Η Μαρία Λούκα και ο Αντώνης Γαλανόπουλος εξηγούν γιατί το τραύμα των Τεμπών δεν κλείνει
Μιλήσαμε με τους επιμελητές του βιβλίου Στις ράγες του Τραύματος | Τέμπη: Μνήμη, Αγώνας, Δικαιοσύνη, το βιβλίο που προσεγγίζει το εγκληματικό δυστύχημα ως ένα συλλογικό κοινωνικό τραύμα.
- 22 ΦΕΒ 2026
Το εκκρεμές της ιστορίας κάνει το μόνο που ξέρει: πηγαίνει από τη μια άκρη στην άλλη. Στην περίπτωση όμως του τραγικού δυστυχήματος των Τεμπών, είναι ώρα του να επιστρέψει προς την πλευρά της δικαιοσύνης, της επούλωσης του συλλογικού τραύματος και της αποκατάστασης της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς.
Σε λίγες ημέρες συμπληρώνονται τρία χρόνια από το εγκληματικό σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη, όπου 57 άνθρωποι έχασαν άδικα τη ζωή τους, σε ένα γεγονός που συγκλόνισε τη χώρα και ανέδειξε με τον πιο σκληρό τρόπο τη σημασία της ασφάλειας στις μεταφορές.
Γονείς, συγγενείς, φίλοι των θυμάτων, πολίτες όλων των ηλικιών, Οργανισμοί και Ινστιτούτα δεν έπαψαν να θυμούνται, δεν σταμάτησαν τον αγώνα και ζητούν μόνο ένα πράγμα: δικαιοσύνη.
Τελευταίο εγχείρημα προς αυτόν τον σκοπό είναι η συλλογική έκδοση με τίτλο Στις ράγες του Τραύματος | Τέμπη: Μνήμη, Αγώνας, Δικαιοσύνη, του Eteron – Ινστιτούτο για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή σε συνεργασία με τις εκδόσεις Τόπος.
Πρόκειται για ένα συλλογικό εγχείρημα που τοποθετεί στο κέντρο του τα ανοιχτά ερωτήματα που πυροδότησε το συμβάν «Τέμπη», μια αστάθμητη και βαρυσήμαντη μεταβλητή στο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον. Στις 356 σελίδες του βιβλίου, περιλαμβάνονται ερευνητικές εργασίες και σύντομα δοκίμια που αναδεικνύουν διαφορετικές διαστάσεις του συμβάντος αυτού, με ιδιαίτερη έμφαση στο συλλογικό τραύμα που προκλήθηκε, τις κοινωνικές κινητοποιήσεις και τα χαρακτηριστικά τους και την κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς.
Λίγο πριν την πρώτη παρουσίαση του βιβλίου που θα γίνει την Τρίτη 24 Φεβρουαρίου, στην ΕΣΗΕΑ (Αίθ. “Γεώργιος Καράντζας”, 1ος όροφος), στις 18:30, οι επιμελητές του βιβλίου Μαρία Λούκα και Αντώνη Γαλανόπουλο μίλησαν στο OneMan για τους βασικούς πυλώνες του βιβλίου, για το τραύμα που παραμένει ανοιχτό και τη συζήτηση που θέλουν να ανοίξει αφού διαβαστεί και η τελευταία σελίδα του.
Μνήμη, Αγώνας, Δικαιοσύνη
Μαρία Λούκα: Οι λέξεις Μνήμη, Αγώνας και Δικαιοσύνη συμπυκνώνουν κάποιους από τους σημαντικότερους πυλώνες του βιβλίου. Πρόκειται για ένα συλλογικό εγχείρημα που κάθε κείμενο, στο πρώτο κεφάλαιο τα ερευνητικά, στο δεύτερο τα πιο δοκιμιακά, φωτίζει κάποια συγκεκριμένη όψη του γενικότερου συμβάντος που υπήρξαν τα Τέμπη.
Οπότε και το ζήτημα του αγώνα και το κομμάτι της μνήμης και της δικαιοσύνης είναι τρία πολύ βασικά κεντρικά διακυβεύματα που τίθενται.
Επειδή πρόκειται για ένα γεγονός που είναι σε εξέλιξη, η αποτίμησή του δεν μπορεί να είναι συνολική, έχουμε ένα βλέμμα παρακολουθητικό στις εξελίξεις, όμως μιλάμε για ένα σημαντικό διακύβευμα δικαιοσύνης, που είναι και το βασικό αίτημα των οικογενειών. Ήταν εκείνο το υποκείμενο που ενεργοποιήθηκε. Και θα ήθελα εδώ να κάνω ένα διαχωρισμό, ότι είναι σαφείς οι προσπάθειες που έχουν γίνει για τη μη επαρκή διαλεύκανση των αιτιών αυτού του εγκλήματος και μέχρι στιγμής δεν έχουμε και απόδοση της ευθύνης, όπως τουλάχιστον θα έπρεπε και σε όλα τα επίπεδα.
Οπότε το κομμάτι της δικαιοσύνης έχει να κάνει με την τυπική δικαιοσύνη. Εκεί πέρα θα δούμε πώς θα εξελιχθεί, αλλά ήδη υπάρχουν κάποια δυσοίωνα και αποθαρρυντικά σημάδια.
Η δικαιοσύνη όμως είναι και ευρύτερο ζήτημα, δεν αφορά μόνο το ποινικό σκέλος. Έχει να κάνει και με την ουσία των ζητημάτων και των αιτημάτων που αναδύονται από αυτή την υπόθεση. Για παράδειγμα το να έχουμε ασφαλές σιδηροδρομικό δίκτυο, ασφαλείς μετακινήσεις, δημόσιο ελέγχο, λογοδοσία, είναι και αυτά ζητήματα που κρίνουν τη δικαιοσύνη. Η μνήμη των νεκρών, οι τελετουργίες γύρω από τη μνήμη των νεκρών και η υπεράσπισή τους, είναι και αυτά τα ζητήματα δικαιοσύνης.
Οπότε θα έλεγα ότι σε ένα κοινωνικό επίπεδο έχουμε μια πολύ μαζική υποστήριξη όλων αυτών των αιτημάτων και αυτή είναι μια μορφή δικαίωσης. Όπως και το γεγονός ότι το ζήτημα παραμένει ακόμα στην επικαιρότητα και έχει αγκαλιαστεί από το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Από την άλλη υπάρχουν πολλά ακόμα να γίνουν, τα οποία θα δείξει αν θα γίνουν ή όχι και προφανώς σε συνάρτηση και της κοινωνικής δυναμικής. Τότε μόνο θα μιλάμε για μία πολύπλευρη απόδοση δικαιοσύνης που θα τιμά και τη μνήμη αυτών των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους με τόσο άδικο και βάναυσο τρόπο.
