ιδέας ότι αυτές οι δύο μπάντες είχαν έναν κοινό σκοπό», έχει αναφέρει ο συγγραφέας της Britpop βίβλου ‘The Last Party’, John Harris, σε ένα oral history της μάχης από το NME στο οποίο θα ανατρέξουμε συχνά. «Πριν [από εκείνη τη χρονιά], τα Brit Awards ήταν απλά η Annie Lennox και ο Chris Rea – αυτή ήταν η πρώτη φορά που indie ροκ μπάντες κέρδιζαν μεγάλα βραβεία. Ο Albarn σήκωσε το τελευταίο βραβείο, νομίζω ήταν του Καλύτερου Γκρουπ, και είπε, ‘αυτό θα έπρεπε να μοιραστεί με τους Oasis’, και ο Graham (κιθαρίστας των Blur) είπε, ‘πολλή αγάπη και σεβασμός στα παιδιά’. Ποτέ μου δεν κατάλαβα αν έκανε πλάκα ή όχι».

Οι Blur έφυγαν από τα Brit Awards με τέσσερα βραβεία, ανάμεσά τους και αυτό του Καλύτερου Άλμπουμ. Λίγο αργότερα θα έκαναν μια στάση και από βραβεία του NME που από το 1994 είχαν ονομαστεί Brat Awards ως παρωδία των Brits. Οι Blur θα κέρδιζαν το βραβείο Καλύτερης Μπάντας, οι Oasis της Καλύτερης Νέας Μπάντας. Τα μέλη έβγαλαν φωτογραφίες μεταξύ τους και προχώρησαν backstage σε ευχάριστο κλίμα, μέχρι που ο Liam άρχισε να βρίζει τον Alex, τον μπασίστα των Blur. Ελάχιστη σχέση να έχεις με τους Oasis, ξέρεις πως λίγα πράγματα αγαπούν οι Gallaghers περισσότερο από το να κράζουν ο ένας τον άλλον. Να κράζουν τους άλλους είναι ένα από αυτά.

Ο Damon Albarn με τον Noel Gallagher σε πάρτι του NME το 1994/Getty Images

«Ο Liam άρχισε να τον κατσαδιάζει», θυμάται ο Steve Sutherland, εκδότης του NME τότε. «Τον είχε αποκαλέσει ό,τι σημείο της γυναικείας ανατομίας θες. Και ο Graham, να ‘ναι καλά, που ήταν πολύ μεθυσμένος, πήγε και φίλησε τον Liam στο μάγουλο. Ο Alex ήταν αυτός που πραγματικά δεν συμπαθούσαν, ήταν σαν τον Little Lord Fauntleroy, κάπως δανδής. Τους εκνεύριζε στ’ αλήθεια. Οι Oasis δεν πίστευαν ότι οι Blur ήταν πραγματικοί ροκστάρ και οι Blur δεν έδιναν δεκάρα για το πίστευαν οι Oasis γενικότερα».

Πράγματι, το μοναδικό πράγμα που μπορεί κανείς να ξετρυπώσει από την πλευρά των Blur εκείνο τον καιρό, ήταν πως ο Albarn είχε αναφέρει στο show του Chris Evans ότι ο ήχος των Oasis «ήταν λίγο σαν των Status Quo». Αντιθέτως, όταν οι Oasis κυκλοφόρησαν το ‘Some Might Say’, συνέχιζαν να προκαλούν. Ο Alan McGee, το αφεντικό της Creation Records που ανέδειξε τους Gallaghers, έχει μια πολύ χαρακτηριστική ανάμνηση από τη συμπεριφορά των καλλιτεχνών του. Όταν το ‘Some Might Say’ πήγε στο Νο.1, η πρώτη κορυφή για single των Oasis, ο Albarn πήγε στο εορταστικό πάρτι της Creation για το καλό, αλλά η υποδοχή που βρήκε ήταν επιεικώς μέτρια. «Ο Liam πήγε στον Damon και του είπε ‘εμείς είμαστε νούμερο ένα και εσείς όχι», αναφέρει κι αυτός στο NME. «Οι Oasis ήταν οι Oasis και αποφάσισαν να τους μισήσουν. Και οι Blur που ήταν οι Blur νόμιζαν πως ήταν ένα παιχνίδι […] Για να είμαι δίκαιος, νομίζω πως [ο Damon] δεν ήξερε ότι οι Oasis το είχαν δει τόσο σοβαρά».

