
Νέες ταινίες: Μαγικά Φίλτρα, Oasis και μία από τις καλύτερες εισαγωγές στο σινεμά δράσης
- 10 ΣΕΠ 2026
Ακολουθεί ο σχολιασμός για τις ταινίες:
Practical Magic 2/Μαγικά Φίλτρα 2
Τον περασμένο Μάρτιο συμμετείχα σε ένα πάνελ του φεμινιστικού WOW Festival. Ο τίτλος του, τυπικά, ήταν «Έχει φύλο ο κινηματογράφος;», και φιλοξενούσε γυναίκες από πολλές πλευρές της βιομηχανίας του σινεμά, από την υποκριτική και τη σκηνοθεσία, έως την παραγωγή, το ακαδημαϊκό πεδίο και την κριτική, με σκοπό ουσιαστικά να σχολιαστεί η κυριαρχία του ανδρικού βλέμματος και οι επιπτώσεις του στην κοινωνική αντίληψη του φύλου.
Έχουν αδικηθεί ταινίες επειδή η κινηματογραφική κριτική έχει, διαχρονικά, ανδρικό φύλο; Αυτή ήταν μία από τις ερωτήσεις που μου απευθύνθηκαν. Ένα από τα παραδείγματα που χρησιμοποίησα στην καταφατική μου απάντηση ήταν το Practical Magic.
Όταν η ταινία έκανε πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 16 Οκτωβρίου του 1998 είχε αποτύχει εμπορικά, συγκεντρώνοντας 46 εκατομμύρια δολάρια στις ΗΠΑ, με προϋπολογισμό στα 75 εκατομμύρια.
Η υποδοχή από τους κριτικούς ήταν ανελέητη. Το Entertainment Weekly, για να αναφέρω ένα από τα πολλά παραδείγματα, χαρακτήρισε την ταινία «τόσο πρόχειρη, αργόσυρτη και μπερδεμένη, που μοιάζει σαν να της έχουν κάνει μάγια». Το Variety τη χαρακτήρισε «εν μέρει κωμωδία, εν μέρει οικογενειακό δράμα, εν μέρει ρομάντζο και εν μέρει περιπέτεια μυστηρίου με ειδικά εφέ… ένα συνονθύλευμα».
Οι περισσότεροι κριτικοί είχαν συνοψίσει την άποψή τους για την ταινία με σύντομα, δηκτικά και απαξιωτικά σχόλια. Ο σκηνοθέτης της, Griffin Dunne δεν δούλεψε ξανά για ταινία μεγάλου στούντιο, ενώ η Sandra Bullock ανακάλεσε σε συνέντευξη για το NEWS24/7 πως μία από τις εξηγήσεις που είχαν δοθεί τότε για την αποτυχία της ταινίας, ήταν ότι είχε «πάρα πολλές γυναίκες».
Σε αντίθεση με τους κριτικούς της εποχής της εγώ είχα αναγνωρίσει και εκτιμήσει ακριβώς αυτό το συνονθύλευμα, από την πρώτη προβολή της ταινίας στην ελληνική τηλεόραση. Δεν είναι τόσο μία «γυναικεία ταινία» με λίγη μαγεία, όσο μια χίμαιρα κινηματογραφικών ειδών: ρομάντζο, γοτθικό μελόδραμα, σάτιρα της μικρής πόλης, ιστορία φαντασμάτων και φεμινιστική παραβολή. Είναι πολλές οι συχνότητες, πράγματι, αλλά οι γενιές γυναικών που μεγαλώσαμε με το Practical Magic και τις αδερφές Owens, είχαμε συντονιστεί με όλες τους.
Κάπως έτσι το Practical Magic 2 έχει ήδη απαντήσει στην ερώτηση που τρέμουν να απαντήσουν τα απανταχού σίκουελ: δικαιολογεί την παρουσία του; Ναι, πολύ απλά γιατί αυτό το σίκουελ ζητήθηκε εντελώς οργανικά από το κοινό του.
