ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ

Γιώργο Χ. Ζαχαρόπουλε, τι χρειάζονται οι ποιητές σε καιρούς πολέμου;

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης σήμερα (21/03) και συνάντησα τον Γιώργο, που γράφει ποίηση, αλλά δεν επαγγέλεται ποιητής. Πιστεύει στη σκληρή δουλειά, όχι στην έμπνευση ως από μηχανής Θεός, αλλά και ότι η ποίηση υπάρχει παντού γύρω μας, ακόμα και στα πιο σκοτεινά μέρη, αρκεί να ξέρουμε πώς να την ψάξουμε. 

Όταν έγινε γνωστή η είδηση στα social media ότι κλείνει Το Λεξικοπωλείο στο Παγκράτι, το βιβλιοπωλείο που λειτουργούσε επί σχεδόν μία 15ετία στη γειτονιά της πλατείας Προσκόπων και είχε γίνει το happy place για ανθρώπους, γάτες, βιβλία, λεξικά (από αυτά ξεκίνησαν όλα – ήταν το πρώτο βιβλιοπωλείο στην Ελλάδα εξειδικευμένο σε λεξικά) σκέφτηκα ωραία, καλά πήγε κι αυτό, άλλο ένα μέρος αυτής της πόλης που αγαπώ και γίνεται ανάμνηση.

Δεν ήταν (κατέβασε ρολά στις 15/03) απλά ένα ακόμα βιβλιοπωλείο για μένα. Πήγαινα για να αγοράσω βιβλία, αλλά όχι μόνο επί τούτου. Ήταν κάτι σαν στέκι. Ήταν η βόλτα, το small talk, το after office, τα παιδιά που δούλευαν εκεί – κυρίως ο Γιώργος, που μου πρότεινε κάθε φορά το επόμενο βιβλίο μου, που μιλούσαμε για το οτιδήποτε. Πέρασε καιρός για να μου πει ότι γράφει. Ποίηση. «Καλέ, είσαι ποιητής;», θυμάμαι να του λέω και εκείνος να γελά. «Δεν θεωρώ ότι έχω κερδίσει το δικαίωμα να λέω ότι είμαι ποιητής. Ως βιβλιοπώλης συστήνομαι», μου ειχε πει τότε.

Σήμερα, προχώρησε την σκέψη του: «Η έννοια του ποιητή ως επάγγελμα μού ακούγεται ως κάτι οξύμωρο. Στην Ελλάδα, όσον αφορά την ποίηση, είναι πολύ πιθανότερο να δώσεις χρήματα, πάρα να κερδίσεις – στην περίπτωσή μου τουλάχιστον. Τώρα, πιστεύω ακράδαντα ότι ένα βιβλίο και ένα βραβείο δεν σε κάνει ποιητή. Το να γίνει κάποιος ποιητής είναι μεγάλο ζήτημα και θέλει διάρκεια και έργο που θα προσθέσει κάτι στην ίδια την τέχνη. 

Θυμάμαι μια πάρα πολύ όμορφη συνέντευξη του Σαχτούρη, όπου τον ρωτάνε αν υπάρχουν ωραίες συλλογές εκείνη την περίοδο και απαντά, σίγουρα παραφράζω, πως υπάρχουν πάρα πολύ δυνατές συλλογές, καταπληκτικές, όμως από αυτούς που τις έγραψαν λίγοι θα γίνουν ποιητές». 

Ο Γιώργος Χ. Ζαχαρόπουλος κυκλοφόρησε πριν δύο χρόνια την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Αγρός Αίματος (εκδόσεις Μωβ Σκίουρος) και πριν μερικούς μήνες, βραβεύτηκε ως ο πρωτοεμφανιζόμενος ποιητής του 2025 από το ηλεκτρονικό περιοδικό «Ο Αναγνώστης». Παράλληλα, η συλλογή του είχε συμπεριληφθεί στις βραχείες λίστες για τα Βραβεία Ζαν Μορεάς (για τον πρωτοεμφανιζόμενο στην ποίηση του 2024).

Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης -γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 21/03- είναι η αφορμή για την παρακάτω συζήτηση.

Ποιο ήταν το πρώτο ποίημα που έγραψες; Μην μου πεις παιδικό.

Παιδικό θα σου πω (γελάει). Ήταν στην Τετάρτη Δημοτικού και φέροντας το θάρρος που προσδίδει η παιδική αφέλεια το διάβασα στην τάξη. Ευτυχώς, για μένα, για σένα, για όλους, το ποίημα αυτό δεν διασώζεται.

