Alamy/Visualhellas.gr
ΣΙΝΕΜΑ

Η τριλογία Evil Dead του Sam Raimi θα παραμένει για πάντα αξεπέραστη

Με αφορμή την απολαυστική νέα ταινία τρόμου του Raimi, Send Help, επισκεπτόμαστε ξανά την εμβληματική τριλογία του σκηνοθέτη.

«The gore the merrier», λέει ο Sam Raimi χαμογελώντας κατά τα γυρίσματα του Evil Dead, της εμβληματικής του ανεξάρτητης ταινίας τρόμου που έγινε σημείο αναφοράς για το είδος.

Αυτή ήταν, σύμφωνα με τον ίδιο, και η πολιτική του μαζί με τους κοντινούς συνεργάτες του Rob Tapert (παραγωγή) και Bruce Campbell (πρωταγωνιστής), μια τριάδα που άλλαξε τους κανόνες του mainstream σινεμά τρόμου.

«Στο Evil Dead δεν σκεφτόμασταν ιδιαίτερα το ζήτημα του καλού ή κακού γούστου όταν γυρίζαμε την ταινία. Το μόνο ερώτημα ήταν: τι θα διασκεδάσει; Και, είτε ήταν καλό είτε κακό, βάλαμε μέσα ό,τι μπορούσαμε για να την κάνουμε όσο πιο διασκεδαστική, ψυχαγωγική και τρομακτική γινόταν».

Οι κανόνες ήταν: gore, gore, κι άλλο gore. Και: όταν ξεκινήσει το gore, δεν αφήνουμε το πόδι από το γκάζι.

Κι όμως, αυτή η σχεδόν παραληρηματική gore συμφωνία που δεν είχε ποτέ ως οδηγό το ‘καλό γούστο’, κατέληξε εμβληματική, με τρόπο που εμπεριέχει την ίδια στιγμή ειλικρινείς και ειρωνικές αναγνώσεις ως ένα και το αυτό. Camp τρόμος; Και γιατί όχι.

Πριν την καλύβα στο δάσος

Είναι δύσκολο να το φανταστεί κανείς σήμερα αυτό, αλλά ο Sam Raimi δεν ήταν απαραίτητα πάντα μεγάλος φαν του σινεμά τρόμου, ούτε το έβλεπε ως μονόδρομο για την καριέρα του. Σε μια ομιλία του το 2017, ο Raimi παραδέχτηκε πως «δεν μου αρέσουν στα αλήθεια οι ταινίες τρόμου… με τρομάζουν, οπότε έπρεπε να μάθω πώς να τις φτιάχνω. Αυτό που έμαθα είναι πως το στήσιμο και οι σεκάνς του σασπένς είναι βασικά αρκετά παρόμοιες με αυτό που κάνουμε στις κωμωδίες», είπε.

Το Send Help του Sam Raimi κυκλοφορεί στις αίθουσες την Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου.

Οι κωμωδίες τον αφορούσαν περισσότερο αρχικά –οπότε εν τέλει βγάζει νόημα το πώς κατέληξε να γυρίζει θρίλερ με τόσο έντονο κωμικό, οριακά σλάπστικ, αποτύπωμα– κι ήταν ο Rob Tapert που τον έσπρωξε προς το είδος του τρόμου. «Με συμβούλευσε να κάνω ταινίες τρόμου γιατί τα πήγαιναν καλύτερα στα ταμεία», παραδέχτηκε. Κάτι αντίστοιχο μου είχε πει κι ο Jason Blum, και γενικά νιώθω πως είναι αρκετά κοινό αίσθημα ανάμεσα ακόμα και σε εμβληματικές περσόνες του είδους.

Αυτό που έχει σημασία είναι πως την ίδρωσαν τη φανέλα. Άρχισαν να μπαίνουν σε προβολές φτηνών double feature ταινιών τρόμου για να δουν σε τι ακριβώς αντιδρούσε το κοινό, και πήραν το μάθημά τους. «Το μήνυμα ήταν πολύ σαφές: Κράτα τον ρυθμό γρήγορο και μανιακό, και μόλις αρχίσει ο τρόμος, δεν σταματάς ποτέ», λέει ο Bruce Campbell.