Μία ακόμη τραγωδία περιμένει τη μεταφυσική οικογένεια των Owens ήδη από την αρχή της ταινίας και, στον απόηχό της, η Sally μένει άναυδη όταν μαθαίνει για τον τρυφερό σύντροφο της κόρης της, Kylie (Joey King), τον Gideon (ο Xolo Maridueña του Cobra Kai), που γνωρίζει για πρώτη φορά. Δεδομένου ότι οι γυναίκες της οικογένειας Owens εξακολουθούν να είναι καταραμένες να βλέπουν τους άντρες που αγαπούν να πεθαίνουν, η Sally φοβάται πως αυτή η σχέση θα φέρει συμφορά. Οι φόβοι της αποδεικνύονται βάσιμοι όταν ο Gideon τραυματίζεται σοβαρά σε ένα ατύχημα.
Με αφορμή αυτή την καταστροφή, η Kylie μαθαίνει την αλήθεια για τη δική της αποκρυφιστική φύση και ανακαλύπτει ένα μυστηριακό βιβλίο —το οποίο βρίσκει η Jet στη δημόσια βιβλιοθήκη— που κρύβει το κλειδί για το σπάσιμο της κατάρας. Μέσα από τα οράματα που της προκαλεί ο τόμος, ταξιδεύει στην Αγγλία για να επισκεφθεί μία έπαυλη η οποία, όπως τελικά αποκαλύπτεται, συνδέεται βαθιά με την οικογενειακή τους γραμμή.
Όλα αυτά συνθέτουν ένα πραγματικό κουβάρι πλοκής, γραμμένο στο δυσκίνητο σενάριο από τους Akiva Goldsman, Georgia Pritchett και Kelly Marcel. Ανάμεσα στις εξελίξεις παρεμβάλλονται τακτικά καβγαδάκια και παιχνιδιάρικες οικογενειακές στιγμές —μεταξύ άλλων, η Gillian αποδεικνύει ότι απολαμβάνει ιδιαίτερα να κατεβάζει τα παντελόνια της αδελφής της— που δίνουν ανάσες στην αφήγηση.
Όπως και η πρώτη ταινία, έτσι και το Practical Magic 2 προσπαθεί να χωρέσει περισσότερα απ’ όσα μπορεί πραγματικά να διαχειριστεί, γι’ αυτό αναγκάζεται να επιστρέφει κατά διαστήματα στο δωμάτιο του νοσοκομείου, όπου η Antonia (Maisie Williams) — η έτερη κόρη της Sally που αντιμετωπίζεται σχεδόν ως εκ των υστέρων προσθήκη — και η Frances φροντίζουν τον Gideon που βρίσκεται σε κώμα. Όταν εμφανίζεται ο Lee Pace ως το νέο μυστηριώδες ερωτικό ενδιαφέρον της Sally, την ίδια στιγμή που η Kylie φορτώνεται έναν τόσο βαρετό ανταγωνιστή ώστε ένας εκ των χαρακτήρων σταματά κυριολεκτικά να τον ακούει κατά τη μεγάλη του ομιλία, η απόσταση ανάμεσα στις δύο ιστορίες γίνεται σχεδόν αδύνατο να γεφυρωθεί. Η ταινία χάνει εντελώς τη φόρα της στο φινάλε, με μια μαγική αναμέτρηση που μοιάζει να μην τελειώνει ποτέ και έναν επίλογο που διαρκεί ακόμη περισσότερο.
Κι όμως, το παιχνιδιάρικο πνεύμα της πρώτης ταινίας είναι αμέσως παρόν και στο σίκουελ, κυρίως επειδή αυτές οι ηθοποιοί επιστρέφουν στους ρόλους τους με εντυπωσιακή φυσικότητα. Οι Bullock και Kidman παραμένουν εκρηκτικές μαζί ως δύο αδελφές που δεν θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικές, αλλά ούτε και πιο αφοσιωμένες η μία στην άλλη.