Αντώνης Γαλανόπουλος: Είναι τρεις σημαντικοί ρηματικοί κόμβοι αυτές οι τρεις λέξεις στον υπότιτλο και αποτυπώνουν διαφορετικές στιγμές της υπόθεσης των Τεμπών. Προφανώς η δικαιοσύνη είναι το μεγάλο διακύβευμα και ως προς τη δικαίωση για την υπόθεση και ως προς την αποκάλυψη και την αποκατάσταση της αλήθειας για το τι συνέβη, ώστε να κλείσει και η κοινωνική πληγή.
Ο αγώνας συμπυκνώνει τόσο την προσπάθεια των συγγενών και των οικογενειών να φτάσουν σε αυτή την αλήθεια και ο αγώνας ο κοινωνικός, η μεγάλη υποστήριξη που έλαβαν οι οικογένειες με μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις όπως η περσινή που ήταν μια ιστορική συγκέντρωση στην μεταπολίτευση. Είναι ένδειξη κρατικής αποτυχίας το να πρέπει οι άνθρωποι που έχασαν τους συγγενείς τους, τα παιδιά τους, να αγωνίζονται για να αποκαλυφθεί η αλήθεια γιατί διέκριναν κάποια κενά στη διερεύνηση της υπόθεσης ή όχι μόνο κενά, αλλά και μία προσπάθεια συγκάλυψης.
Και η μνήμη είναι ένα σημαντικό ζήτημα γιατί ακόμα κι αν έρθει η δικαίωση, ακόμα κι αν δεν χρειάζεται πια να γίνεται ένας αγώνας με στόχο τη δικαίωση, η μνήμη θα πρέπει να παραμείνει ενεργή. Το συμβάν δεν θα πρέπει να ξεχαστεί και θα πρέπει να είναι οδηγός για να αποφύγουμε τέτοια περιστατικά όχι μόνο στο πεδίο των μεταφορών αλλά γενικά σε οποιοδήποτε κοινωνικό πεδίο, φυσικές καταστροφές, υποδομές.
Έχουμε δει να συμβαίνουν τέτοια τραυματικά γεγονότα στην Ελλάδα τα τελευταία πολλά χρόνια και πρέπει η ενεργός μνήμη αυτών των γεγονότων να ωθήσει την πολιτεία να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για να τα αποφύγουμε στο μέλλον.
Η χρονική συγκυρία, τρία χρόνια μετά
Μαρία Λούκα: Δεν υπήρχε συγκεκριμένη χρονικήπρόθεση για την κυκλοφορία της έκδοσης, υπάρχει μια σύμπτωση. Είναι σύμπτωση το ότι είναι στην επέτειο των τριών χρόνων και λίγες μέρες πριν ξεκινήσει η μεγάλη δίκη. Για μας μεγαλύτερη σημασία έχει ότι συνιστά μια συνέχεια του ενδιαφέροντος που έχει δείξει το Eteron από την αρχή αυτού του εκκληματικού δυστυχήματος. Δεν είναι η πρώτη αποτύπωση, είναι μια συνέχεια γιατί έχουν προηγηθεί και τα ερευνητικά προγράμματα και το ντοκιματέρ στην επέτειο του πρώτου χρόνου, υπάρχει δηλαδή σταθερό και συνεπές ενδιαφέρον.
Μιλάμε για ένα συνταρακτικό γεγονός, το οποίο επηρέασε καταλυτικά την ελληνική κοινωνία, δημιούργησε και διεύρυνε ρωγμές σε σχέση με την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος και τις λειτουργίες των θεσμών, ανέδειξε πάρα πολλές παθογένειες και πάρα πολλά δομικά προβλήματα.
Οπότε σε αυτή τη βάση θεωρήσαμε ότι είναι σημαντικό αυτή η δουλειά να συνεχιστεί και να συγκεφαλαιωθεί σε ένα βιβλίο. Η προσπάθεια για τη συγγραφή του ξεκίνησε περίπου πριν από ένα χρόνο, όταν και μιλήσαμε πρώτη φορά με τους συγγραφείς.
Οπότε υπήρχε ήδη ένα διάστημα στο οποίο μπορούσαμε να κάνουμε μια παύση, να πάρουμε μια απόσταση, να στοχαστούμε πάνω στο τι έγινε και σε ό,τι ακολούθησε, στις μεγάλες κινητοποιήσεις και στην απόκριση του κρατικού μηχανισμού και στην προβληματική της.
Την ίδια στιγμή δεν ήταν τόσο μεγάλη η απόσταση που θα πηγαίναμε σε κάτι αποστειρωμένο. Νομίζω ότι τα κείμενα ακόμα κουβαλάνε αυτή τη φόρτιση, αυτή τη ζέση της σημαντικότητας της στιγμής. Είναι ένας συνδυασμός που νομίζω ότι έχει σημασία.
Αντώνης Γαλανόπουλος: Η ιδέα του βιβλίου ξεκινάει αμέσως μετά την εκδήλωση που έγινε πέρσι για τα δύο χρόνια από το δυστύχημα των Τεμπών. Οι άξονες που θέσαμε στην εκδήλωση, που ήταν το τραύμα, οι θεσμοί και το κίνημα, θεωρήσαμε ότι είναι σημαντικοί για να μην μείνουμε απλά σε μια εκδήλωση, σε μια συζήτηση που τελειώνει σε δύο ώρες και ότι θα πρέπει αυτό κάπως να αποτυπωθεί. Ως ερευνητικό Ινστιτούτο θεωρούμε ότι οι εκδόσεις, τα βιβλία έχουν σημασία, αφήνουν ένα ίχνος, ένα αποτύπωμα μνημονικό και σκεφτήκαμε να συνεχίσουμε τη δουλειά που ξεκίνησε με αφορμή την εκδήλωση με αυτόν τον τρόπο.
Έτσι καταλήξαμε στο ότι αυτά τα τρία παραμένουν βασικοί πυλώνες και του ίδιου του βιβλίου. Η συγκυρία είναι πολύ κρίσιμη. Δεν είναι απλώς η τρίτη επέτειος φέτος. Βρισκόμαστε λίγο πριν από την έναρξη της δίκης. Η δίκη αυτή θα απασχολήσει εύλογα πάρα πολύ τη δημόσια σφαίρα τα επόμενα χρόνια.
Μαρία Λούκα: Νομίζω, παρότι δεν ήταν ακριβώς αυτός ο στόχος, αλλά τέτοιες δουλειές, που υπάρχουν κι άλλες προφανώς, επιστρέφουν κάπως και τη συζήτηση στο πεδίο που πρέπει.
