
Με το Fatherland, η Sandra Hüller επιβεβαιώνει τις πιθανότητες για διπλή υποψηφιότητα στα Όσκαρ
- 3 ΣΕΠ 2026
Αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, που είχε εγκαταλείψει τη Γερμανία το 1933, όταν ο Hitler άρχισε να ανεβαίνει στην εξουσία, ο Mann επιστρέφει τώρα σε μια χώρα όπου η ίδια η γεωγραφία των τελετών κουβαλά τεράστιο πολιτικό βάρος: Φρανκφούρτη και Βαϊμάρη, Δύση και Ανατολή. Με τον Ψυχρό Πόλεμο ήδη σε πλήρη εξέλιξη και την πρώην συμμαχία Η.Π.Α. και Σοβιετικής Ένωσης να διαλύεται βίαια πάνω στη διαχωριστική γραμμή καπιταλισμού και κομμουνισμού, ο Mann εκπροσωπεί συμβολικά τη δυνατότητα μιας νέας πολιτιστικής ταυτότητας, διασώζοντας ό,τι παρέμενε ακηλίδωτο στη σύγχρονη ιστορία της γερμανικής κουλτούρας. Όμως, στη διάρκεια αυτού του σύντομου ταξιδιού που παρακολουθεί το Fatherland, οι ρωγμές μέσα στην ίδια του την οικογένεια βαθαίνουν ακόμη περισσότερο.
Ο Thomas Mann (Hanns Zischler) επιστρέφει στη γενέτειρά του, τη Γερμανία, για πρώτη φορά έπειτα από δεκαπέντε χρόνια, προκειμένου να παραλάβει το Βραβείο Goethe στη Φρανκφούρτη. Μαζί του βρίσκεται η κόρη του Erika (Sandra Hüller), η οποία είχε ορκιστεί ότι δεν θα ξαναπατούσε ποτέ στην πατρίδα της. Η κατάσταση της υγείας της μητέρας της, όμως, την αναγκάζει να αλλάξει στάση.
Στη Φρανκφούρτη, ο Mann επιβεβαιώνει ότι θα ταξιδέψει και στη Βαϊμάρη για μία αντίστοιχη τελετή, προκαλώντας την οργή του Τύπου και θέτοντας ενδεχομένως σε κίνδυνο ακόμη και την αμερικανική υπηκοότητά του, καθώς οι πολιτικές ισορροπίες ανάμεσα στις Η.Π.Α. και τη Σοβιετική Ένωση αλλάζουν ραγδαία.
Ξανασμίγοντας με πολλούς από τους συνεργάτες του από τα Ida και Cold War, επιστρέφοντας στο κάδρο 1.37:1 και στις αριστοτεχνικές ασπρόμαυρες συνθέσεις του διευθυντή φωτογραφίας Lukasz Zal, ο Pawel Pawlikowski έχει δημιουργήσει, είτε το επιδίωκε, είτε όχι, μία άτυπη τριλογία ταινιών που καταγράφουν τον οδυνηρό απόηχο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Οι προηγούμενες, ωστόσο, ταινίες του δεν είχαν ποτέ την τόσο κλινική, σχεδόν υπνωτιστικά ήρεμη αίσθηση που έχει τούτη. Καθοριστική είναι και η χρήση της μουσικής — από τραγουδίστριες σε νυχτερινές δεξιώσεις, μέχρι σοβιετικές χορωδίες — τόσο στη δημιουργία της ατμόσφαιρας όσο και στην αποτύπωση του χάσματος που χωρίζει πλέον τη διαιρεμένη χώρα.
Δεν υπάρχουν πολλές στιγμές που θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει συναρπαστικές στο φιλμ, και ο Pawlikowski αποδίδει με εντυπωσιακή ακρίβεια έναν κόσμο που προσπαθεί να συνέλθει από την παράλυση. Η οικογένεια, όμως, που βρίσκεται στο επίκεντρο της ιστορίας δεν καταφέρνει να επαναπροσδιοριστεί ως φοίνικας που αναγεννιέται από τις στάχτες του. Το παρελθόν εξακολουθεί να τους καταδιώκει σαν κατάρα που δεν μπορούν να ξορκίσουν, παρά το προνόμιο ότι υπήρξαν «στη σωστή πλευρά της Ιστορίας», οι λεγόμενοι «καλοί Γερμανοί» με καθαρά χέρια.
Η Hüller — που μόνο μέσα στο 2026 έχει ήδη κερδίσει βραβείο ερμηνείας στη Berlinale για το Rose, την επίσημη υποβολή της Αυστρίας για τα Όσκαρ, έχει εμφανιστεί σε ένα από τα δημοφιλέστερα μπλοκμπάστερ της χρονιάς με πιθανότητες Β΄Γυναικείου, και ετοιμάζεται για υποστηρικτικό ρόλο στο επερχόμενο Digger του Alejandro G. Iñárritu — είναι αναμενόμενα εξαιρετική.
Η Erika της περνά από στιγμές ατσάλινης αποφασιστικότητας σε στιγμές βαθιάς ευαλωτότητας, αποτυπώνοντας με λεπτότητα και ευφυΐα τον πόνο μιας γυναίκας που προσπαθεί να βρει τον δρόμο της, μέσα σε μία διαλυμένη πατρίδα και μια εξίσου περίπλοκη οικογένεια. Είναι προβλέψιμα σπουδαία, αξιοποιώντας στο έπακρο κάθε συγκρατημένη συναισθηματική στιγμή. Αξίζει να δει κανείς την ταινία και μόνο για εκείνη.
Αν υπάρχει κάποιο μειονέκτημα, είναι ότι, παρότι το Fatherland δεν πατά σχεδόν ποτέ λάθος μέσα στη σύντομη διάρκειά του, κάποιες στιγμές μοιάζει ίσως υπερβολικά λιτό. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό σχεδιασμό, που ενδεχομένως θα κέρδιζε εάν αναπτυσσόταν λίγο περισσότερο. Σπάνια η μελαγχολία έχει υπάρξει τόσο κομψή ή τόσο πειθαρχημένη. Η αφήγηση είναι εντυπωσιακά συμπυκνωμένη, μερικές φορές όμως σε υπερβολικό βαθμό, με τις πλούσιες προσωπικές ιστορίες των χαρακτήρων περνούν αναγκαστικά στο περιθώριο.
Πέρα από αυτές τις μικρές ενστάσεις, ο Pawlikowski έχει παραδώσει έναν πένθιμο στοχασμό πάνω στην εθνική ταυτότητα, την προσωπική και συλλογική τραγωδία, τους κινδύνους της προσπάθειας να παραμείνει κανείς απολιτικός σε εποχές βαθιά πολιτικές, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο ο πολιτιστικός πλούτος μπορεί να προσφέρει μικρές, αλλά πολύτιμες ανάσες παρηγοριάς σε καιρούς που μοιάζουν αποκαλυπτικοί.
Το Fatherland μπορεί να αντλεί τη δύναμή του από την αυτοσυγκράτηση, όμως μέσα στα στατικά του κάδρα χωρά το βάρος και η κίνηση της ίδιας της Ιστορίας, κάνοντάς το, στις καλύτερες στιγμές του, να μοιάζει πραγματικά μνημειώδες.
Βαθμολογία: 85/100
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.