Οι Stockard Channing και Dianne Wiest είναι το ίδιο αξιαγάπητες όπως πάντα ως εκκεντρικές θείες Franny και Jet. Πολλές από τις καλύτερες σκηνές της ταινίας βρίσκονται στα πρώτα είκοσι λεπτά, όταν η απουσία πραγματικού διακυβεύματος επιτρέπει σε αυτούς τους γοητευτικούς χαρακτήρες απλώς να αλληλεπιδρούν και να απολαμβάνουν ο ένας τον άλλο. Ακόμη και η σχέση ανάμεσα στην Kylie και τον Gideon αποφεύγει σε κάποιον βαθμό τις παγίδες του υποχρεωτικού νεανικού ρομάντζου, κυρίως χάρη στην αφοπλιστική της γλυκύτητα. Καθώς αφήνεσαι στη ζεστασιά της ταινίας, είναι δύσκολο να μη θέλεις να ζήσεις κι εσύ μαζί με αυτούς τους χαρακτήρες, ενώ πειράζονται μεταξύ τους, κάνουν ξόρκια και στήνουν πάρτι.
Παρόλα αυτά, απέχει αρκετά από τη ζεστή, φθινοπωρινή αγκαλιά της πρώτης ταινίας, που κατάφερνε να διατηρεί μια ελαφρότητα χωρίς ποτέ να υπονομεύει τον βασικό της πυρήνα: την απόδραση από την ενδοοικογενειακή βία. Η πραγματική μαγεία εκείνης της ταινίας, όμως, βρισκόταν στην έμφαση που έδινε στους γυναικείους χαρακτήρες της — και αυτό το στοιχείο δεν έχει χαθεί εντελώς εδώ.
Ακόμη κι όταν είναι καταραμένες με ένα κατώτερο των περιστάσεων σενάριο, οι Bullock και Kidman εξακολουθούν να ξέρουν πολύ καλά πώς να μας μαγεύουν.
Βαθμολογία: 63/100
Oasis: Don’t Look Back in Anger
Από τη Νότια Κορέα μέχρι τη νότια Ουαλία, το Don’t Look Back in Anger είναι μία έντονα συναισθηματική διαδρομή, που καταγράφει τα πάθη των αδελφών Gallagher εντός και εκτός σκηνής, καθώς ξεκινούσαν την παγκόσμια περιοδεία τους το 2025. Και όπως απάντησα σε έναν αγαπημένο φίλο που μοιράζεται την ίδια αγάπη για τους Oasis με τη δική μου, και αγωνιούσε για το αποτέλεσμα του ντοκιμαντέρ, όχι, δεν φαίνεται να είναι όλα μία στρατηγική για τις κάμερες και τα χρήματα.
Από τους γκάνγκστερ του Birmingham στο Peaky Blinders μέχρι τον ατίθασο πρωτοπόρο των SAS Paddy Mayne, ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Steven Knight σπανίως συνάντησε ένα ακατέργαστο διαμάντι που να μην ήθελε να μετατρέψει σε ταινία ή τηλεοπτική σειρά. Οι αδελφοί Gallagher αποτελούν ίσως την απόλυτη έκφραση της αισθητικής του: δεμένοι, εκρηκτικοί, αρρενωποί, με τα Μεγάλα τους Συναισθήματα σε κοινή θέα.
Όταν τους συναντάμε βρίσκονται στις πρόβες, παρακολουθούμενοι από κρυφές κάμερες που έχουν τοποθετήσει οι συν-σκηνοθέτες Dylan Southern και Will Lovelace. Είναι η ηρεμία πριν από την καταιγίδα: ο Noel καθοδηγεί το συγκρότημα, όμως όλοι προετοιμάζονται για την πρόσκρουση — ο Liam πρόκειται να εμφανιστεί από στιγμή σε στιγμή. Όταν τελικά μπαίνει με φόρα από την πόρτα, λέει στον ντράμερ Joey Waronker ότι το σετ των ντραμς του «του τη δίνει στα γαμημένα νεύρα», γρυλίζει για λίγο στο μικρόφωνο και μετά εξαφανίζεται. Αν κρίνει κανείς από την αντίδραση της μπάντας, θα μπορούσε να είχε πάει πολύ χειρότερα.
Η μεγαλύτερη, προφανώς, δύναμη της ταινίας είναι η οικειότητα σε τέτοιες προσωπικές στιγμές. Γιατί όταν αυτή συγκρούεται τελικά με ένα στάδιο γεμάτο υστερικά ενθουσιασμένους φαν στο Cardiff, η ενέργεια που παράγεται μοιάζει με πυρηνική σύντηξη. Η ίδια η μουσική σε καθηλώνει στο κάθισμα, θριαμβευτική και άγρια, και τα πλάνα του κοινού είναι εντυπωσιακά σε όλη τη διάρκεια, χάρη στην απόφαση του Knight να αφήσει τις κάμερες να περιπλανώνται ελεύθερα μέσα στο πλήθος.