Πώς κατάλαβες για πρώτη φορά ότι θέλεις να γράφεις ποίηση;

Καταρχάς, είχα την τύχη να γεννηθώ σε μια οικογένεια η οποία δραστηριοποιούταν στον χώρο του βιβλίου. Ο παππούς μου, κι έπειτα ο πατέρας μου, διατηρούσαν τυπογραφείο στην Αθήνα. Οπότε, τα βιβλία υπήρχαν σε αφθονία στο σπίτι μας. Στην οικογενειακή μου εστία αγαπούσαν πολύ την ποίηση, επομένως από μικρή ηλικία ξεκίνησα να διαβάζω. 

Είναι σύνηθες όταν απολαμβάνεις κάτι πολύ, ειδικά σε μικρή ηλικία, να έχεις την τάση να το μιμηθείς. Έτσι, από μικρός καταπιάστηκα με τη γραφή. Για πάρα πολλά χρόνια έγραφα, απογοητευόμουν και για μεγάλες χρονικές περιόδους σταματούσα, πετώντας το μεγαλύτερο μέρος του υλικού. 

Όταν αργότερα μπήκα στον χώρο του βιβλίου ο ίδιος και συναναστράφηκα με συγγραφείς και ποιητές, βρήκα το θάρρος να παρουσιάσω για πρώτη φορά τη δουλειά μου. Στην αρχή, σε κάποια λογοτεχνικά περιοδικά και στη συνέχεια, με το βιβλίο. 

Ποιους ποιητές αγαπάς και διαβάζεις διαχρονικά; 

Μου αρέσει μία μεγάλη γκάμα ποιητών. Από σύγχρονους ποιητές, όπως η Αν Κάρσον και η Πλαθ, μέχρι τον Σολωμό και τον Κάλβο. Έχω όμως τεράστια αδυναμία στους καταραμένους (Μπωντλαίρ, Ρεμπώ, Βερλαίν κτλ.), στον Σαχτούρη, στον Καρούζο, στη Μανσούρ και άλλους πολλούς.

Υπάρχει κάποια στιγμή ή εμπειρία που καθόρισε τη φωνή σου ως ποιητή;

Δε νομίζω ότι υπάρχει ένα συγκεκριμένο σημείο στο χρόνο που έγινε μια αλλαγή μέσα μου τόσο δραστική, μάλλον υπήρξαν πολλές μικρές ζυμώσεις μέσα από διάφορα γεγονότα της ζωής μου και λογοτεχνικές συναντήσεις που καθόρισαν το ύφος μου. 

Ποιο είναι το ύφος σου; Τι ποίηση γράφεις; Έχουν κάποια κοινή θεματική; 

Ουσιαστικά, είναι βιωματική η ποίηση που γράφω. Σε μια προσπάθεια όμως να αναγάγω το ειδικό σε γενικό, ανοίγω ένα διάλογο με τους αρχαίους ελληνικούς μύθους, τις Γραφές και παράλληλα, με τους λογοτεχνικούς μου ήρωες. 

Όλα αυτά συνυπάρχουν και στα ποιήματα που έχεις γράψει στο Αγρός Αίματος

Η συλλογή απαρτίζεται από 31 ποιήματα. Αν επιχειρούσε κανείς να θέσει ένα θεματολογικό άξονα που να ορίζει όλη τη συλλογή, θα έλεγε ότι είναι το τραύμα και γενικότερα το άλγος. Υπάρχει ένας διάλογος με τα μυστήρια και την εικονοπλασία των Γραφών. Έτσι προκύπτει και ο τίτλος Αγρός Αίματος, που είναι ο αγρός στον οποίο απαγχονίστηκε ο Ιούδας μετά την προδοσία και ως εκ τούτου, ως μέρος ακάθαρτο, χρησιμοποιήθηκε σαν νεκροταφείο ξένων, δηλαδή ανεπιθύμητων. Με την ίδια λογική, η συλλογή αυτή φιλοξενεί τα ποιήματά μου. 

Ποιο είναι το πιο δύσκολο κομμάτι στη διαδικασία της γραφής;

Η αυτοκριτική, ξεκάθαρα και η υποχρέωση του να μείνεις αληθινός απέναντι στον εαυτό σου και σε αυτό που υπηρετείς.

Σου έρχεται να γράψεις, νιώθεις περισσότερο την ανάγκη να γράψεις στις πολύ καλές ή στις πολύ κακές φάσεις της ζωής σου;

Σε καμία από τις δύο. Συνήθως η γραφή έρχεται ως επακόλουθο αυτών.

Η έμπνευση από πού έρχεται; 

Σίγουρα όχι από πάνω (γελάει).

Πιστεύω ότι το Α και το Ω στο να γράψει κανείς είναι το διάβασμα. Όσο περισσότερο διαβάζω, τόσο πιο εύκολα συναντάω την έμπνευση στην καθημερινότητα. Η ζωή φέρνει μπροστά σου τις εικόνες, η ενασχόληση με τη λογοτεχνία σε βοηθά να τις αναγνωρίσεις και να τις αλιεύσεις. 

