
Νέες ταινίες: Η Jane Austen δικαιώνεται ξανά, δεν θα λέγαμε το ίδιο για τον Brad Pitt
- 24 ΣΕΠ 2026
Ο Ethan Hawke σηκώνει το βάρος της επιβίωσης στο αγωνιώδες γουέστερν The Weight, ο Brad Pitt αναμετριέται με τη φύση στο Heart of the Beast, ενώ η Jane Austen επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη με μία αισθαντική μεταφορά του Sense and Sensibility. Και για όσους πιστεύουν ότι ορισμένοι αποχαιρετισμοί αξίζει να βιώνονται ξανά και ξανά, το Avengers: Endgame Encore φέρνει πίσω στη μεγάλη οθόνη ένα από τα πιο επικά φινάλε στην ιστορία των υπερηρωικών ταινιών.
Λογική και Ευαισθησία/Sense and Sensibility
Βαθμολογία: 80/100
Η μεταφορά του διαχρονικού και πολυαγαπημένου μυθιστορήματος της Jane Austen, που εκδόθηκε το 1811, από την Georgia Oakley είναι μαγευτική και πανέμορφη, όπως ακριβώς θα έπρεπε να είναι. Είναι όμως και καθηλωτική, με έναν γήινο και χιουμοριστικό τρόπο, κάτι που επίσης ταιριάζει απόλυτα στο πνεύμα του έργου.
Όταν η οικογένεια Dashwood χάνει τον πατέρα της, οι αδελφές αναγκάζονται να εγκαταλείψουν το σπίτι τους στο Sussex και να μετακομίσουν μαζί με τη μητέρα τους (Caitríona Balfe) σε ένα ταπεινό εξοχικό στο Devon. Ένας οικονομικά συμφέρων γάμος αποτελεί πλέον τη μοναδική τους ελπίδα για το μέλλον. Χωρίς ουσιαστική προίκα, οι πιθανότητες της Elinor και της Marianne να παντρευτούν κάποιον εύπορο άνδρα είναι ελάχιστες. Και εξαιτίας της διαχρονικής μάστιγας που ονομάζεται θεσμοθετημένος μισογυνισμός, δεν έχουν καμία άλλη επιλογή για να βελτιώσουν τη ζωή τους.
Πολλές κινηματογραφικές μεταφορές της Austen αντιμετωπίζουν τις κοινωνικές ανισότητες της εποχής ως ένα ενοχλητικό αλλά και κωμικό φόντο. Το Sense and Sensibility της Oakley, αντίθετα, τοποθετεί το ιστορικό πλαίσιο στο επίκεντρο της αφήγησης. Το χιούμορ διαποτίζεται από μια υπόγεια θλίψη, ενώ οι μελοδραματικές ανατροπές της πλοκής μοιάζουν τραγικά αναπόφευκτες.
Η Elinor αναπτύσσει έναν βαθύ, αλλά διακριτικό δεσμό με τον Edward Ferrars (George MacKay). Η Marianne παρασύρεται από τη γοητεία του John Willoughby (Frank Dillane), ενώ ο συγκρατημένος Colonel Brandon (Herbert Nordrum) την ποθεί σιωπηλά από το περιθώριο. Στον πυρήνα όλων αυτών βρίσκεται ο αδελφικός δεσμός ανάμεσα στην Elinor και τη Marianne, τον οποίο η Daisy Edgar-Jones και η Esmé Creed-Miles αποδίδουν με μία τόσο ενστικτώδη και τρυφερή χημεία, που μοιάζει σχεδόν υποσυνείδητη.
Η Jane Austen του 2026 θυμίζει εντυπωσιακά τις αδελφές Brontë. Στο νέο Sense and Sensibility, η Marianneκαι η Elinor Dashwood τρέχουν ανέμελες στην εξοχή του Devon, με χείλη βαμμένα από βατόμουρα, πρόχειρα λινά φορέματα και λυτά μαλλιά που ανεμίζουν στον αέρα. Είναι κόρες της φύσης, χωρίς ίχνος από τα γαλάζια παστέλ φορέματα και τις περίτεχνες μπούκλες που έχουμε συνηθίσει στις ταινίες εποχής. Τα πάθη τους ξεχειλίζουν και γίνονται ένα με τα αγριολούλουδα, τις κάμπιες και τους βομβίνους, ενώ οι αντανακλάσεις τους στα τζάμια των παραθύρων τις ενσωματώνουν σε κατακόκκινα ηλιοβασιλέματα.