Γιατί πολλές φορές η δημόσια συζήτηση για τα Τέμπη, μπορεί να φτάσει σε διάφορα επίπεδα, που να χάνουν την ουσία. Που η ουσία είναι ότι έχουμε ένα εγκληματικό δυστύχημα, ότι τα πράγματα δεν λειτουργήσαν καλά, ότι στη συνέχεια υπήρξε μία πολύ μεγάλη προσπάθεια συγκάλυψης από την πλευρά του κράτους, ότι δεν έχουν αποδοθεί ευθύνες, ότι αυτό κάτι ενεργοποίησε πλειοψηφικά κοινωνικά τμήματα και είχαμε μερικές από τις μαζικότερες κινητοποιήσεις της μεταπολίτευσης.
Δηλαδή, θέλουμε να επιστρέψουμε σε αυτό το πεδίο της συζήτησης.
Οι πτυχές της υπόθεσης που φωτίζει το βιβλίο
Αντώνης Γαλανόπουλος: Αν κάτι είναι γνωστό, είναι ότι ο σιδηρόδρομος βρισκόταν σε τραγική κατάσταση την περίοδο εκείνη. Σε αυτό συμφωνούν πια όλοι. Υπάρχει και το επίσημο πόρισμα για όλα τα κενά ασφάλειας, τη μη λειτουργία συστημάτων ασφάλειας. Είναι ένας κοινός τόπος: ο σιδηρόδρομος εκείνο το βράδυ δεν λειτουργούσε όπως θα έπρεπε να λειτουργεί. Και όχι μόνο εκείνο το βράδυ.
Τώρα το βιβλίο έχει ορισμένους θεματικούς άξονες που είναι πολύ βασικοί. Αρχικά προσεγγίζουμε το συμβάν «Τέμπη» ως ένα συλλογικό κοινωνικό τραύμα. Πρωτίστως, φυσικά, είναι ένα τραύμα για τις οικογένειες και τους συγγενείς των θυμάτων, αλλά άγγιξε όλη την ελληνική κοινωνία, αποτέλεσε μια πληγή για όλους και αυτό φάνηκε στις αντιδράσεις, όπως τις αναλύσαμε και πριν.
Το δεύτερο ζήτημα που συζητάμε έντονα είναι η επιτέλεση του πένθους μετά από αυτό το τραύμα και σε προσωπικό, οικογενειακό επίπεδο, αλλά και στην κοινωνική του διάσταση, στη δημόσια σφαίρα.
Το τρίτο ζήτημα, που εκεί νομίζω ότι είναι μια όντως συμβολή του τόμου, είναι το ζήτημα του κοινωνικού κινήματος των Τεμπών. Έχουμε δημοσιεύσει τρεις μελέτες στο βιβλίο που εστιάζουν στο ζήτημα του κινήματος, στα χαρακτηριστικά του, στο ποιοι και ποιες συμμετέχουν, τους λόγους για τους οποίους συμμετέχουν. Είναι έρευνες από διαφορετικές σκοπιές, από την κοινωνική και πολιτική ψυχολογία και από τις πολιτικές επιστήμες. Και έρευνες που έχουν γίνει με ερωτηματολόγια σε ανθρώπους που συμμετείχαν. Και αυτό όντως πιστεύω ότι φωτίζει πλευρές που δεν έχουμε συζητήσει, γιατί σταθήκαμε -και δικαίως- στη μαζικότητα των περσινών συγκεντρώσεων, αλλά πρέπει να δούμε ποια είναι τα χαρακτηριστικά.
Ένα τέταρτο ζήτημα είναι οι υποδομές: Ποια ήταν η κατάσταση, αν και τι έχει αλλάξει σήμερα και οι αναγκαίες πολιτικές για τις δημόσιες μεταφορές και υποδομές, αναδεικνύοντας με έναν τρόπο και το πώς προηγούμενες, αυτό που λέμε νεοφιλελεύθερες, πολιτικές, συνέβαλαν στο να οδηγηθούμε στο δυστύχημα των Τεμπών.
Και το πέμπτο ζήτημα είναι η κρίση στην εμπιστοσύνη των πολιτών απέναντι στους θεσμούς, που προκλήθηκε όχι τόσο ίσως από το ίδιο το δυστύχημα, αλλά από τον τρόπο που η πολιτεία, η κυβέρνηση και οι κρατικοί φορείς χειρίστηκαν το ζήτημα από εκείνα τα μεσάνυχτα και έπειτα.
Αυτή η προσπάθεια να μην αποκαλυφθεί αμέσως η αλήθεια για τις συνθήκες που οδήγησαν στο δυστύχημα. Επιθέσεις απέναντι σε συγγενείς. Μία προσπάθεια να εργαλειοποιηθεί το ζήτημα . Η κυβέρνηση να αντιμετωπίζει τις μεγάλες συγκεντρώσεις ως κομματικές συγκεντρώσεις, που με κανέναν τρόπο δεν ήταν. Η απαξίωση των κοινωνικών αντιδράσεων.
Όλα αυτά οδήγησαν εμφανώς σε μία κρίση. Ξέρουμε από διάφορες έρευνες κοινής γνώμης ότι καταγράφονται πολύ χαμηλά ποσοστά εμπιστοσύνης προς τη δικαιοσύνη, ενώ την ίδια στιγμή πλειοψηφίες τριών τετάρτων ή και παραπάνω δηλώνουν ότι δεν έγιναν όσα πρέπει για την αποκάλυψη της αλήθειας.
Μαρία Λούκα: Το βιβλίο περιέχει μεταξύ άλλων δύο πολύ ενδιαφέροντα ερευνητικά κείμενα. Το πρώτο αναλύει τη στρατηγική του κυβερνητικού λόγου, από την αρχή δηλαδή του γεγονότος και στη συνέχεια πώς μπορεί να μετεξελίχθηκε και το δεύτερο μελετά τον αντιπολιτευτικό, τον αντικυβερνητικό λόγο και πώς διαχύθηκε στο Twitter.
Αρκετά από τα ζητήματα δεν τίθενται ακριβώς απομονωμένα, δηλαδή ξεκινούν από το θέμα των Τεμπών, αλλά κάνουνε λίγο ευρύτερες συνδέσεις. Ας πούμε, έχουμε δύο ή τρία κείμενα που με αφορμή το δυστύχημα, καταδεικνύουν την πολιτική σταδιακής υποβάθμισης των δημόσιων μετακινήσεων, που κατέληξε στην ιδιωτικοποίηση και σε αντιπαραβολή την πολύ μεγάλη υπερεπένδυση που έγινε στο οδικό δίκτυο την ίδια περίοδο. Δηλαδή προσπαθούμε να δούμε αυτή τη στατιστική υποβάθμισης και ιδιωτικοποίησης του σιδηροδρόμου και γενικότερα των δημόσιων μεταφορών και σε μία ιστορικότητα.