Αυτό το ορατό προσκύνημα των φαν, που μοιάζουν να μη διανοούνται την αναγέννηση που συντελείται μπροστά στα μάτια τους, συγκινεί τον Noel μέχρι δακρύων περισσότερες από μία φορές. Οι παλαιότεροι είναι, φυσικά εκεί, η τεράστια παρουσία όμως της Gen Z προκαλεί έκπληξη. Η πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ στο Φεστιβάλ Βενετίας, μάλιστα, προσέλκυσε ένα σμήνος εφήβων που ήλπιζαν να τους υπογράψουν τα βινύλιά τους στο κόκκινο χαλί.
Υπάρχουν μαρτυρίες των φαν σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, μάλλον σε ασυνεπή χρήση συνολικά, δίνοντας μία αίσθηση προσπάθειας να κατασκευαστεί κάποιο βαθύτερο νόημα εκ των υστέρων, και συνυπάρχοντας με την εξωφρενική θεωρία ότι ο κόσμος «πήγε κατά διαόλου» μετά τη διάλυση των Oasis. Ίσως, όμως, αυτό να είναι και το ισχυρότερο επιχείρημα της ταινίας: οι Oasis προσφέρουν μια απόδραση, μια συλλογική εκτόνωση και μια εκδοχή του ανήκειν που σήμερα μοιάζει ολοένα και πιο σπάνια.
Ακόμη όμως και για όσους οι Oasis ξεκινούν και σταματούν στο Champagne Supernova ή το Wonderwall, η έντονη και ανορθόδοξη αίσθηση χάρης και συγχώρεσης που διατρέχει την ταινία θα λειτουργήσει ως παρηγορητική μελωδία. Δύο αποξενωμένες πλευρές, με διαφορές που έμοιαζαν αγεφύρωτες, κατάφεραν να ξαναβρεθούν, να αφήσουν πίσω τους το παρελθόν και να χαράξουν έναν δρόμο προς ένα κοινό, ευχόμαστε όσοι τους αγαπάμε, μέλλον.
Παρακαλάει, άλλωστε, και ο τίτλος.
Βαθμολογία: 75/100
Onslaught/Η Επέλαση
Σε σκηνοθεσία Adam Wingard — του δημιουργού πίσω από την απολαυστική, γεμάτη synths περιπέτεια The Guest και πιο ορμητικές αλλά συνειδητά ανόητες περιπέτειες όπως το Godzilla vs. Kong — το Onslaught ακολουθεί απέθαντους υπερ-στρατιώτες που εξαπολύουν αιματοβαμμένο χάος σε ένα απομονωμένο trailer park στην αμερικανική έρημο, μόνο και μόνο για να βρουν απέναντί τους μια μητέρα που αυτή τη φορά έχει πραγματικά κάτι να χάσει, και κουβαλά μετατραυματικό στρες από την περίοδο που υπηρέτησε σε μάχιμη μονάδα. Η υπόθεση, μαζί με τη μίμηση της grindhouse αισθητικής, προϊδεάζει για μια ταινία βρώμικη, βίαιη και καθηλωτική.
Η εναρκτήρια σεκάνς τίτλων του Onslaught όμως, δημιουργεί και άλλες διαφορετικές προσδοκίες. Υπερφορτωμένη και σχεδόν επιθετική, ξεχειλίζει από χρώμα, υφή, δυνατή μουσική και αποσπάσματα ομιλιών πρώην προέδρων των ΗΠΑ, ανάμεσά τους οι Barack Obama, George W. Bush και Richard Nixon.
Βλέπουμε πρωτοσέλιδα για την αποδοχή ναζί επιστημόνων από τις ΗΠΑ, εικόνες από την ατομική βόμβα και κολάζ που συνδέουν την αμερικανική λατρεία για τον φαλακρό αετό με το ναζιστικό Reichsadler — λες και η ταινία που ακολουθεί πρόκειται να κοιτάξει κατάματα, χωρίς ίχνος επιείκειας, την αμερικανική πολεμική μηχανή και τις φρικαλεότητες που έχει εξαπλώσει στον κόσμο.