Ο μεγαλύτερος μύθος που περιβάλλει την ποίηση θα έλεγα ότι αφορά την έμπνευση. Δεν υπάρχει η έμπνευση ως από μηχανής Θεός. Σίγουρα η δημιουργική διαδικασία περιέχει κάτι μεταφυσικό, όμως το έργο είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς.

Η ποίηση έχει τελικά εμμονή με τον έρωτα; Ή μόλις ανέφερα έναν ακόμα μύθο;

(γελάει) Για την ποίηση δεν γνωρίζω με βεβαιότητα. Εγώ σίγουρα έχω.

Με την ποίηση συμβαίνει το εξής με πολλούς – το παθαίνω και εγώ: πιστεύουμε ότι θα διαβάσουμε κάτι που δεν θα καταλάβουμε, που θα μας κάνει να πούμε το γνωστό «τι θέλει να πει ο ποιητής;» και να ψάξουμε τι κρύβεται από πίσω, να βρούμε νόημα.

Καταλαβαίνω την ανάγκη να αποδομηθεί και να εξηγηθεί η ποίηση. Προσωπικά, όμως, πιστεύω ότι έτσι χάνεται όλη η μαγεία. Το έργο όταν φεύγει από τα χέρια του δημιουργού δικαιούται να το ερμηνεύσει ο καθένας με τον τρόπο του και να προβάλλει πάνω του τον εαυτό του. Αν αυτό είναι εφικτό, τότε το έργο λειτουργεί.

Πόσο δύσκολο έχει γίνει το διάβασμα σε μία κοινωνία που κινείται με ολοένα και πιο γρήγορους ρυθμούς, που καταναλώνει τα πάντα γρήγορα, που ζει ψηφιακά και με διάσπαση προσοχής;

Είναι αλήθεια ότι τα νέα δεδομένα, η πληθώρα πληροφοριών που μεταδίδεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, δεν επιτρέπουν να δοθεί χώρος στην καθημερινότητα για ανάγνωση. Βλέπουμε ότι ακόμα και τα άρθρα, στις ειδησεογραφικές σελίδες και στα διάφορα διαδικτυακά περιοδικά, πολλές φορές αναφέρουν τον απαιτούμενο χρόνο ανάγνωσης. Οι ρυθμοί είναι φρενήρεις και είναι εύκολο να παρασυρθεί κάνεις.

Η ποίηση θέλει χρόνο, συγκέντρωση και μια προσπάθεια να παραμείνει το αναγνωστικό υποκείμενο σε μια αδράνεια, έστω και για λίγο. Αυτή η μικρή ανάπαυλα είναι αναπόσπαστο μέρος της γοητείας της.

Όλα τα παραπάνω πώς έχουν επηρεάσει τον χώρο της ποίησης;  

Η ταχύτητα μετάδοσης της πληροφορίας που έχει αυξηθεί ραγδαία τα τελευταία χρόνια και η πολυφωνία που προκύπτει μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν αλλάξει το ποιητικό γίγνεσθαι. Με χιλιάδες ποιητικές συλλογές να εκδίδονται κάθε χρόνο και ταυτόχρονα χιλιάδες ποιήματα να αναρτώνται καθημερινά στο διαδίκτυο, θεωρώ ότι υπάρχει ένας κορεσμός. 

Στα θετικά αυτής της κατάστασης, είναι πολύ πιο εύκολο μια νέα φωνή να βρει ένα ακροατήριο, από την άλλη όμως αξιόλογα έργα κινδυνεύουν να χαθούν στην οχλαγωγία. 

Σε κάποιον που δεν έχει διαβάσει ποτέ ποίηση, με τι θα του πρότεινες να ξεκινήσει;

Επειδή ήμουν βιβλιοπώλης, είμαι αναγκασμένος να πω πως θα πρότεινα κάτι διαφορετικό ανάλογα με τον άνθρωπο που θα είχα μπροστά μου. Είναι πολύ εύκολο να απογοητευτείς με την ποίηση, ξεκινώντας με ένα βιβλίο που δεν είναι για σένα.

Από πεζογραφία, τι διάβασες τελευταία και σε συνεπήρε;

Έχω μια τεράστια αδυναμία στην κλασική λογοτεχνία, ειδικά στους Γάλλους και στους Έλληνες του 19ου αιώνα. Διαβάζω πάρα πολύ πεζογραφία, ίσως και περισσότερο από ποίηση. 

Τον τελευταίο μήνα, από τα βιβλία που διάβασα, ξεχώρισα Το Τανγκό του Σατανά του Κρασναχορκάι, το Σχετικά με τα ψάρια του Τσέχωφ και το Ποιο παπάκι με νικέλινο τιμόνι στο προαύλιο; του Περέκ. 