Επίσης, το τρίπτυχο Τέμπη – Πύλος – Υποκλοπές, που υπήρχε εκείνη την περίοδο, αναδύθηκε αρκετά και στις κινητοποιήσεις. Τώρα, βέβαια μάλλον θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και άλλα δίπλα τους.
Προκύπτει παράλληλα, από διάφορα κείμενα, το ρήγμα εμπιστοσύνης με τους θεσμούς, αλλά και σε σχέση με πτυχές της κοινωνικής ενεργοποίησης.
Δηλαδή, έχουμε εδώ και ένα κείμενο το οποίο αναδεικνύει μια πολύ υπαρκτή και σαφή διαφοροποίηση των κινητοποιήσεων που έγιναν μετά το έγκλημα στην Πύλο και των κινητοποιήσεων που έγιναν μετά το έγκλημα στα Τέμπη. Και το κατά πόσο ταυτιζόμαστε πιο εύκολα με υποκείμενα που νιώθουμε μεγάλη οικειότητα, δηλαδή που έχουν τα στοιχεία της λευκότητας, της ίδιας εθνικής καταγωγής κτλ.
Και το ζήτημα του πένθους όμως, το κείμενο του Δημήτρη Παπανικολάου είναι χαρακτηριστικό, το συνδέει με άλλες πολύ μεγάλες υποθέσεις, όπως ήταν για παράδειγμα η δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου, και βάλαμε εκεί πέρα μια έννοια που έχει αναδυθεί αρκετά τα τελευταία χρόνια, την έννοια του πολιτικού πένθους, του αγωνιστικού πένθους, το πώς ας πούμε το πένθος φεύγει από την ιδιωτική σφαίρα, γίνεται δημόσιο και μετατρέπεται και σε μια διεκδίκηση.
Οπότε επιχειρούνται κάπως και ευρύτερες συνδέσεις από διάφορα κείμενα στο βιβλίο.
Τα Τέμπη και η λογοδοσία στο επίκεντρο
Αντώνης Γαλανόπουλος: Υπάρχουν καταγεγραμμένα χαμηλά ποσοστά εμπιστοσύνης απέναντι στους θεσμούς και ό,τι λέμε πολιτικό σύστημα εδώ και πάρα πολλά χρόνια στην Ελλάδα. Τα Τέμπη ήταν μια κομβική στιγμή που ενίσχυσε αυτή την τάση. Αυτό το καταγράφουμε σε άλλες έρευνες του Eteron. Πέρσι τρέξαμε δύο έρευνες που δείχνουν ότι γενικώς υπάρχει μείωση στα ποσοστά εμπιστοσύνης, στον δείκτη εμπιστοσύνης σε όλους τους υπό εξέταση θεσμούς. Από τη δικαιοσύνη, τα κόμματα και τα media έως την Προεδρία της Δημοκρατίας. Είναι κάτι οριζόντιο και είναι κάτι πολύ μαζικό.
Δηλαδή, ποσοστά του 70-80% δηλώνουν έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς του πολιτικού συστήματος. Αν αυτό μπορεί να ανασχεθεί ή να αλλάξει η τάση τέλος πάντων, θα κριθεί από το αν οι θεσμοί αυτοί βάλουν στο επίκεντρο την αρχή της λογοδοσίας.
Το κλειδί νομίζω είναι να καταλάβουν ότι η λογοδοσία είναι κομβική για τη λειτουργία της δημοκρατίας. Πρέπει να καταλάβουν ότι η σχέση της εμπιστοσύνης με τους πολίτες και της αντιπροσώπευσης περνά μέσα από εκεί.
Μαρία Λούκα: Το να ξαναχτιστεί η εμπιστοσύνη των πολιτών απέναντι στους θεσμούς είναι μια συνάρτηση πολλών αλλαγών. Χρειάζονται προφανώς και κάποιες δομικές τομές για να μπορέσει αυτό το χάσμα να γεφυρωθεί.
Όταν γράφαμε το βιβλίο υπήρχαν αυτές οι υποθέσεις, έπειτα προστέθηκαν κι άλλες, αυτό δηλαδή συνεχίζεται. Άρα διευρύνεται και το χάσμα. Για να μπορέσει το χάσμα να γεφυρωθεί, θα πρέπει να υπάρξουν ουσιαστικές αλλαγές που να διασφαλίζουν τη θεσμική ανεξαρτησία, την όντως ανεξάρτητη λειτουργία των θεσμών που ελέγχουν, που ασκούν λογοδοσία και που αποδίδουν ευθύνες. Και σίγουρα, δεν είναι ακριβώς κομμάτι αυτού του βιβλίου αλλά είναι μια κοινή αίσθηση ότι και σε ένα πολιτικό επίπεδο χρειάζονται προφανώς σχήματα, λόγοι και πρακτικές που να μπορέσουν να εμπνεύσουν ξανά αξιοπιστία και σύνδεση με τα μικρά και μεγάλα προβλήματα που απασχολούν τους πολίτες αυτής της χώρας.
Αλλά αυτή τη στιγμή υπάρχει ένα πολύ μεγάλο πλήγμα δημοκρατίας επί της ουσίας.
Τι μάθαμε από τις μαζικές κινητοποιήσεις
Μαρία Λούκα: Οι κινητοποιήσεις είναι ένα πολύ βασικό κομμάτι του βιβλίου γιατί είναι και πολύ βασικό κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας.
Οι κινητοποιήσεις που είδαμε για τα Τέμπη με κορύφωση προφανώς την επέτειο των δύο ετών, που ήταν αν όχι η μαζικότερη, σίγουρα μία από τις μαζικότερες της μεταπολίτευσης, συνεχίστηκαν, δεν ατόνησαν μετά.
Μπορεί να μην είχαν την ίδια δυναμική, αλλά για παράδειγμα, το πώς πλαισιώθηκε κοινωνικά η απεργία πείνας του Πάνου Ρούτση έδειξε μια ανθεκτικότητα εκεί. Έδειξε μία σύνδεση ενός μεγάλου κομματιού της κοινωνίας με τις οικογένειες και με τα αιτήματά τους, η οποία παραμένει ακατάλυτη, σε μεγάλο βαθμό.