«Εγώ πήγα στο εορταστικό τους πάρτι, ξέρεις, για να τους μπράβο», είχε πει ο Albarn. «Και έρχεται ο Liam και, όπως είναι, μου λέει ‘Number Fookin’ One!’ στη μούρη μου. Ωραία, σκέφτηκα, θα δείτε».

Η Britpop σηκώνει τα όπλα της

Το ‘Some Might Say’ ήταν η πρώτη γεύση από το δεύτερο άλμπουμ των Oasis, το ‘(What’s the Story) Morning Glory?’ όμως δεν άρχισε να ηχογραφείται μέχρι αρκετές εβδομάδες αργότερα μετά το Νο.1 τους. Οι Blur ετοιμάζονταν και αυτοί να κυκλοφορήσουν το επόμενο άλμπουμ τους ‘The Great Escape’, το τελευταίο της Life τριλογίας τους, το ίδιο καλοκαίρι. Σειρά είχαν τα κομμάτια που θα διάλεγαν ως πρώτα singles τους.

Οι πρώτοι θα πήγαιναν με τα βασιστά συστατικά του ‘Roll With It’, οι δεύτεροι με το μάχιμο ‘Country House’. Κανένα από τα δύο τραγούδια δεν ήταν το καλύτερο δείγμα των δύο γκρουπ, είχαν όμως αέρα Νο.1. Οι Blur που ήταν διστακτικοί με τη συγκεκριμένη επιλογή, θα χρησιμοποιούσαν τον Damien Hirst για τη σκηνοθεσία του κλιπ τους. Πόσο πιο Britpop να το κάνεις.

Ο παραγωγός της μπάντας Stephen Street θα σιχαινόταν τελικά το βίντεο του Hirst γιατί θεώρησε ότι ευτέλιζε το κομμάτι, και δεν ήταν ο μόνος. Ο Graham, εύκολα η πιο ευαίσθητη ψυχή των Blur, είχε ήδη αρχίσει να απογοητεύεται από τη μουσική βιομηχανία. Όλη αυτή η στρατηγική προετοιμασία τού έμοιαζε με τσίρκο. Θα αρνιόταν να εμφανιστεί στο βίντεο του ‘Country House’, εκτός αν τον άφηναν να ντυθεί γαλατάς και να μη συμμετάσχει σε καμία σκηνή που θα τον έφερνε σε δύσκολη θέση. Δεν είχε δει πάντως ακόμα τα χειρότερα.

Θα τα έβλεπε όταν τα πλάνα κυκλοφορίας των Oasis θα άλλαζαν.

Shots Fired

Ο αστικός μύθος λέει πως η κυκλοφορία των δύο singles την ίδια μέρα ήταν μία καλά στημένη σκευωρία μεταξύ δισκογραφικών για να ξεζουμήσουν όσο γινόταν περισσότερο τους φαν της Britpop. Στην πραγματικότητα όμως, οι δύο εταιρείες προσπαθούσαν επί έξι μήνες να αποτρέψουν τη χρονική σύμπτωση των singles. Το ανεπίσημο πλάνο έλεγε πως κάποια από τις μπάντες θα προηγείτο, θα κέρδιζε το No.1 της, και μετά θα ακολουθούσε η επόμενη σε μια ικανή απόσταση για να πάρει κι εκείνη τη δική της πρωτιά.

Η Creation των Oasis όμως αποφάσισε να μετακινήσει το ‘Roll With It’ έξι εβδομάδες, μία εβδομάδα πριν από το ‘Country House’. Το single θα πήγαινε σίγουρα στο Νο.1 και αυτό σήμαινε πρακτικά πως οι Blur θα έπρεπε να τα βάλουν με μια πολύ φρέσκια επιτυχία μόλις επτά μέρες μετά.

«Υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να πάμε στο Νο.2, κάτι το οποίο θα ήταν καταστροφή γιατί είχαμε κάνει πολύ προσεκτικό σχεδιασμό», θυμάται ο Andy Ross της Food Records. «Ο Damon και εγώ καθόμασταν έξω από το εστιατόριο The Freemasons Arms, κοντά στο παλιό κτίριο της EMI, και κουβεντιάζαμε και του είπα, ‘κοίτα, αν βγούμε τη βδομάδα μετά από εκείνους, είμαστε Νο. 2. Αν πάμε την ίδια βδομάδα έχουμε την πιθανότητα να πάμε Νο. 1’. Κοιταχτήκαμε, ο Damon φαινόταν έτοιμος, και σκεφτήκαμε, ‘ωραία, ας πάμε σώμα με σώμα, όλα για όλα». Οι Oasis είχαν ρίξει το γάντι και ο Albarn αποφάσισε να το σηκώσει. Οι υπόλοιποι Blur, ειδικά ο Graham, ένιωθαν άβολα με την κίνησή του αλλά το ανταγωνιστικό στοιχείο του frontman δεν του επέτρεπε να κάνει πίσω. Η Creation από την άλλη σκέφτηκε μήπως θα έπρεπε τελικά να μεταφέρει ξανά την ημερομηνία του ‘Roll With It’, αποφάσισε όμως ο προγραμματισμός που είχε ήδη γίνει ήταν πολύ μεγάλος για να τον θυσιάσουν. Δεν ήθελαν επίσης να φανούν δειλοί.

Τα πιόνια είχαν πάρει τη θέση τους και θα έδιναν στον Τύπο μία πρωτόγνωρη ευκαιρία.

Οι Oasis σε ξενοδοχείο του Tokyo το 1994/Getty Images

Clash of the Titans

Ο Αύγουστος του 1995 βαφτίστηκε ‘Battle of Britpop’, η ημερομηνία ορίστηκε για τη Δευτέρα 14 του μήνα, και ο Τύπος ήταν στις επάλξεις. Ζούσαν ξανά το Beatles vs. Rolling Stones, μόνο που οι Beatles και οι Rolling Stones δεν είχαν διαγωνιστεί για κάποιο No.1.

«Ο Terry Staunton που δούλευε στο newsdesk του NME εκείνο τον καιρό, ήρθε στο γραφείο μου και μου είπε πως τα singles θα έβγαιναν την ίδια μέρα», περιγράφει ο Sutherland. «Ήμουν πάντοτε φαν της rock and pop σαπουνόπερας, οπότε το κάναμε event. Δημιουργήσαμε το εξώφυλλο από ένα πόστερ αγώνα του Muhammad Ali που είχα ακουμπισμένο πάνω σε μια τράπουλα, πήραμε το πλαίσιο, αλλάξαμε τα λόγια και το φτιάξαμε σαν αγώνα μποξ».

Το εξώφυλλο του NME πυροδότησε την έκρηξη της Britpop μανίας που θα κυρίευε τα ΜΜΕ εντός και εκτός Μεγάλης Βρετανίας. Ήταν παντού στις εφημερίδες, παντού στα κανάλια, έφτασε και στην Αμερική. «Δεν μπορούσες να δεις ειδήσεις χωρίς να το αναφέρουν», θυμάται ο Ross. «Ο πατέρας της γυναίκας μου μένει στη Νορβηγία και το είχαν οι Oslo Times στο εξώφυλλο εκείνη την εβδομάδα. Είχε την προσοχή μιας ολόκληρης γενιάς».

Το διάσημο εξώφυλλο του NME ανακηρύσσει την έναρξη της μάχης (1995)
Το διάσημο εξώφυλλο του NME ανακηρύσσει την έναρξη της μάχης (1995)

Η μάχη θα έπαιρνε και χροιά ταξικής πάλης. Οι Blur παρουσιάζονταν ως μαλθακά παιδιά της μεσαίας τάξης και οι Oasis ως παιδιά βιοπαλαιστών του Βορρά. Σε ρεπορτάζ εκείνης της εβδομάδας που επιβιώνει στο αρχείο του Guardian, ο 26χρονος Paul Sexton επιχειρηματολογούσε για την επιλογή που θα έκανε τη μέρα της μάχης. «Οι Oasis είναι καλύτεροι από τους Blur γιατί είναι της εργατικής τάξης και ξέρουν τις ρίζες τους», έλεγε. «Το single τους είναι εξαιρετικό επίσης. Οι Blur είναι κάτι τύποι της μεσαίας τάξης που νομίζουν ότι είναι mods και το παίζουν ότι είναι από το Λονδίνο ενώ δεν είναι καν αλήθεια». Ως γιος στρατιωτικού, ο Graham ασφυκτιούσε με αυτή την απεικόνιση. Στην πρώτη του γνωριμία με τον Albarn σε Λύκειο του Essex, ο μελλοντικός κολλητός του φίλος είχε κοροϊδέψει τα χαλασμένα παπούτσια του. Τώρα τον αποκαλούσαν επιτηδευμένο ψηλομύτη.