Στην πράξη, όμως, το Onslaught δεν εξετάζει, ούτε καν παρατηρεί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα, πέρα από την ιδέα ότι οι φανταστικοί υπερ-στρατιώτες του δημιουργήθηκαν για να εξαπολύονται εναντίον αμάχων.
Η ιστορία του κινηματογράφου είναι γεμάτη από εντυπωσιακά, παράξενα B-movies που χρησιμοποιούν την προσιτή ψυχαγωγία τους για να περάσουν από κάτω ιδέες με πραγματικό διανοητικό και ηθικό βάρος – ταινίες του John Carpenter, της μεγαλύτερης επιρροής εδώ πλάι στον Tarantino και το Alien, όπως το They Live ανήκουν ξεκάθαρα σε αυτή την παράδοση- άρα η φιλοδοξία του Onslaught δεν είναι λανθασμένη.
Απλώς η ταινία δεν είναι ούτε αρκετά στοχαστική, ούτε αρκετά εμπνευσμένη ώστε να σε κάνει να επενδύσεις στα προβλέψιμα αφηγηματικά της βήματα — και σίγουρα όχι αρκετά θυμωμένη ώστε να σε αφοπλίσει στ’ αλήθεια. Οι χαρακτήρες της, μάλιστα, είναι πιο ενδιαφέροντες από την ίδια την ιστορία που υπηρετούν, καθώς το Onslaught παραμένει υπερβολικά πιστό στη φόρμα μίας βασικής ταινίες πολιορκίας. Οι τρεις υπερ-στρατιώτες είναι οπτικά εντυπωσιακοί αντίπαλοι — το ζωώδες εφέ στα μάτια τους είναι ωραία πινελιά — αλλά η κεντρική επίθεση στο trailer park είναι κάπως υπερβολικά παρατεταμένη ώστε να απογειώσει πραγματικά την ένταση, παρότι ο Wingard δείχνει ξεκάθαρα ότι ξέρει να στήνει βίαιες σεκάνς δράσης.
Υπέροχα κατασκευασμένο αλλά αφηγηματικά μισοψημένο, το action-thriller γίνεται τελικά μια αρκετά καλή διασκέδαση. Το πρόβλημα είναι ότι, για μια στιγμή, έμοιαζε πως θα μπορούσε να είναι κάτι παραπάνω.
Βαθμολογία: 65/100
Hope
Σε ό,τι αφορά κινηματογραφικά εναρκτήρια λακτίσματα, το Hope παίζει πραγματικά σε δική του κατηγορία.
Σαν ένα ανεξέλεγκτο τρένο που κατεβαίνει μια πλαγιά με φόρα, πιάνει φωτιά και συνεχίζει ενώ οι ράγες διαλύονται από κάτω του, η νέα ταινία του Νοτιοκορεάτη σκηνοθέτη Na Hong-jin (The Wailing) κάνει εκκωφαντική πρώτη εντύπωση. Η πρώτη της ώρα είναι ένα επίτευγμα καθαρού κινηματογραφικού θεάματος. Βυθισμένο στο μυστήριο και ποτισμένο με τρόμο, είναι σχεδόν όσο καλό μπορεί να γίνει μία κινηματογραφική αφετηρία.
Στο απομονωμένο παραθαλάσσιο χωριό Hope Harbor, ο αρχηγός της αστυνομίας Bum-seok (Hwang Jung-min) οδηγείται από τον ντόπιο κυνηγό Sung-ki (Zo In-sung), δεύτερο ξάδελφό του, μπροστά σε ένα αλλόκοτο εύρημα: έναν νεκρό ταύρο στη μέση του δρόμου, με το κουφάρι του χαραγμένο από τεράστιες νυχιές. Ο Sung-ki και οι φίλοι του πείθουν για πλάκα τον Bum-seok ότι υπεύθυνη είναι μια τίγρη που μετανάστευσε από τη Σιβηρία μέσω της Βόρειας Κορέας και κατέληξε στο μικροσκοπικό τους χωριό. Το αστείο, όμως, δεν κρατά για πολύ.