Μην ξεχνάμε ότι πιο πριν είχαμε μια παρατεταμένη περίοδο μιας κοινωνικής νηνεμίας. Μετά τις πολύ μεγάλες κινητοποιήσεις που σημάδεψαν τον κύκλο 2010-2015, έχουμε μια πολύ εμφανή κάμψη των κινητοποίησεων.
Υπάρχουν σημαντικές, κατά καιρούς, κινητοποιήσεις αλλά δεν έχουν σίγουρα αυτή τη δυναμική.
Οπότε, εκεί έχουμε την εκδήλωση αυτής της μαζικότητας, της έντασης, της επιμονής, που προφανώς λειτουργεί λίγο και σαν θρυαλλίδα, δηλαδή κάτι απεγκλωβίστηκε. Και ήταν ένα συσσωρευμένο αίσθημα απογοήτευσης.
Γιατί, τι διέρρηξε ακριβώς το συμβάν στα Τέμπη; Διέρρηξε το ότι μπορεί να χαθεί η ζωή μου για το τίποτα. Και σε μία πολύ απλή καθημερινότητα που όλοι και όλες μας κινούμαστε.
Μιλάμε για ένα κοινωνικό σώμα που έχει περάσει τις πολιτικές λιτότητας, τις πολιτικές της οικονομικής κρίσης, ζει σε μία περίοδο πολύ έντονης στεγαστικής κρίσης, ακρίβειας, που επιδεινώνονται οι όροι της οικονομικής επιβίωσης και η ποιότητας ζωής, παράλληλα με όλα όσα συμβαίνουν, και εκεί έρχεται και ένα γεγονός που σου λέει ότι και ένα τρένο να πάρω και να περπατήσω από εδώ εκεί, μπορεί να χαθώ για το τίποτα, γιατί το κράτος έχει απομακρυνθεί από κάθε υποχρέωση κοινωνικής προστασίας, μέριμνας και υποστήριξης υπηρεσιών και δομών. Οπότε, λειτούργησε συσσωρευτικά και νομίζω ότι τα Τέμπη απεγκλώβισαν μια απογοήτευση που υπήρχε.
Επίσης, να σκεφτούμε ποια ήταν τα υποκείμενα, τα θύματα. Ήταν κατά βάση νέα παιδιά. Σε μεγάλο βαθμό ήταν φοιτητές και φοιτήριες. Αυτό πάντα ενεργοποιεί πιο έντονα τη συγκίνηση, γιατί έχει αυτό το κομμάτι του πρόωρου, του ξαφνικού κοψίματος της ζωής. Ήταν άνθρωποι με τους οποίους μπορούσαμε να ταυτιστούμε και για τους λόγους που είπαμε και πριν.
Καλό είναι βέβαια να μπορούμε να ταυτιζόμαστε γενικά με οποιονδήποτε και οποιαδήποτε υποφέρει, ταλαιπωρείται, αδικείται, θανατώνεται με τέτοιον τρόπο.
Ο ρόλος των οικογενειών έπαιξε επίσης σημαντικό παράγοντα, γιατί υπήρχε μία ταύτιση όχι μόνο με τα θύματα αλλά και με τις οικογένειες των θυμάτων, οι οποίες έδειξαν μία προσήλωση και μια αποφασιστικότητα να κρατήσουν αυτή την υπόθεση στο κέντρο, να μην την αφήσουν να λησμονηθεί.
Νομίζω ότι όλα αυτά έπαιξαν ένα ρόλο για να δούμε αυτό το συγκλονιστικό πράγμα που είδαμε στους δρόμους.
Αντώνης Γαλανόπουλος: Το να χάνει κάποιος τη ζωή του στο τρένο σε μία πολύ trivial, κοινότοπη πράξη, πηγαίνοντας από την πρωτεύουσα στη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας με ένα μέσο σταθερής τροχιάς, είναι σοκαριστικό. Όλοι το έχουμε κάνει. Όλοι έχουμε βρεθεί σε αυτό το τρένο. Επομένως, πάρα πολύ εύκολα μπορούμε να υποθέσουμε ότι ήμασταν δυνάμει θύματα και ήταν απλά ζήτημα τύχης το ότι δεν ήμασταν εμείς σε εκείνο το τρένο και σε εκείνα τα βαγόνια.
Παίζει καταλυτικό ρόλο, προφανώς, γιατί αυτομάτως γίνεται η σκέψη ότι έχει υποτιμηθεί η αξία της ανθρώπινης ζωής.
Ένα δεύτερο γεγονός, είναι ότι δεν υπήρχε καμία γραμμή επιχειρηματολογίας που θα μπορούσε να αποδώσει υπαιτιότητα στα θύματα.
Πολλές φορές έχουμε τη δυνατότητα να αποστασιοποιούμαστε από γεγονότα, ορισμένα από αυτά τα υπαινίχθηκε η Μαρία, γιατί μπορούμε να αποδώσουμε μερίδιο ευθύνης στα θύματα. Κακώς, προφανώς, αλλά εδώ δεν υπήρχε καθόλου αυτή η δυνατότητα.
Επομένως, αυτό ενισχύει την αίσθηση της αδικίας και την αίσθηση της υποτίμησης της ανθρώπινης ζωής που ανέφερα.
Τα Τέμπη λειτούργησαν ως «συμβάν» γιατί μπόρεσαν να συμπυκνώσουν και να εκφράσουν την αίσθηση της απογοήτευσης από το πολιτικό σύστημα συνολικά. Και γι’ αυτό οδηγούμαστε σε αυτές τις πολύ μεγάλες μαζικές διαδηλώσεις και σε άλλες εκφράσεις όπως η συναυλία για τα Τέμπη, που προηγούνται. Υπάρχουν γεγονότα που οδηγούν στο πολύ μεγάλο περσινό συλλαλητήριο. Ήταν εμφανές από τις πολιτικές δυνάμεις ότι δεν είναι κάτι που ανέμεναν και είδαμε ότι οι αντιδράσεις τους έδειξαν ότι βρέθηκαν μπροστά σε κάτι που γι’ αυτές ήταν πρωτόγνωρο. Αλλά σε επίπεδο κοινωνίας υπάρχουν γεγονότα που οδηγούν σε εκείνη τη μέρα.
Μαρία Λούκα: Αν έχουμε ένα τραύμα που ανοίγει στις 28 του Φλεβάρη, η στάση μετά του κράτους, η στάση της πολιτείας, το σκαλίζει διαρκώς, δηλαδή το επανατραυματίζει. Και αυτό επιτείνει το αίσθημα αδικίας που ανέφερε πριν ο Αντώνης.