Η δημιουργική τριπλέτα των Raimi, Tapert και Campbell γνωρίζονταν από νεαρή ηλικία μεγαλώνοντας στο Μίσιγκαν που στα τέλη των ‘70ς μετουσιώθηκε σε ουσιαστική δημιουργική συνέχεια μέσα από τις διάφορες απόπειρες του Raimi να βρει τη σκηνοθετική φωνή του ή/και ένα μπάτζετ ικανό να τη στηρίξει.

O Raimi είχε δουλέψει με κάποια super 8 φιλμάκια όμως το μεγάλο στοίχημα ήταν το μικρού μήκους Within the Woods, σε παραγωγή Tapert και με τον Campbell στον κεντρικό ρόλο. Στην ταινία, δύο ζευγάρια βρίσκονται σε μια απομονωμένη καλύβα στο δάσος, πάνω σε ινδιάνικο τόπο ταφής, και ξεσηκώνουν απειλητικά πνεύματα που είτε τους καταλαμβάνουν είτε τους κατακρεουργούν.

Στην ουσία το Within the Woods λειτουργησε ως πιλοτικό δείγμα (proof of concept) για την αναζήτηση χρηματοδότησης μιας αντίστοιχης μεγάλου μήκους ταινίας. Γυρίστηκε ερασιτεχνικά, με ένα μπάτζετ 1.600 δολαρίων(!) και με εφέ/οπτικά τρικ που πολλές φορές η ομάδα έστηνε επί τόπου κατά το γύρισμα.

Στην τελευταία σκηνή, η ηρωίδα Ellen (Ellen Sandweiss, που έπαιξε την Cheryl στα μετέπειτα Evil Dead) διαμελίζει τον Bruce (Bruce Campbell) ο οποίος έχει καταληφθεί από το πνεύμα. Διαμελισμένο χέρι, σκοτεινή εκδοχή του ηρωικού πρωταγωνιστή, και δημιουργική χρήση τσεκουριού… Πιλοτικό δείγμα δε λες τίποτα: Το στυλ και η μετέπειτα δημιουργική πορεία του Raimi βρίσκονται ήδη απλωμένα στην οθόνη.

The Evil Dead: Από τις κάμερες πάνω σε σανίδες ξύλων μέχρι τους αδελφούς Coen

Με το Within the Woods ως μια ένδειξη προς υποψήφιους χρηματοδότες, οι Raimi και Tapert άρχισαν να μαζεύουν λεφτά από όπου μπορούσαν. Ικέτευαν για χρήματα, συγκέντρωναν ό,τι μπορούσαν από γνωστούς και γνωστούς γνωστών, μέχρι που πήραν κουστούμια και βαλίτσες απλά για να μοιάζουν πιο σοβαροί όταν πήγαιναν σε μίτινγκ. Τελικά μάζεψαν 90.000 δολάρια και το έργο γυρίστηκε σε φιλμ 16mm με ένα συνεργείο που περιλάμβανε πολλούς φίλους, συγγενείς, γνωστούς.

Οι περιορισμοί αυτοί εν τέλει βοήθησαν τον Raimi να αναπτύξει και πολλά στοιχεία του προσωπικού του στυλ. Καθώς δεν υπήρχαν λεφτά για γερανό ή εξεζητημένες κατασκευές στήριξης και χρήσης της κάμερας, ο Raimi και το συνεργείο σκέφτονταν επί τόπου no budget λύσεις.

Αλλού η κάμερα κυλάει σε ξύλινες πλατφόρμες, δίνοντας αυτή την ‘τρενάκι του λούνα παρκ’ αίσθηση ροής της εικόνας που χαρακτηρίζει πάρα πολλές σκηνές διαμέσου της καριέρας του Raimi. Αλλού στερεώνεται πάνω σε κομμάτι ξύλου το οποίο μεταφέρουν γρήγορα μέλη του συνεργείου. Για την iconic σκηνή του φινάλε όπου η κάμερα αποδίδει το υποκειμενικό βλέμμα ‘του κακού’, ο Raimi την είχε στερεώσει σε ένα ποδήλατο(!) το οποίο και έκανε πολύ γρήγορα μέσα και από την καλύβα.