Παράλληλα, ζωγραφίζεις. Τι ακριβώς;  

Αγαπώ πάρα πολύ την αναπαραστατική ζωγραφική. Τα τελευταία χρόνια ζωγραφίζω καρέ από b-movies και παλιά πορνογραφικά φίλμ. Μου αρέσει η ιδέα ότι μια κόπια από μία ας το θέσουμε ευτελή παραγωγή αν μεταφερθεί σε ένα εικαστικό πλαίσιο αποκτά διαφορετική αξία. Έτσι προέκυψαν και τα δύο έργα που συμπεριλαμβάνονται στο βιβλίο.


Η ζωγραφική σου τροφοδοτεί την ποίηση που γράφεις και αντιστρόφως;

Η ποίηση και η ζωγραφική έχουν πάρα πολλά κοινά. Δύο μορφές εικονοπλασίας, που θα μπορούσαν να συμπληρώνουν η μία την άλλη.

Είχα πριν από πολλά χρόνια διαβάσει ένα διήγημα της Καίη Τσιτσέλη, στο οποίο αφηγείται την προσπάθειά της να αποδώσει κάποια δέντρα που παρατήρησε. Είχε λοιπόν ένα χαρτί και από τη μια μεριά περιέγραφε με πεζό λόγο τα δέντρα και όταν έφτανε σε λογοτεχνικό αδιέξοδο, γύριζε το χαρτί από την άλλη και επιχειρούσε να τα ζωγραφίσει. Όταν η ζωγραφική δεν της απέδιδε το επιθυμητό αποτέλεσμα, γύριζε ξανά το χαρτί και συνέχιζε να γράφει. Και ούτω καθεξής.


Εκτός από βιβλιοπώλης, έχεις εργαστεί και ως φωτορεπόρτερ.

Ναι, ταξίδεψα και κάλυψα γεγονότα σε μέρη όπως το Κόσοβο, το Σαράγεβο, τη Σρεμπρένιτσα, στα μεταπολεμικά Βαλκάνια, φωτογραφίζοντας και παίρνοντας συνεντεύξεις από πρόσφυγες, θύματα των ναρκοπεδίων και οικογένειες αγνοουμένων, σε συνεργασία με τα τότε περιοδικά. 

Ζώντας τρία χρόνια στον απόηχο του πολέμου, βιώνοντας τα απότοκα και τις συνέπειες των καταστροφών επηρεάστηκε ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της προσωπικότητάς μου. Σίγουρα, με την πάροδο του χρόνου, όλο αυτό μετουσιώθηκε στον ποιητικό μου λόγο. 

Βλέπουμε τι συμβαίνει στον κόσμο, μετράμε τον έναν πόλεμο μετά τον άλλον. Τι είναι ποίηση για σένα σήμερα;

Η ποίηση αλληλεπιδρά με τον καιρό της, κατ’ εμέ, όσο αυτοαναφορική και βιωματική και να είναι. Το κοινωνικοπολιτικό συγκείμενο επηρεάζει έμμεσα ή άμεσα το ποιητικό υποκείμενο. Είναι προσωπική μου άποψη ότι όλη η τέχνη είναι στρατευμένη και αυτή που αυτοπροσδιορίζεται ως μη στρατευμένη, είναι επίσης. Απλά αυτή είναι στρατευμένη από τη λανθασμένη πλευρά. 

Επίσης, η ποίηση υπάρχει παντού γύρω μας, ακόμα και στα πιο σκοτεινά μέρη, αρκεί να ξέρουμε πώς να την ψάξουμε. 

Δεν ξέρω πολλά από ποίηση -το ξέρεις-, αλλά μου ήρθε αυτό σε συνάρτηση με τους καιρούς πολέμου και γενοκτονιών που ζούμε: «Κι οι ποιητές τι χρειάζονται σ’ έναν μικρόψυχο κόσμο;».

Ναι, είναι στίχος από ποίημα του Γερμανού ποιητή Φρίντριχ Χέλντερλιν.

Ο κόσμος πάντα θα είναι μικρόψυχος και η ποίηση πάντα θα λειτουργεί ως παυσίλυπον. Αρκεί στο τέλος να απομείνει και κάποιος, ώστε να τη διαβάσει.

Να κλείσουμε με έναν στίχο από ποίημά σου για να γιορτάσουμε την Ημέρα Ποίησης;  

Ας κλείσουμε με το Αυτοπορτραίτο, που πιστεύω ταιριάζει και με το πνεύμα της συζήτησης:

Μακάβριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι

καθώς ακκίζομαι πως 

κάνω ποίηση

εἰ και κάτι 

κηδειόχαρτα

συντάσσω.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.