Γιατί δεν έχουμε εκεί μια άμεση ανταπόκριση που αναγνωρίζει το λάθος, αναλαμβάνει την ευθύνη, αποδίδει την ευθύνη, δεσμεύεται για απόδοση δικαιοσύνης, δεσμεύεται για άμεσους και γρήγορους αποτελεσματικούς μετασχηματισμούς. Αυτό που έχουμε στην αρχή είναι μια προσπάθεια να περάσει στη σφαίρα του ατομικού λάθος.Και μετά μια σειρά από σκανδαλώδεις χειρισμούς που αγγίζουν και πολύ θεμελιωμένα ζητήματα, όπως είναι ο σεβασμός στα σώματα των νεκρών. Όλα αυτά δημιούργησαν μεγάλο θυμό και οργή.
Αντώνης Γαλανόπουλος: Υπάρχουν και άλλα αίτια που παίζουν ρόλο. Υπάρχουν σκέψεις που αφορούν γενικά την πολιτική, την οικονομική ζωή κάθε ανθρώπου που τον οδηγούν και αυτά εκείνη τη μέρα στον δρόμο.
Είναι σημαντικό και νομίζω ότι τουλάχιστον δύο κείμενα στον τόμο προσπαθούν να το κάνουν αυτό, να καταλάβουμε για ποιον λόγο εκείνη τη μέρα η συνθήκη είναι πάρα πολύ διαφορετική. Θα πρέπει να προσπαθήσουμε να ανασύρουμε από τη μνήμη μας το κλίμα στον δρόμο όταν βγήκαμε από τα σπίτια μας. Ο άνθρωπος που έβγαινε από τη γειτονιά του, μπορούσε από την αρχή να καταλάβει ότι κάτι συμβαίνει διαφορετικό εκείνη τη μέρα.
Έχουν γίνει πολλές προσπάθειες για μεγάλες απεργίες που καλούν τα συνδικάτα, οι ομοσπονδίες κτλ. Δεν είχαν αυτή την ανταπόκριση. Εδώ συνέβη κάτι διαφορετικά.
Και εδώ ήταν κρίσιμος προφανώς ο ρόλος των οικογενειών. Είναι η μεγάλη αλληλεγγύη που δείχνει ο κόσμος και η ταύτιση και είναι και μία προσπάθεια να χτιστεί, όχι απαραίτητα συνειδητά, στον δρόμο αυτή η αλυσίδα που συνδέει διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, διαφορετικά αιτήματα κάτω από το μεγάλο αίτημα της δικαιοσύνης και της αλήθειας για τα Τέμπη.
Αυτό χρήζει μελέτης, συμβαίνει στον δικό μας τόμο, αλλά χρήζει περαιτέρω μελέτης να καταλάβουμε τα χαρακτηριστικά, τις διαφορές, έχει πολύ μεγάλο ερευνητικό και πολιτικό ενδιαφέρον.
Τα Τέμπη ως συλλογικό τραύμα
Μαρία Λούκα: Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, βρίσκονται τα πιο δοκιμιακά και αρθρογραφικά κείμενα όπου το θέμα των Τεμπών προσεγγίζεται σαν ένα συλλογικό τραύμα, που προφανώς πλήττει πρώτα τα θύματα, τις οικογένειές τους, τους οικείους τους αλλά ανοίγει και ένα συλλογικό τραύμα.
Εκεί νομίζω ότι αναδεικνύεται και το πώς αυτό το τραύμα παραμένει ανοιχτό γιατί όλα αυτά τα οποία αναδεικνύονται δεν αντιμετωπίζονται.
Ακόμα και σήμερα ξέρουμε ότι ο σιδηρόδρομος εξακολουθεί να λειτουργεί με ανεπαρκείς εγγύησεις ασφάλειας ή διάφορες πολιτικές πτυχές του ζητήματος, όπως το ότι ξαναείδαμε τον Κώστα Αχ. Καραμανλή στα ψηφοδέλτια και εκλέχθηκε ξανά, όλα αυτά δεν αφήνουν ένα τραύμα να επουλωθεί. Που και όταν μιλάμε για τέτοια τραύματα, νομίζω είναι κοινός τόπος της κοινωνικής ψυχολογίας ότι αυτά τα τραύματα δεν κλείνουν ακριβώς. Το ζητούμενο είναι να μπορέσουν να μαλακώσουν για να μην ρέουν διαρκώς.
Σε ένα κοινωνικό επίπεδο, το ζήτημα είναι να υπάρξει απόδοση ευθύνης και να αλλάξουν οι συνθήκες που οδήγησαν σε αυτό το γεγονός. Οπότε, ένα στοιχείο είναι αυτό το οποίο αναδεικνύεται από τα κείμενα και το δεύτερο είναι αυτό για το πώς επιτελείται αυτό το πένθος. Δεν επιτελείται ατομικά, ιδιωτικά, στη σφαίρα του σπιτιού, δεν είναι αποσυρμένο. Εμείς πιστεύουμε ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι επιτέλεσης του πένθους, οι οποίοι δεν διακυβεύονται ακριβώς μόνο σε επίπεδο προσωπικότητας, είναι μια συνάρτηση του ατομικού και του συλλογικού.
Δηλαδή για να μπορέσεις και εσύ σαν υποκείμενο, το οποίο θρηνεί και πενθεί να μετασχηματίσεις το πένθους σου σε κάτι άλλο, θα πρέπει να υπάρχει και μία κοινωνική διάδραση, μία κοινωνική πλαισίωση για να σου δώσει το έδαφος και το πλαίσιο να το κάνεις αυτό.
Στην υπόθεση των Τεμπών την είχαμε, οπότε αναδεικνύεται και αυτή η διάσταση. Δηλαδή, οι διαφορετικοί τρόποι που επιτελέστηκε το πένθος, η δημόσια διάστασή του και η πολιτική του διάσταση.
Η αλλαγή
Μαρία Λούκα: Αυτό είναι πάντα το ζητούμενο, σε όλες τις υποθέσεις, αυτό που θέλουμε είναι η αλλαγή. Είμαστε ακόμα σε μία συνθήκη που δεν μπορούμε να το πούμε με σιγουριά και σίγουρα ακόμα και όταν κατακτάς κάποια πράγματα δεν σημαίνει ότι αυτά είναι δεδομένα.