Η κάμερα του Sam Raimi είναι, όπως κι αν το κοιτάξεις, ένας ζωντανός χαρακτήρας. Ο στόχος για τον Raimi δεν είναι απλά να δώσει (ή να αποκρύψει) πληροφορία σε κάθε κάδρο με σκοπό να κάνει τον θεατή να τιναχτεί από φόβο ή έκπληξη, όπως συμβαίνει κατά βάση στο είδος. Αντιθέτως η εικόνα του είναι ολοζώντανη, σκανταλιάρικη, αεικίνητη. Ένα ζωντανό πνεύμα με χιούμορ και ιερόσυλη διάθεση, που διαρκώς πάει και χώνεται, τρέχει, απολαμβάνει – είναι φορές που σχεδόν νιώθεις την κάμερα του Sam Raimi να γελάει.

Το στυλ του γίνεται κατευθείαν αναγνωρίσιμο και αποτελεσματικό, ακόμα και πριν εισβάλλουν τα κωμικά στοιχεία στο σινεμά του. Αρχικά σε περιορισμένο κύκλωμα διανομής, η ταινία καταφέρνει να φτάσει στο φεστιβάλ Καννών(!), 8 μήνες μετά την αυτοσχέδια πρεμιέρα της στο πατρικό Μίσιγκαν, κι από εκεί η φήμη της εξαπλώνεται.

Η επιρροή της, 45 χρόνια αργότερα, παραμένει τεράστια, έχοντας στην ουσία θεμελιώσει ένα είδος και εμπνέοντας αμέτρητους δημιουργούς και μετέπειτα ιστορίες. Μια εντελώς απρόσμενη επιρροή αφορά την εμφάνιση των αδερφών Coen στο φιλμικό στερέωμα: Ο Joel Coen ήταν βοηθός μοντέρ στο Evil Dead και εμπνεύστηκε από τη μέθοδο των Raimi/Tapert σχετικά με τη χρηματοδότηση μιας πρώτης ταινίας με έμφαση στις ορέξεις του κοινού.

Λίγα χρόνια αργότερα, το Blood Simple των Coen ήταν πραγματικότητα κι η καριέρα τους ξεκινούσε. Μάλιστα σε αυτά τα πρώτα χρόνια υπήρχε μια ισχυρή σύνδεση ανάμεσα στους τρεις τους. Οι Raimi, Joel και Ethan συγκατοικούσαν για κάποια χρόνια, οι Coen έγραψαν το Crimewave, τη δεύτερη ταινία του Raimi, κι εκείνος έγραψε το Hudsucker Proxy των Coen. Ειδικά σε εκείνα τα πρώτα φιλμ μπορεί να εντοπίσει κανείς συγγένειες στα στυλ και την προσέγγιση των σκηνοθετών.

Τριλογία Evil Dead: Από το θρυλικό σίκουελ, πίσω στον Μεσαίωνα

Μετά την εμπορική και κριτική αποτυχία του (διασκεδαστικού πάντως) Crimewave ο Raimi συμφώνησε να επιστρέψει στο Evil Dead, με ένα μπάτζετ 3.5 εκατομμυρίων πλέον – δια χειρός του μεγαλοπαραγωγού Dino DeLaurentis. O Raimi ήθελε το σίκουελ να διαδραματίζεται στο παρελθόν όταν ο Ash του Bruce Campbell ταξιδεύει στον χρόνο, όμως ο DeLaurentis ζήτησε “κάτι σαν το ορίτζιναλ”.

Ο Raimi εκτέλεσε με έναν ξεκαρδιστικά κυριολεκτικό τρόπο τον όρο του παραγωγού, καθώς το σίκουελ που εν τέλει γύρισε ως Evil Dead II είναι στην ουσία σαν χαλαρό ριμέικ του ίδιου του φιλμ του. Υπάρχουν στοιχεία σίκουελ αλλά δεν είναι αυστηρά (στην περίληψη της αρχής του φιλμ πολλά πράγματα αναφέρονται ευθέως διαφορετικά από ό,τι συνέβησαν στην πρώτη ταινία, ενώ άλλες λεπτομέρειες παραβλέπονται πλήρως) και στην ουσία αυτό που φαίνεται να οδηγεί τον σκηνοθέτη είναι μια πολύ αγνή εφαρμογή του «the gore the merrier».