Το NME είχε ετοιμάσει δύο εξώφυλλα, ένα για τον κάθε πιθανό νικητή. Όταν έφτασε η 14η του Αυγούστου, ο κόσμος ξεχύθηκε στα δισκάδικα σαν να πήγαινε στις κάλπες. Πολλοί είχαν σκοπό να πάρουν τελικά και τα δύο singles, εκείνη την πρώτη μέρα όμως έπρεπε να δείξουν πού είχαν ορκιστεί πίστη. «Νομίζω θα αγοράσω των Blur», έλεγε στον Guardian o κος Wigzell από την Ουαλία. «Των Oasis είναι λίγο μονότονο. Μου αρέσουν και οι δύο μπάντες αλλά νομίζω προτιμώ τους Blur, για λίγο μόνο».

Ο Albarn ήταν διακοπές με τους γονείς τους αλλά δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Κρατιόταν μέχρι την Πέμπτη, αλλά το Σάββατο πήρε το πρώτο αεροπλάνο της επιστροφής.

Ποιος είχε νικήσει;

And the winner is…

«Πήρε τηλέφωνο ο Andy Ross και είπε πως αισθανόταν αρκετά σίγουρος», θυμάται ο Albarn. «Την επόμενη μέρα πήγα να παίξω ποδόσφαιρο και εμφανίστηκε εντελώς λιώμα οπότε ήξερα ότι νικήσαμε, γεγονός τέλειο γιατί χρειαζόταν να ξεπεράσουμε το ‘Parklife’ με κάποιον τρόπο».

Το ‘Country House’ είχε πουλήσει 274.000 αντίτυπα και το ‘Roll With It’ 216.000. Οι Blur είχαν μαζευτεί στο ιδιωτικό κλαμπ του Soho House που είχε βάλει countdown, αλλά μέσα τους είχαν ήδη αρχίσει να παίρνουν διαφορετικούς δρόμους. Ο ντράμερ τους, ο Dave, δεν ήταν εκεί, ο Alex άργησε να φτάσει και ο Graham ήθελε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί. «Εκείνη ήταν η διαβόητη συγκέντρωση της Κυριακής που ο Graham απείλησε ότι θα πηδούσε από το παράθυρο», αναφέρει ο παραγωγός τους. «Ήταν αστείο κάπως, ‘πάρτε με από δω’, αλλά είχε σιχαθεί τα πάντα ως τότε. Είχαμε νικήσει, αλλά δεν του άρεσαν τα καυχήματα και οι λεονταρισμοί».

«Η δισκογραφική μας έκανε πάρτι με σαμπάνιες στο Soho House και ένιωθα πως με υποχρέωναν να χαρώ τη στιγμή ενώ ήθελα να μείνω μόνος μου», δήλωνε ο Graham το 2009 στη Daily Mail. «Δεν άντεχα να είμαι μέρος του κόσμου εκείνου, οπότε προσπάθησα να πέσω από το παράθυρο του έκτου. Ήταν ο Damon που με μετέπεισε».

Οι Blur από τα αριστερά στα δεξιά: Graham Coxon, Alex James, Damon Albarn and Dave Rowntree (1995)/Getty Images

Οι Oasis ενημερώθηκαν από τον McGee και έπιασαν τις μπύρες. Και να είχαν νικήσει βέβαια, πάλι τις μπύρες θα έπιαναν. «Με ένοιαζε», είχε αναφέρει ο Liam τον Σεπτέμβριο που ακολούθησε. «Πιστεύω το ‘Roll With It’ είναι εξαιρετικό τραγούδι. Συνάντησα τον Alex στην pub [σ.σ. τον ίδιο άνθρωπο που είχε σκυλοβρίσει στα Brats], οπότε πήγα και του είπα, ‘συγχαρητήρια για το Νο.1, καιρός ήταν, φίλε’. Και μου λέει, ‘α ναι, αλλά τα τραγούδια μας ήταν και τα δύο σκατά έτσι κι αλλιώς’. Και του λέω, ‘όχι, εδώ κάνεις λάθος. Και γι’ αυτό μισώ κι εσένα και τη μπάντα σου. Εγώ πιστεύω πως το τραγούδι μας ήταν γαμάτο’. Και μετά του είπα ‘θες μια γραμμή;’, του έδωσα μία και ήμασταν κουλ. Εξακολουθώ όμως να πιστεύω ότι [οι Blur] είναι σκατά».