Η προσέγγιση της Austen από τη σκηνοθέτρια Georgia Oakley είναι αναμφισβήτητα πανέμορφη. Γυρισμένη σε φιλμ 35 χιλιοστών, η ταινία διαθέτει μια απαλή μελαγχολική ατμόσφαιρα, χάρη στη χρήση φυσικού φωτισμού από τον διευθυντή φωτογραφίας Arnaud Potier, αλλά και στην καταπιεσμένη λαχτάρα που διακρίνεται στα φωτεινά και ευάλωτα χαρακτηριστικά της Edgar-Jones.
Πρόκειται για έναν αυθεντικό κινηματογράφο του τοπίου, οργανικό και απαλλαγμένο από κάθε ίχνος τεχνητότητας. Μόνο που το τοπίο μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία έχει δύο όψεις. Φυσικά, βρισκόμαστε στην Αγγλία της εποχής της Αντιβασιλείας, με τους αυστηρούς κοινωνικούς της κώδικες. Κάτω όμως από αυτή την επιφάνεια διακρίνεται διαρκώς ένας άλλος κόσμος, αρχαιότερος και καταπράσινος. Προς τιμήν της,αυτή ακριβώς η προσέγγιση δίνει στο δικό της Sense and Sensibility έναν λόγο ύπαρξης, σε μια εποχή όπου η εκδοχή του Ang Lee από το 1995, σε σενάριο της Emma Thompson, αποτελεί ήδη την τέλεια κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος.
Οι ερμηνείες διατηρούν την επισημότητα και τη λεπτότητα που αρμόζουν στην ιστορική περίοδο, ενώ ταυτόχρονα αποπνέουν φρεσκάδα και αυθορμητισμό. Εκείνη που κλέβει την παράσταση είναι η σκανταλιάρα, κουτσομπόλα και έξω καρδιά Mrs Jennings που υποδύεται υπέροχα η Fiona Shaw, μετατρέποντας τον χαρακτήρα σε πολύ σημαντικότερο από εκείνον της Elizabeth Spriggs στην κινηματογραφική μεταφορά του 1995.
Τώρα, το πόσα μαθαίνει η Marianne από τη «λογική» της Elinor και πόσα μαθαίνει η Elinor από την «ευαισθησία» της Marianne αποτελεί αντικείμενο μιας διαχρονικής λογοτεχνικής συζήτησης. Η Oakley, ωστόσο, δείχνει ξεκάθαρα μια ιδιαίτερη προτίμηση στη Marianne, καθώς μεγάλο μέρος της ταινίας της καθοδηγείται από ρομαντικές αντιλήψεις περί εκστατικού συναισθήματος και βαθιάς σύνδεσης με τη φύση. Η εκδοχή της, σε σενάριο της Diana Reid, αφηγείται την ίδια ιστορία με ελάχιστες μόνο αλλαγές, γιατί το μυστικό της μεταφοράς ενός μυθιστορήματος της Jane Austen είναι να μη μπαίνεις στον δρόμο της συγγραφέως. Η Austen ήξερε ακριβώς πώς να μαγνητίζει το κοινό της και το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να την αφήσουμε να κάνει αυτό που ξέρει.
Είναι μία σπιρτόζικη και μαγευτική ερωτική ιστορία, ακριβώς επειδή και οι δύο μεγαλύτερες αδελφές Dashwood έχουν απόλυτο δίκιο και, ταυτόχρονα, απόλυτο άδικο. Η Elinor θα μπορούσε να λύσει τα προβλήματά της αν δεν ήταν τόσο λογική, ενώ η Marianne θα μπορούσε να λύσει τα δικά της αν διέθετε λίγη περισσότερη λογική. Τις λατρεύουμε και τις δύο, ακόμα κι όταν μας κάνουν να κουνάμε το κεφάλι μας. Είναι αξιαγάπητες και δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην αποκτήσουν όλα όσα επιθυμούν, εκτός από τις ίδιες ακριβώς ιδιότητες που τις κάνουν τόσο αξιαγάπητες.