Είναι σαν τώρα να μπορούσε να προσεγγίσει ξανά κάποιες από τις αρχικές του ιδέες, αλλά με μπάτζετ και ένα πιο επαγγελματικό περιβάλλον. Και, ακόμα πιο σημαντικό; Με μια πολύ πιο ασυγκράτητη κωμική ματιά. Εμπνευσμένος πολύ πιο ανοιχτά πλέον από την σλάπστικ κωμωδία που εξαρχής τον γοήτευε περισσότερο (όπως ταινίες των Stooges), ο Raimi δοκιμάζει έμπρακτα την ιδέα του πως σκηνοθετεί τον τρόμο ακολουθώντας τις ίδιες βασικές αρχές με την κωμωδία.

Το αποτέλεσμα είναι βασικά η καλύτερη ταινία της καριέρας του και μια από τις αξεπέραστες ταινίες τρόμου όλων των εποχών. Ένα ξέφρενο καρτούν με απίστευτη πλαστικότητα στις κινήσεις, ανεξέλεγκτη φαντασία σε καταστάσεις και εικόνες, ασταμάτητη ροή ιδεών (από κωμικά gags όπως το βιβλίο ‘A Farewell to Arms’ όταν ο Ash παγιδεύει το σατανικό του χέρι, μέχρι τη σκηνή που αντικείμενα της καλύβας τον ‘κοροϊδεύουν’), και ποταμό αίματος και gore.

Την δε αρχική ιδέα για το ταξίδι του Ash στον χρόνο, οι Raimi, Campbell και Tapert την χρησιμοποίησαν στο επόμενο σίκουελ, το επίσης καλτ Army of Darkness του 1992 όπου ο Raimi αντλεί έμπνευση κι από ιστορίες όπως τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ ή ταινίες όπως το κλασικό Jason and the Argonauts. Η επιρροή του τελευταίου φαίνεται σε σκηνές με έντονη και απολαυστική χρήση stop-motion.

Γενικά η ταινία αυτή κινείται σε πιο επικοπεριπετειώδη τόνο, χωρίς να χάνει την οπτική σύνδεση με τα προηγούμενα έργα ή τον πολύ διασκεδαστικό κωμικό τόνο που είχε εισάγει το δεύτερο φιλμ. Σε συνδυασμό με το Darkman που είχε προηγηθεί, σίγουρα έβαλαν τον Raimi στο στόχαστρο παραγωγών για πιο mainstream, μεγάλου μπάτζετ περιπέτειες τα επόμενα χρόνια. Είμαστε όλοι νικητές.

(Μοναδικό αληθινό fail; Η ταινία επρόκειτο κάποια στιγμή να έχει για τίτλο το Medieval Dead. Δε λέω πως δεν είναι τέλειο το Army of Darkness αλλά… Medieval Dead!)

Μετά το Evil Dead, τι;

Εντυπωσιακό είναι και το γεγονός ότι μετά την ολοκλήρωση αυτής της τριλογίας ταινιών, και οι τρεις κεντρικοί συντελεστές συνέχισαν να έχουν από υγιή μέχρι σπουδαία καριέρα στο Χόλιγουντ. O Tapert έχει αξιοσημείωτη καριέρα ως παραγωγός, δουλεύοντας συχνά με τον Raimi είτε ως σκηνοθέτη είτε ως συμπραγωγό (ενδεικτικές επιτυχίες: Timecop, Don’t Breathe, The Grudge, Drag me to Hell).

Αναμφίβολα όμως η σπουδαιότερη συνεισφορά του στην ποπ κουλτούρα; Είναι ο συν-δημιουργός της Xena, μια από τις εμβληματικότερες τηλεοπτικές σειρές των ‘90s, μπροστά από την εποχή της σε αρκετά μοτίβα και αναγνώσεις, και επιδραστική ως προς τη μίξη χιούμορ, δράσης, και συχνά αντισυμβατικών επεισοδίων.

Ο Bruce Campbell φυσικά ήταν, είναι και θα είναι για πάντα ο Ash, ένας ήρωας στον οποίον το χιούμορ και η γοητεία συνυπάρχουν τραβώντας μας παρέα του μέσα από τα όσα παθαίνει κατά τη διάρκεια της Evil Dead τριλογίας. Εμφανίζεται σχεδόν σε όλες τις μετέπειτα ταινίες του Raimi, έχει εμφανιστεί και σε κάποιες των αδελφών Coen, ήταν φανταστικός στο διαμαντάκι κωμικού τρόμου Bubba Ho-Tep (όπου παίζει έναν άντρα που ισχυρίζεται πως είναι ο γερασμένος Elvis).