Ακολουθώντας τα ίχνη του ταύρου, ο Sung-ki και η παρέα του βρίσκουν έναν αχυρώνα διαλυμένο ολοσχερώς —με ένα ανθρώπινο χέρι να κρέμεται από δέντρο— και ένα μονοπάτι που οδηγεί μέσα στο δάσος. Ο Bum-seok, στο μεταξύ, κατευθύνεται προς την πόλη, όπου συναντά ένα μεσιτικό γραφείο με μια τεράστια τρύπα που το διαπερνά από άκρη σε άκρη — ξεκάθαρη ένδειξη ότι κάτι πέρασε κυριολεκτικά μέσα από το κτίριο.
Αυτό που ακολουθεί είναι ένα μαγευτικό, φρενήρες set piece, με τον Bum-seok να κυνηγά —και εξίσου συχνά να τρέχει να σωθεί από— την καταραμένη δύναμη που έχει μετατρέψει τη μικρή του πόλη σε εμπόλεμη ζώνη.
Με σύμμαχο τη φωτεινή, ημερήσια μεγαλοπρέπεια της widescreen φωτογραφίας του Hong Kyung-pyo, ο Na χορογραφεί με κομψότητα αυτή την υπερμεγέθη καταστροφή, δρόμο τον δρόμο, με κάθε διασταύρωση του Hope να φέρνει μπροστά στον άμοιρο αρχηγό της αστυνομίας έναν ακόμη απελπισμένο κάτοικο, μια πόρτα αυτοκινήτου που εκτοξεύεται ή έναν απόκοσμο βρυχηθμό χωρίς ορατή πηγή.
Η απτή υλικότητα που πετυχαίνει ο Na γυρίζοντας με πραγματικά στοιχεία, σε πραγματικές τοποθεσίες, θα έπρεπε να λειτουργήσει ως δυνατό ξυπνητήρι για το Hollywood. Η πρώτη ώρα της ταινίας είναι ουσιαστικά μία τεράστια σκηνή καταδίωξης, καθαρό action cinema: αδιάκοπη, σφυροκοπητή και υπέροχα κινηματογραφημένη από τον Hong Kyung-pyo των Parasite και Burning, με το φως του πρωινού να κόβει λοξά τα παράθυρα των αυτοκινήτων καθώς η καταδίωξη περνά από το ένα περιβάλλον στο άλλο. Σε όλη αυτή την ενότητα, η λάμψη του Steven Spielberg στα καλύτερά του συναντά τη δυναμική του George Miller.
Καθώς το μυστήριο αρχίζει να ξετυλίγεται, η κλίμακα της ταινίας μεγαλώνει ολοένα και περισσότερο — μαζί της και η παραφροσύνη. Όταν τελικά αποκαλύπτονται τα ίδια τα τέρατα, πρόκειται για CGI δημιουργίες άνισης πειστικότητας, οι οποίες έχουν την ατυχία να εμφανίζονται αμέσως μετά από ένα από τα πιο μυώδη κομμάτια genre κινηματογράφου του 21ου αιώνα. Η αίσθηση ξεφουσκώματος που προκαλείται είναι δύσκολο να υπερτονιστεί.
Όταν η δράση ξαναπαίρνει μπρος, ο Na δεν καταφέρνει ποτέ πραγματικά να ξαναβάλει το τζίνι στο μπουκάλι. Διατηρεί ασφαλώς το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του στο να στήνει σωματικές, βίαιες εκρήξεις χάους —με οπτική φαντασία που ξεπερνά κατά πολύ εκείνη του μέσου Hollywood blockbuster— αλλά τα ψηφιακά εφέ έχουν την τάση να αποδυναμώνουν ακόμη και τις πιο εμπνευσμένες στιγμές.
Αν μπορούσε να διατηρήσει την πρότερη έντασή του σε όλη τη διάρκεια των 160 λεπτών, το Hope θα ήταν ήδη classic.
Βαθμολογία: 70/100
Dossier 137/Φάκελος 137
Ο Γερμανογάλλος σκηνοθέτης Dominik Moll γνωρίζει καλά την τέχνη —και τις απολαύσεις— του αστυνομικού procedural. Η προηγούμενη ταινία του, το The Night of the 12th (2022), κέρδισε απολύτως δικαιολογημένα τα βραβεία Καλύτερης Ταινίας και Καλύτερης Σκηνοθεσίας στα César.