Παρότι η σημασία που αποδίδει η Austen στο καθήκον και, ενίοτε, στην κοινωνική συμμόρφωση δεν βρίσκει την ίδια ανταπόκριση στη σημερινή εποχή, δεν χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να αναγνωρίσουμε στις δοκιμασίες της Marianne και της Elinor ένα από τα πιο σύγχρονα ερωτικά διλήμματα: πώς μπορείς να αποκτήσεις αυτό που θέλεις στον έρωτα, χωρίς να καλλιεργείς εντελώς μη ρεαλιστικές προσδοκίες;
Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Tanweer.
Στην Καρδιά του Κτήνους/Heart of the Beast
Βαθμολογία: 30/100
Η σύγκρουση των περιορισμένων ανθρώπινων δυνατοτήτων με την απρόβλεπτη δύναμη της φύσης, την οποία αδυνατούμε να ελέγξουμε, αποτελούσε ανέκαθεν μία κατεξοχήν κινηματογραφική ιδέα. Ήταν, λοιπόν, αναπόφευκτο ένας ηθοποιός όπως ο Brad Pitt να φτάσει κάποια στιγμή στην καριέρα του στο σημείο να θελήσει να γυρίσει μια ταινία όπως το Heart of the Beast. Πολλοί θρύλοι του Hollywood, άλλωστε, έχουν πρωταγωνιστήσει κάποια στιγμή σε αντίστοιχες ταινίες, από τον Robert Redford μέχρι τον Harrison Ford.
Προς απογοήτευση, ωστόσο, του Pitt, η νέα του συνεργασία με τον σκηνοθέτη του στο Fury, τον David Ayer, δεν αποδίδει τα αναμενόμενα. Οι σκληροτράχηλες, ωμές ταινίες δράσης του Ayer έχουν χάσει σταδιακά τη δυναμική τους, έπειτα από μια σειρά αποτυχημένων προσπαθειών, προσφάτως ωστόσο, ο σκηνοθέτης σημείωσε κάποιες επιτυχίες, εμπορικά τουλάχιστον, με ταινίες μεσαίου προϋπολογισμού και πρωταγωνιστή τον Jason Statham. Τώρα, έχει στη διάθεσή του έναν από τους τελευταίους πραγματικούς κινηματογραφικούς αστέρες της βιομηχανίας για να ηγηθεί της νέας του προσπάθειας, όμως ακόμη και με την παρουσία του Pitt, η ταινία παραμένει καθηλωμένη στην ίδια ταχύτητα σε όλη τη διάρκειά της.
Ο Pitt υποδύεται τον James Belmont, έναν πρώην στρατιώτη των Πράσινων Μπερέδων που έχει εγκαταλείψει τις ανέσεις του σύγχρονου πολιτισμού και έχει καταφύγει στην άγρια φύση της Αλάσκα μαζί με τον τετράποδο σύντροφο αλλά και άλλοτε συνεργάτη του στο πεδίο, Odin. Οι δυο τους ταξιδεύουν με το αεροπλάνο του James, προσγειώνονται σε διάφορα σημεία και περνούν τον χρόνο τους κυνηγώντας, παίζοντας και κατασκηνώνοντας παρέα. Φυσικά, η φύση έχει άλλα σχέδια. Για να καταφέρουν να επιστρέψουν στον πολιτισμό, άνθρωπος και σκύλος θα πρέπει να αντιμετωπίσουν ακραίες καιρικές συνθήκες, άγρια ζώα και την έλλειψη εφοδίων.
Η συναισθηματική εμπλοκή του κοινού προϋποθέτει να επενδύσει στη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και το κατοικίδιό του προφανώς, ελάχιστα, ωστόσο, στοιχεία στη σκηνοθεσία του Ayer καταφέρνουν να δημιουργήσουν συναισθηματική σύνδεση πέρα από την αξιολάτρευτη παρουσία του ζώου.