Για παράδειγμα, αν αναλογιστούμε ένα άλλο τραύμα, ένα άλλο συλλογικό πένθος που ήταν αυτό της ακροδεξιάς βίας, που κορυφώθηκε στη δολοφονία του Παύλου Φύσσα και στον πολύ μεγάλο αντιφασιστικό αγώνα που δόθηκε εντός και εκτός δικαστηρίου. Σίγουρα εκεί μπορούμε να μιλήσουμε για κάποια απτά αποτελέσματα και σίγουρα είμαστε σε μια καλύτερη θέση. Αλλά βλέπουμε ξανά μια επιστροφή σκοταδιστικών, ακροδεξιών ιδεών που απειλούν αυτές τις θέσεις και αυτά τα κεκτημένα.
Αυτό αφορά σε όλους τους κοινωνικούς αγώνες, ότι μπορούν να αποτελέσουν εκείνο το καύσιμο το οποίο χρειάζεσαι για να οδηγήσουν σε τομές, σε κοινωνικό επίπεδο, σε θεσμικό επίπεδο -μπορεί και όχι- έχει όμως αξία από μόνο του το ότι συμβαίνει αυτό, δηλαδή το τραύμα και το πένθος δεν μένουν εγκιβωτισμένα μέσα μας αλλά εκδηλώνονται, εκφράζονται, βρίσκουν δρόμους, έχει μια σημασία και από μόνο του σαν γεγονός. Γιατί καλλιεργεί μια αναπαράσταση συλλογικής διαχείρισης του τραύματος, συλλογικής αποφόρτισης και συλλογικού μετασχηματισμού. Αυτό είναι πολύτιμο για τα υποκείμενα και το πώς ενδυναμωνόμαστε και προχωράμε στην επόμενη μέρα, ανεξάρτητα από τα οποιαδήποτε αποτελέσματα.
Αντώνης Γαλανόπουλος: Το τραύμα από μόνο του δεν μπορεί να οδηγήσει στην αλλαγή. Αυτή είναι μια λογική που πρέπει να σπάσουμε. Δεν πρέπει να χάνονται ανθρώπινες ζωές για να βελτιώσουμε τις υποδομές της χώρας, ούτε να συνηθίσουμε σε μια λογική που λέει ότι η δικαίωση μπορεί να έρθει αν χάνονται οι ανθρώπινες ζωές και κοινητοποιούμαστε για αυτή την απώλεια. Είναι μια κυνική λογική, που συνεχίζει να υποτιμά την αξία της ανθρώπινης ζωής.
Από την άλλη, το πολιτικό πένθος, η έκφραση και η διεκδίκηση που φέρει μπορεί να οδηγήσει σε αλλαγές. Κι αυτό έχει γίνει ιστορικά όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά διεθνώς. Όπως το κίνημα με τις μητέρες της πλατείας του Μαΐου στην Αργεντινή. Εκεί έχουμε μια συνθήκη, όπου μητέρες παιδιών που είχαν εξαφανιστεί, δηλαδή απαχθεί ή δολοφονηθεί από τη δικτατορία, πήγαιναν στην πλατεία αυτή και δημόσια διεκδικούσαν την αλήθεια. Να βρούν τα παιδιά τους, να αποκαλυφθεί η αλήθεια για όσα είχε κάνει η δικτατορία. Αυτή η διάσταση του πένθους μπορεί να οδηγήσει σε αλλαγή. Γιατί είναι μια διεκδίκηση.
Και το δεύτερο είναι η συνάντηση αυτής της δημόσιας έκφρασης του πένθους με μια κοινωνική κινητοποίηση. Γιατί το να έχω ένα αίτημα περιορισμένο στον ιδιωτικό μου βίο, συνεχίζει να είναι ένα θεμιτό αίτημα που έχει σημασία, αλλά για να φτάσουμε στην αλλαγή, πρέπει αυτό να συναντηθεί με μια κοινωνική διεκδίκηση, πρέπει αυτό να γίνει κτήμα περισσότερων ανθρώπων. Αυτό έγινε στη συγκεκριμένη περίπτωση και έχει σημασία να αναγνωρίσουμε πια όλοι ότι η δημοκρατία είναι δημοκρατία γιατί βασίζεται στην ενεργό συμμετοχή των πολιτών.
Οι κοινωνικές κινητοποίησεις δεν είναι αναταραχές, δεν είναι κάτι που πάει κόντρα στη δημοκρατία. Είναι αυτό που επιβεβαιώνει διαρκώς στην πράξη τι είναι δημοκρατία.
Ποια συζήτηση θα θέλατε να ανοίξει το βιβλίο;
Μαρία Λούκα: Θα θέλαμε να επιστρέψει βασικά η συζήτηση. Να επιστρέψει στα πραγματικά επίδικα. Εκείνη την ημέρα, δύο τρένα, για 12 λεπτά κινούνταν στην ίδια γραμμή. Ότι χάθηκαν 57 άνθρωποι, τραυματίστηκαν πάρα πολλοί, δεν υπήρξε καμία φροντίδα και καμία μέριμνα, ότι ο τρόπος που αποκρίθηκε το κράτος ήταν πληγωτικός και επανατραυματικός. Ότι οι ευθύνες δεν έχουν αποδοθεί. Και ότι η ασφάλεια δεν είναι δεδομένη. Η ασφάλεια σαν έννοια έχει ταυτιστεί και την έχει οικειοποιηθεί αρκετά ο συντηρητικός χώρος. Με την έννοια της επιβολής του νόμου και της τάξης. Δηλαδή με την κατασταλτικής της έννοια.
Αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι αυτό που μας αφορά ως πολίτες αυτής της χώρας. Αυτό που μας αφορά είναι να μπορούμε να βγαίνουμε από το σπίτι μας ή να είμαστε σπίτι μας και να είμαστε ασφαλείς και να έχουμε πρόσβαση σε εκείνους τους πόρους που μπορούμε να απολαύσουμε την υγεία μας, τη ζωή μας, την ελευθερία μας. Αυτό είναι η πραγματική έννοια της ασφάλειας και πρέπει να αφορά όλους τους κατοίκους μιας χώρας. Αυτό θεωρούμε πως είναι το κέντρο της συζήτησης. Είναι κρίσιμο να μείνουμε σε αυτά, όπως και στις προσπάθειες από την πλευρά της πολιτικής εξουσίας, είτε για λήθη είτε για μετατόπιση της συζήτησης.
Εκεί θέλουμε να συμβάλλει και το βιβλίο.