Ο Alex στο μεταξύ μπορεί να δήλωνε πως δεν υπήρχε ‘Blur vs. Oasis’ αλλά ‘Blur και Oasis vs. the world’, όταν όμως έπαιξαν live το ‘Country House’ στο Top of the Pops φορούσε ειρωνικά ένα μπλουζάκι των Oasis.

Υπήρξε η παραφιλολογία ότι οι Oasis είχαν χάσει λόγω κάποιου προβλήματος των barcodes στα CDs, το ζήτημα εκείνο όμως είχε ήδη επιλυθεί την εβδομάδα πριν την κυκλοφορία. Ο McGee υποστηρίζει ότι η μπάντα του ήρθε δεύτερη επειδή οι Blur πούλησαν τον δίσκο τους σε παραπάνω φορμάτ από αυτά των Oasis – κοινότοπη τακτική των δισκογραφικών τότε – αλλά και επειδή εκείνοι είχαν τη δύναμη της EMI πίσω τους. Η δική του Creation Records ωστόσο είχε τη διανομή από τη Sony, άρα η μάχη δεν ήταν άνιση.

Η αντιπαλότητα των δύο γκρουπ θα μπορούσε να είχε φτάσει στα άκρα λίγο καιρό αργότερα, όταν οι Blur και οι Oasis είχαν κανονίσει να κάνουν live στο Bournemouth την ίδια μέρα – στο BIC και το Snowbar αντίστοιχα. Τότε άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες ότι φαν των Oasis από το Manchester και φαν των Blur από το Wolverhampton θα έφταναν στα venues με άγριες διαθέσεις. Και για τους αντίπαλους φαν και για τα ίδια τα μέλη. Όταν ο Albarn περιέγραψε τα πλάνα του για τη ‘Μάχη του Bournemouth’ στο NME, το φουσκωτό No.1 που ήθελε να πετάξει πάνω από το venue των Oasis, το logo των Blur που θα εμφανιζόταν στους τοίχους του Snowbar σαν άλλο Batsignal, το management των Oasis αποφάσισε να μεταφέρει τη συναυλία κάποιους μήνες αργότερα. Η πιθανότητα βίαιων επεισοδίων έπρεπε να κόψει το γέλιο όλων τους.

«Δεν ενδιαφερόμαστε για τέτοιου είδους marketing», είχε δηλώσει ο υπεύθυνος ασφαλείας των Oasis, Ian Robertson. «Δεν θέλουμε να παίξουμε. Κόφτε το».

Ο Liam Gallagher και ο Damon περνούν μέτρια το 1996, κατά τη διάρκεια του δεύτερου Music Industry αγώνα ποδοσφαίρου 'Soccer Six' στο Mile End Stadium/Getty Images

Τελικά, What’s the Story?

Ότι η μάχη των δύο γκρουπ δεν ήταν στ’ αλήθεια άνιση θα φαινόταν πια ξεκάθαρα όταν θα κυκλοφορούσε το ‘(What’s the Story) Morning Glory?’ εκείνο τον Οκτώβρη. Ο πρώτος γύρος είχε χαθεί αλλά ο πόλεμος δεν είχε ακόμα νικητή.

Το ‘Great Escape’ των Blur έγινε τριπλά πλατινένιο στη Μεγάλη Βρετανία και μπήκε στο τοπ-10 των τσαρτ σε πάνω από δέκα ακόμη χώρες. Οι πωλήσεις του ‘Morning Glory’ όμως ήταν αποστομωτικές.

Το δεύτερο άλμπουμ των Gallagher έκανε τις ταχύτερες πωλήσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο από το ‘Bad’ του Michael Jackson την περασμένη δεκαετία. Έγινε – και είναι μέχρι και σήμερα – το πιο επιτυχημένο άλμπουμ του Ηνωμένου Βασιλείου στα 1990s. Έχει πουλήσει 22 εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον πλανήτη και έκανε τους Oasis παγκόσμιο φαινόμενο. Όταν οι Gallaghers έπαιξαν δύο βράδια απανωτά στο Knebworth το 1996, το πλήθος έφτασε τα 250.000 άτομα συνολικά, ενώ τα εισιτήρια για τις συναυλίες τα είχαν διεκδικήσει 2,5 εκατομμύρια άτομα.