Οι σύντομες αναδρομές στον χρόνο που πέρασαν ο James και ο Odin σε εμπόλεμες ζώνες προσφέρουν ελάχιστες πληροφορίες για τα τραύματα που έχουν βιώσει. Αν μη τι άλλο, αυτές οι σκηνές που έχουν γυριστεί με φτηνές προδιαγραφές σε κάποιο στούντιο, μοιάζουν να υπάρχουν κυρίως για να αξιοποιηθούν στο συγκινησιακά φορτισμένο μοντάζ του φινάλε. Μόνο που το αποτέλεσμα είναι πιθανότερο να προκαλέσει – στο κοινό στο οποίο απευθύνεται η ταινία – ένα ξέσπασμα στρατιωτικού ενθουσιασμού, παρά ουσιαστικό αίσθημα συγκίνησης.
Ούτε από τεχνικής άποψης υπάρχει κάτι αξιοθαύμαστο εδώ. Με την ακίνδυνη, οικογενειακού χαρακτήρα αφήγησή του και την πληθώρα αμερικανικών συμβόλων που κατακλύζουν την οθόνη, η καρδιά του κτήνους βασίζεται σε γνώριμα, δοκιμασμένα συστατικά για να χτυπήσει, με μονάχα σποραδικές στιγμές απόλαυσης.
Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από τη Feelgood.
Το Φορτίο/The Weight
Βαθμολογία: 70/100
Ελάχιστοι ηθοποιοί σήμερα έχουν αποδείξει με τόση συνέπεια όσο ο Ethan Hawke ότι μπορούν να ανταποκριθούν σχεδόν σε οτιδήποτε. Ο πρόσφατα υποψήφιος για Όσκαρ ηθοποιός παραδίδει μία ακόμη συγκλονιστική ερμηνεία σε αυτό το αγωνιώδες γουέστερν, που σηματοδοτεί το σκηνοθετικό ντεμπούτο του McKinley – ενός μοντέρ γνωστού για τη δουλειά του στα The Good Lord Bird και Pride and Prejudice and Zombies.
Το The Weight διαδραματίζεται στο Oregon του 1933 και ακολουθεί έναν ανύπαντρο πατέρα που προσπαθεί να απελευθερωθεί από ένα στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας, ώστε να επιστρέψει στο σπίτι και στην κόρη του. Ο ρόλος απαιτεί από τον Hawke να σηκώσει μεγάλο βάρος στους ώμους του, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Κυριολεκτικά, επειδή ο χαρακτήρας του και μια ομάδα άλλων κρατουμένων καλούνται να μεταφέρουν κρυφά βαριές ράβδους χρυσού μέσα από την επικίνδυνη άγρια φύση, με αντάλλαγμα τη μείωση της ποινής τους. Το σχέδιο έχει οργανώσει ο διεφθαρμένος διευθυντής του στρατοπέδου, Clancy, τον οποίο υποδύεται ένας απολαυστικά πληθωρικός Russell.
Αφού οι δυο τους αναπτύσσουν μία ιδιότυπη σχέση εμπιστοσύνης, ο Clancy προσφέρει στον Samuel μια ευκαιρία σωτηρίας. Αν καταφέρει να μεταφέρει όλο τον χρυσό από ένα κοντινό ορυχείο, θα κερδίσει την ελευθερία του. Υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι ο ίδιος και οι υπόλοιποι άνδρες που θα στρατολογήσει δεν θα πεθάνουν κατά τη διάρκεια του εξαήμερου ταξιδιού.
Οι δοκιμασίες είναι συνεχείς και γίνονται ολοένα πιο έντονες, με την ταινία να μας επιτρέπει σπανίως να πάρουμε μια ανάσα, κυρίως όταν οι χαρακτήρες πέφτουν για ύπνο. Παράλληλα, τα μέλη της ομάδας αρχίζουν να έρχονται πιο κοντά, καθώς συνειδητοποιούν ότι θα χρειαστεί να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον ώστε να επιβιώσουν τόσο από το επικίνδυνο ταξίδι, όσο και από το ενδεχόμενο να κρύβεται πίσω από την αποστολή τους κάτι πολύ πιο σκοτεινό.