Αντώνης Γαλανόπουλος: Προφανώς, για αρχή, να μην δώσουμε την εντύπωση ότι το βιβλίο λέει τα πάντα. Ή τη μία και μοναδική αλήθεια για το ζήτημα των Τεμπών. Λέει κάποια πράγματα για συγκεκριμένες θεματικές που επιλέξαμε και τις έχουμε περιγράψει μέχρι τώρα. Και αυτό νομίζω που κάνει, είναι ότι με αυτές τις θεματικές ως αιχμή προσπαθεί να υπενθυμίσει ότι έχει αξία να συνεχίσουμε να μιλάμε για το ζήτημα των Τεμπών, ασχέτως ποια είναι η πολιτική συγκυρία και ποια είναι η πορεία των γεγονότων. Το ζήτημα των Τεμπών έχει μία αυταξία, πρέπει να αντιμετωπιστεί τόσο αυτοτελώς, όσο και σε διάλογο και επαφή με το κοινωνικό γίγνεσθαι και τις εξελίξεις. Αλλά τίποτα δεν νομίζω ότι θα πρέπει να μειώσει τη σημασία που είχε αυτό το γεγονός, όποια πολιτική εξέλιξη κι αν συμβαίνει, από όποιον δρώντα αυτή τη στιγμή. Θα πρέπει κάπως όλοι να προστατεύσουμε το ζήτημα αυτό και να συνεχίσουμε να μιλάμε για αυτό, ώστε να εξασφαλίσουμε και εμείς ότι η πρώτη λέξη στον υπότιτλο, η μνήμη, θα παραμείνει ενεργή.
Και τι θα θέλατε να κρατήσει ο αναγνώστης;
Αντώνης Γαλανόπουλος: Κάθε αναγνώστης και αναγνώστρια θα κρατήσει διαφορετικά πράγματα. Και αυτός είναι με έναν τρόπο ο πλούτος του βιβλίου, έχει διαφορετικές διαστάσεις, προσπαθούμε να προσεγγίσουμε το θέμα με έναν τρόπο πολύπλευρο. Επομένως ανάλογα και με τα ενδιαφέροντα που έχει ο κάθε άνθρωπος που θα πιάσει το βιβλίο στα χέρια του σίγουρα θα κρατήσει κάτι διαφορετικό.
Αυτό που θα μείνει σε καθέναν και καθεμία είναι ο καταλυτικός ρόλος που τα Τέμπη έχουν παίξει στις ζωές μας τα τελευταία τρία χρόνια.
Μαρία Λούκα: Σημασία έχει ότι θα κρατήσει ένα βιβλίο βασικά. Δεν είναι τυχαίο το ότι επιλέξαμε αυτή τη μορφή. Θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε και άλλα εργαλεία, αλλά αυτό που συμβαίνει μερικές φορές είναι ότι η ψηφιακή σφαίρα, ακριβώς επειδή είναι πληθωρική, είναι κατακλυσμιαία, κατακερματισμένη, χαοτική, μπορεί να θεωρούμε ότι για μία ημέρα, για μία εβδομάδα, για μία συγκεκριμένη περίοδο είμαστε βουτηγμένοι σε ένα γεγονός, και μετά αυτό ξαφνικά να εξαφανιστεί. Και να επισκιαστεί και μέσα μας. Όμως έχει εγγραφεί μέσα μας, έχει παίξει έναν ρόλο και για τη δημόσια ζωή αυτής της χώρας και για το πολιτικό της σύστημα. Οπότε το να τα βάλεις όλα αυτά σε ένα βιβλίο νομίζω τα διασώζεις λίγο από αυτόν τον κατακερματισμένο και εφήμερο χαρακτήρα και το βιβλίο έχει ένα υλικό αποτύπωμα. Θα μπορείς να ανατρέξεις σε αυτό. Πέρα από αυτό, πιστεύουμε στην πράξη της ανάγνωσης, και στη συλλογική πράξη της ανάγνωσης, που είναι το συζητάμε για αυτό το οποίο έχουμε διαβάσει και για τα ερεθίσματα που μας έχει δημιουργήσει, είναι πάρα πολύ γόνιμη και δημιουργική. Πάντα όταν μιλάμε για όλα αυτά τα πολύ πληγωτικά και τραυματικά συμβάντα, έχει μια σημασία να βρίσκουμε αυτούς τους τρόπους συλλογικής εξεργασίας που να μην αφήνουν την οδύνη τους να πονάει διαρκώς.
Δηλαδή να βρεις και έναν τρόπο κάπως να την αγκαλιάσεις, να την πλαισιώσεις αυτή την οδύνη για να την κάνεις και κάτι, έναν δημιουργικό τρόπο για να μπορέσεις να την βγάλεις, να την κάνεις κάτι άλλο.
***
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις 16 Φεβρουαρίου σε όλα τα βιβλιοπωλεία και μέρος των εσόδων θα διατεθεί σε κοινωφελή σκοπό που θα ανακοινωθεί σύντομα.
Επιμέλεια – Εισαγωγή: Αντώνης Γαλανόπουλος – Μαρία Λούκα
Πρόλογος: Χρήστος Παπαγιάννης
Επίμετρο: Θοδωρής Ελευθεριάδης
Κείμενα: Χρήστος Αβραμίδης, Βαγγέλης Γκαγκέλης, Αντώνης Δημάκης, Μυρτώ Δρούμπαλη, Δημήτρης Ελαφρόπουλος, Κάρολος Ιωσήφ Καβουλάκος, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Αλέξανδρος Λιτσαρδάκης, Ιωάννα Μοσχολίδου, Ιλιρίντα Μουσαράι, Δημήτρης Μπάρκας, Στρατής Μπουρνάζος, Μελίνα Νιράκη, Ιωάννης Ντότσικας, Λευτέρης Παπαγιαννάκης, Νάνσυ Παπαθανασίου, Δημήτρης Παπανικολάου, Δημήτρης Παπανικολόπουλος, Λαμπρινή Παπαφώτη, Γεώργιος Σαμαράς, Νίκος Σμυρναίος, Τέλης Τύμπας, Αντώνης Φάρας, Ξένια Χρυσοχόου.
Η πρώτη παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει την Τρίτη 24 Φεβρουαρίου, στην ΕΣΗΕΑ (Αίθ. “Γεώργιος Καράντζας”, 1ος όροφος), στις 18:30.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν:
Νίκος Δεμερτζής, Καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας και Επικοινωνίας, ΕΚΠΑ
Θοδωρής Ελευθεριάδης, Ηθοποιός, Γιος της Μαρίας Εγούτ, θύματος του δυστυχήματος
Κατερίνα Μάτσα, Ψυχίατρος, Συγγραφέας
Ευρυδίκη Μπερσή, Δημοσιογράφος, Reporters United
Χρήστος Ράμμος, Επίτιμος Αντιπρόεδρος ΣτΕ, πρώην πρόεδρος ΑΔΑΕ
Συντονίζει η Έλενα Παπαδημητρίου, Δημοσιογράφος, Διευθύντρια σύνταξης στο fyi.news
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.