Η επιβλητική Léa Drucker υποδύεται τη Stéphanie, μια ερευνήτρια των Εσωτερικών Υποθέσεων που εξετάζει περιστατικά αστυνομικής αυθαιρεσίας κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων των «κίτρινων γιλέκων» το 2018. Η εντυπωσιακή ψυχραιμία της ηρωίδας εντάσσεται εξαρχής σε ένα γενικότερο μοτίβο συγκρατημένων συμπεριφορών που διατρέχει ολόκληρη την ταινία. Ο έφηβος γιος της, Victor (Solàn Machado-Graner), είναι τόσο λογικός και συγκροτημένος ώστε σχεδόν μοιάζει ενήλικος, ενώ ακόμη και η μητέρα ενός νεαρού που κακοποιήθηκε από αστυνομικούς παραμένει αξιοσημείωτα ήρεμη καθώς αφηγείται όσα συνέβησαν.
Πρόκειται για ένα συνειδητά λιτό ύφος ερμηνείας που στρέφει εσκεμμένα την προσοχή του κοινού στους ψυχρούς μηχανισμούς και στις διαδικασίες της υπόθεσης, απομακρύνοντάς την από το ανθρώπινο στοιχείο.
Αντλώντας έμπνευση από αρκετές πραγματικές υποθέσεις, ο Moll και ο συνσεναριογράφος Gilles Marchand χρησιμοποιούν ως αφετηρία ένα αληθινό περιστατικό της 1ης Δεκεμβρίου 2018, όταν τα κίτρινα γιλέκα βγήκαν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην αύξηση του φόρου στα καύσιμα από τον πρόεδρο της Γαλλίας, Emmanuel Macron.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Stéphanie παρουσιάζεται σχεδόν ως η ιδανική ντετέκτιβ. Η δραματική ένταση δεν προκύπτει από την αντοχή της απέναντι σε εμπόδια — ουσιαστικά δεν υπάρχουν. Αντίθετα, ο Φάκελος 137 επενδύει στη διαχρονική κινηματογραφική απόλαυση του να παρακολουθείς σύνθετες αλλά ομαλές διαδικασίες και επαγγελματίες να κάνουν καλά τη δουλειά τους.
Μόνο όταν η Stéphanie φτάνει στο τέλος της έρευνάς της έρχεται αντιμέτωπη με μια αλήθεια που, για κάποιους, ήταν προφανής από την αρχή: το πρόβλημα είναι συστημικό και η στοχοποίηση ορισμένων σάπιων στοιχείων δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα.
Καταγράφοντας την πορεία της μέχρι αυτό το αναπόφευκτο συμπέρασμα, ο Moll δείχνει με απόλυτη σαφήνεια πώς ακόμη και καλοπροαίρετοι αστυνομικοί μπορούν να διαφθαρούν όταν μια κυβέρνηση επιλέγει να προστατεύσει τα βίαια στοιχεία μέσα στο ίδιο το σώμα.
Η οπτική δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πρωτότυπη. Η ευρηματικότητα του σκηνοθέτη βρίσκεται περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο τη διατυπώνει. Ακολουθώντας όλα τα γνώριμα βήματα του αστυνομικού procedural, ο Moll, με μια απλή αλλά αποτελεσματική αντιστροφή, γυρίζει το είδος από μέσα προς τα έξω και στρέφει το βλέμμα προς έναν πολύ μεγαλύτερο, αόρατο εχθρό: τον Macron, του οποίου τις πολιτικές ο σκηνοθέτης έχει επικρίνει δημόσια. Η ταινία του δεν διαθέτει την πολυπλοκότητα, για παράδειγμα, του βραβευμένου ψυχολογικού δράματος Harry, He’s Here to Help από το 2000, μιας ακόμη επιτυχίας του Moll στις Κάννες, αλλά παραμένει ουσιαστικό έργο.
Βαθμολογία: 75/100
ΠΡΟΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΕΠΙΣΗΣ:
Αυτοί που Άγγιξαν τον Πόλεμο
Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από τη Weird Wave.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.