Το The Weight θα ωφελούταν από ένα πιο σφιχτό μοντάζ, διαθέτει ωστόσο μια κεντρική δύναμη που το ωθεί μπροστά, διασχίζοντας τη δική του εκδοχή του Oregon Trail, που έχει μάλιστα γυριστεί στην Ευρώπη. Και αυτή η δύναμη δεν είναι άλλη από τον Hawke. Η καθηλωτική του ερμηνεία είναι ένας καλός λόγος, εξίσου με οποιονδήποτε άλλον, για να γυρίσει κανείς μία ταινία, και φυσικά για να τη δει.
Παρά τις καλοχορογραφημένες εξάρσεις αδρεναλίνης, όπως μια σκηνή παρ’ ολίγον πνιγμού κάτω από νερά φραγμένα με κορμούς δέντρων και μια μυστική δολοφονία στη διάρκεια μιας σφοδρής καταιγίδας, το σενάριο των Matthew Booi και Shelby Gaines μοιάζει υπερβολικά συχνά επιτηδευμένο, και τα φυλετικά ζητήματα παρουσιάζονται με απλοϊκό τρόπο μέσα από δύο από τους συντρόφους του Murphy, τον Rankin (Austin Amelio) και τον Singh (Avi Nash). Παράλληλα, η γεμάτη νευρική ένταση ερμηνεία της Julia Jones στον ρόλο της Anna, μιας δυναμικής και ασυμβίβαστης Αμερικανίδας ιθαγενούς, δεν καταφέρνει να αντισταθμίσει τον εμφανή ρόλο του χαρακτήρα ως σεναριακό εργαλείο, παρότι δεν είναι στερεοτυπικός.
Το The Weight καταφέρνει, συνολικά, να δημιουργήσει μια αίσθηση δέους και διαρκώς αυξανόμενης απειλής, καθώς αυτή η περιπέτεια μιας ομάδας ανδρών σε αποστολή εισχωρεί ολοένα βαθύτερα στην άγρια φύση. Έτσι η ταινία αποκτά μεγαλύτερη ένταση αλλά και ουσιαστικότερο θεματικό βάθος, καθώς αισθανόμαστε πόσο μικροί και ανίσχυροι είναι αυτοί οι άνθρωποι μπροστά στο μεγαλείο της φύσης, αλλά και απέναντι στους αδίστακτους ανθρώπους που την κατοικούν.
Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από τη Spentzos.
Εκδικητές: Η Τελευταία Πράξη Encore/Avengers Endgame: Encore
Βαθμολογία: 78/100
Μία ταινία που λειτούργησε άψογα ως φινάλε, υποχρεώνεται να γίνει λειτουργήσει εδώ ως πρόλογος. Έχοντας γράψει αυτό, μέσα στο σουρεαλιστικό του μεγαλείο και την παραληρηματική του υπερβολή, το επιβλητικό φινάλε του Endgame μας είχε προσφέρει μία εκρηκτική δόση ενθουσιασμού που έδωσε σταδιακά τη θέση της στην ευφορική συγκίνηση, επιτρέποντάς μας να αποχαιρετήσουμε τους αγαπημένους μας χαρακτήρες με βαθιά συναισθηματικό τρόπο. Για αυτόν τον λόγο θα άξιζε να ξαναδεί κανείς το Endgame και όχι για τέσσερα έξτρα λεπτά-γέφυρα στο Doomsday.
Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από τη Feelgood.
ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΕΠΙΣΗΣ:
Los Tigres/The Tigers
Η ταινία προβάλλεται από τη Weird Wave.
Σον το Πρόβατο και το Τέρας της Φάρμας/Shaun the Sheep and the Beast of Mossy Bottom
Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από τη Spentzos.
To Άλογο του Τορίνο/The Turin Horse
Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Amarcord.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.