Μια θάλασσα από εκατοντάδες χιλιάδες χέρια υψώνονται για τους Oasis στο Knebworth Park το 1996/Getty Images

Η επιστροφή του Albarn με το ‘Blur’ απομακρύνθηκε από τον ήχο που καθιέρωσε τη μπάντα του και αγκάλιασε τις επιρροές της αμερικανικής grunge και της low-fi που είχε κάποτε απορρίψει. Θα έβγαζαν δύο ακόμα άλμπουμ ως το 2003 που αποφάσισαν να κάνουν διάλειμμα, πριν επιστρέψουν με το ‘Magic Whip’ το 2015. Ο ίδιος θα έφτιαχνε τους Gorillaz με τον Jamie Hewlett για να εξερευνήσει τη χιπ χοπ, την ηλεκτρονική και άλλους ήχους.

Οι Oasis θα συνέχιζαν με τις εκρηκτικές πωλήσεις και τα τοπ-10 ως το 2009, oπότε και οι αδελφοί Gallagher θα έρχονταν σε αναμενόμενη ρήξη. Ήταν απορίας άξιο πώς είχαν αντέξει μαζί ως τότε, είναι απορίας άξιο πώς έχουν αντέξει χώρια ως σήμερα.

O Damon και ο Noel τα έχουν βρει στο μεταξύ, με τον δεύτερο να συμμετέχει στο ‘Humanz’ των Gorillaz το 2017. Ο Damon τον αποκαλεί ‘συμπολεμιστή’ και εκτιμά τη φιλία του γιατί είναι «ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους που πέρασε τα ίδια στα ‘90s».

«Είναι για εκείνη η στιγμή στον χρόνο όπου και οι δύο είδαμε το χαλί να τραβιέται κάτω από τα πόδια μας και όλα όσα ονειρευόμασταν αφηρημένα έγιναν ξαφνικά πραγματικότητα», έλεγε το 2018. «Ήμουν 22 και δεν μπορούσα να κατέβω το στενό χωρίς κάποιος να με αναγνωρίσει. Ήταν μια συναρπαστική αλλά τρομακτική στιγμή και την περάσαμε μαζί».

Ο Damon και ο Noel στα Brit Awards του 2013 / AP Images
Ο Damon και ο Noel στα Brit Awards του 2013

Όσο για τη Britpop, εκείνη έδωσε τη θέση της σε acts όπως οι Verve και οι Radiohead που είχαν παραγκωνιστεί ως τότε και στις Spice Girls που έκαναν τη δεύτερη βρετανική εισβολή στην Αμερική. Η post-Britpop περιλαμβάνει από τους Coldplay και τους Feeder, μέχρι τους Strokes και τους White Stripes που η μουσική κριτική υποδέχθηκε ως σωτήρες της rock‘n’roll. Για πολλούς, μπάντες όπως οι Kaizer Chiefs και οι Arctic Monkeys ήταν το δεύτερο κύμα της Britpop, με εστίαση στην punk και post-punk των ‘70s. Η μανία ακριβώς εκείνης της στιγμής στον χρόνο όμως, είναι δύσκολο να αναπαραχθεί.

«Η Britpop περιελάμβανε τα πάντα, οπότε ήταν εύκολο να την αγκαλιάσουν οι πάντες», κλείνει ο Sutherland. «Υπήρχε μια μπάντα τη βδομάδα και έκαναν μπαμ. Δεν λέω πως όλες τους ήταν καλές, ένιωθες όμως πως κάθε ο καθένας μπορούσε να πετύχει. Επιβαρυνόμαστε όλοι με την ιστορία μας, υπάρχει πάντα κάποιος που θα σου πει ‘δεν είναι τόσο καλή όσο ήταν κάποτε’. Αλλά ξέρετε κάτι; Ήταν καλή η γ@μημένη. Ήταν πραγματικά τόσο καλή όσο οτιδήποτε είχε συμβεί ως τότε, γιατί περνούσαμε καταπληκτικά».