Έχει συναντήσει όμως και επιτυχία στην τηλεόραση με σειρές όπως το καλτ Adventures of Brisco Country, Jr. –ένα λοξό γουέστερν που δημιούργησε στα μέσα των ‘90s ο Carlton Cuse, μετέπειτα showrunner του Lost– αλλά και το πολύ διασκεδαστικό κατασκοπικό Burn Notice το 2007 ως 2013. Το 2015 επέστρεψε στο ρόλο του Ash για την τηλεοπτική συνέχεια Ash vs. the Evil Dead, που κράτησε για 3 σεζόν. (Διασκεδαστικό!)

Εκτός από αυτή τη σειρά, το ίδιο το Evil Dead είχε άλλες δύο αναβιώσεις, με τους Raimi/Tapert σε ρόλους παραγωγών/συμβούλων, και μικρή σύνδεση με τα προηγούμενα: Το Evil Dead του 2013, και το Evil Dead Rise του ‘23. Έχουν και τα δύο τις ιδέες ή/και τις στιγμές τους αλλά δεν αγγίζουν την αρχική τριλογία.

O Sam Raimi δεν το έχασε ποτέ

Όσο για τον Sam Raimi: Εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικούς αμερικάνους auteur των τελευταίων 40 χρόνων, δουλεύοντας σε διάφορα είδη με το αληθινά προσωπικό του στυλ. Γύρισε από γουέστερν (Quick and the Dead) και νεο-νουάρ (A Simple Plan) μέχρι υπερηρωικές περιπέτειες (Spider-Man, Doctor Strange in the Multiverse of Madness) και αγνά θρίλερ (Drag me to Hell) αλλά πάντα ξεχωρίζεις το άγγιγμά του.

Δείτε ας πούμε τα μανιακά cuts και τα dutch angles του Quick and the Dead:

Ή την κλασική σκηνή του νοσοκομείου με τον Doc Ock στο Spider-Man 2, μια σκηνή τόσο εμφανώς auteur-ίστικη που νιώθω πως συναγωνίζεται μόνο την ταυτότητα του Tim Burton στο Batman Returns για πιο εμφανή σκηνοθετική υπογραφή σε ταινία υπερηρωικού franchise:

Μετά το απολαυστικό Drag me to Hell, ο Raimi έκανε ένα πολύ μεγάλο διάλειμμα από τη σκηνοθεσία, επιστρέφοντας 13(!) χρόνια αργότερα με το Doctor Strange in the Multiverse of Madness. Πλέον ήταν κάτι σαν πρόσληψη δέους, ως σκηνοθέτης-γρανάζι σε μια franchise μηχανή, από ανθρώπους που όφειλαν τα πάντα σε αυτόν – δίχως την επιτυχία των Spider-Man τίποτα από αυτά δε θα υπήρχε σήμερα.

Ακόμα και μες στο σύστημα της Marvel πάντως, ο Raimi μπόρεσε με ευκολία να μας θυμίσει ποιος είναι:

Τα κομμάτια αυτής της ταινίας που λειτουργούσαν ήταν εκείνα που προσέγγιζαν περισσότερο κάποια αγνή raimi-esque κινηματογραφική φρίκη, οπότε όσο κι αν χάρηκα που επέστρεψε με ένα αγνό μπλοκμπάστερ, χάρηκα ακόμα περισσότερο όταν ανακοίνωσε το επόμενο πρότζεκτ του το οποίο:

α) Κυκλοφορεί 3, όχι 13 χρόνια, μετά την προηγούμενη ταινία του και

β) Είναι ένα αγνό gore-fest πολύ πιο κοντά στο Drag me to Hell και το Evil Dead II, από οτιδήποτε άλλο.

Οι Raimi-heads δεν θα απογοητευτούν. Το Send Help είναι η απολαυστική ταινία που θέλαμε και ελπίζαμε να είναι. Δεν είναι Evil Dead II φυσικά, αλλά τίποτα δεν είναι. Το πνεύμα του Ash συνεχίζει να δικαιώνεται:

Πώς το είπαμε; Α, ναι, φυσικά. The gore, the merrier.

Το Send Help του Sam Raimi κυκλοφορεί στις αίθουσες την Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.

Exit mobile version