
Νέες ταινίες: Το εξαντλημένο δημιουργικά Scream και το ελληνικό Karate Kid
- 26 ΦΕΒ 2026
Βρες τις κριτικές για τις νέες ταινίες παρακάτω:
Scream 7
Βαθμολογία: 55/100
Σε ένα στιγμιότυπο του Scream 7, κάποιος λέει στη Sidney Prescott πως έχει ξεπεράσει την ακμή της. Είναι μία σχεδόν ιερόσυλη ατάκα για ένα από τα πιο εμβληματικά πρόσωπα του τρόμου, αν και, για πρώτη φορά στη συγκεκριμένη σειρά ταινιών, δεν ακούγεται εντελώς άδικη.
Το πρόβλημα, βέβαια, του Scream 7 δεν είναι η πολυαγαπημένη Sidney. Είναι ότι πως η ίδια η ταινία μοιάζει να έχει ξεπεράσει την ακμή του Scream. Και βάσει του ανανεωτικού αέρα στο Scream 6, κάτι τέτοιο δεν θα ήταν απαραίτητα στα χαρτιά.
Μετά από πολλαπλές ανακατατάξεις πίσω από την κάμερα — οι σκηνοθέτες Matt Bettinelli-Olpin και Tyler Gillett των 5 και 6 απομακρύνθηκαν από το στούντιο λόγω της ανάμιξής τους με το Abigail, και ο Christopher Landon του Happy Death Day που είχε αναλάβει παραιτήθηκε όταν απολύθηκε η πρωταγωνίστρια Melissa Barrera εξαιτίας της στήριξής της στην Παλαιστίνη, όπως παραιτήθηκε και η Jenna Ortega συμπαραστικά — η αίσθηση που το στούντιο ήθελε να δοθεί ήταν πως τούτο το Scream θα ήταν επιστροφή στις ρίζες. Kevin Williamson και στη σκηνοθεσία, Neve Campbell με κεντρικό ρόλο. Στα χαρτιά, Όλα στη θέση τους θεωρητικά, χωρίς την αμηχανία ενός reboot που προσπαθεί να γίνει reboot του reboot.
Στην πράξη, όμως, αυτό που παίρνουμε είναι ένα sequel δημιουργικά κουρασμένο και επαναλαμβανόμενο. Η έναρξη της ταινίας δεν θα μπει στο πάνθεον ενάρξεων του Scream γιατί της λείπει η ένταση που διαπιστώνει κανείς στους τίτλους τέλους πως έλειπε σε ολόκληρο το έργο, αλλά θυμίζει πως το Scream υπήρξε κάποτε ζωντανό επειδή ήξερε να σχολιάζει τον εαυτό του. Ένα immersive “Stab experience” μέσα στο σπίτι του Stu Macher είναι το αρχικό σκηνικό, γεμάτο αναφορές και meta παιχνίδια με την ιστορία της σειράς.
Και μετά, τίποτα.
Η δράση μεταφέρεται στο Pine Grove, όπου η Sidney έχει χτίσει μια νέα ζωή με οικογένεια και παιδιά — μια ήρεμη κανονικότητα που, φυσικά, δεν θα κρατήσει. Ένα Ghostface video call (γιατί ναι, ακόμα και οι serial killers εξελίσσονται τεχνολογικά) αρκεί για να ξαναμπεί στο γνωστό κυνήγι γάτας και ποντικιού.
Μόνο που αυτή τη φορά, δεν υπάρχουν καινούριοι κανόνες.
Το σενάριο ανακυκλώνει θεματικές που έχουμε ήδη δει — το τραύμα που περνά από γενιά σε γενιά, τη “legacy” ηρωίδα που καλείται να προστατεύσει τα παιδιά της — θυμίζοντας έντονα άλλες σύγχρονες horror επιστροφές, όπως το Halloween του 2018. Η ίδια η ταινία επιμένει ότι «όλα οδηγούσαν εδώ», αλλά ποτέ δεν το νιώθεις. Δεν υπάρχει κορύφωση, μόνο μια προσπάθεια να συνδεθούν τα κομμάτια εκ των υστέρων. Ακόμα πιο αμήχανο είναι το πώς διαχειρίζεται (ή μάλλον δεν διαχειρίζεται) την προηγούμενη ταινία. Το Scream VI αναφέρεται επιλεκτικά, αλλά βασικοί χαρακτήρες εξαφανίζονται σχεδόν από τη μνήμη της αφήγησης, σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Όσοι επιστρέφουν — όπως η Gale και τα δίδυμα Meeks-Martin — υπάρχουν απλώς για να θυμίζουν ότι κάποτε είχαν ρόλο, χωρίς τίποτα ουσιαστικό ως υλικό.
Οι σκηνές τρόμου λειτουργούν στιγμιαία — ένα καλοσκηνοθετημένο kill εδώ, ένα αγωνιώδες κυνηγητό εκεί — αλλά ποτέ δεν χτίζουν κάτι μεγαλύτερο. Όχι μόνο δεν υπάρχει ανατροπή ή ειρωνεία, το meta twist που έκανε το Scream να ξεχωρίζει από τα άλλα slashers, αλλά τα beats μέχρι κάθε φονικό είναι τόσα που ξέρεις ακριβώς τι έρχεται.
Αν αφαιρέσεις τη μάσκα του Ghostface και το όνομα της Sidney, αυτό που μένει θα μπορούσε να είναι οποιοδήποτε slasher. Χαρακτήρες χωρίς βάθος, που απλώς περιμένουν τη σειρά τους να πεθάνουν, και ένα μυστήριο που δεν σε νοιάζει αρκετά για να το λύσεις.
Αυτό γίνεται επώδυνα ξεκάθαρο στην αποκάλυψη του Ghostface — ίσως την πιο αδύναμη της σειράς — που αντί για σοκ προκαλεί μεχ. Το φινάλε έχει μια κάποια τελευταία σπίθα ενέργειας, έρχεται όμως πολύ αργά για να σώσει το σύνολο.
Το να παίζεις με τους κανόνες σε ένα franchise που έχτισε την ταυτότητά του πάνω στην ανατροπή τους είναι ίσως το πιο θανάσιμο λάθος.
Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από τη Feelgood.
Παίζει Ακόμα;/Is This Thing On?
Βαθμολογία: 72/100
Οι ταινίες που αφορούν την κωμωδία πέφτουν συχνά στην ίδια παγίδα: ο φανταστικός κωμικός στο κέντρο τους είναι, συνήθως, είτε κάποιος βασανισμένος προφήτης της αλήθειας, είτε οριακά κοινωνιοπαθής. Στο Is This Thing On? όμως, ο Alex Novak που υποδύεται ο Will Arnett, είναι απλώς ένας οικονομολόγος που χωρίζει μετά από 20 χρόνια και, σχεδόν τυχαία, καταλήγει σε μία βραδιά open mic, και τελικά το ρίχνει στο stand-up.
Το Is This Thing On?, η τρίτη ταινία που σκηνοθετεί ο Bradley Cooper, εμπνέεται από τη ζωή του Βρετανού κωμικού John Bishop, που άρχισε να ασχολείται με το stand-up comedy σε πλήρη απασχόληση μόνο όταν ήταν ήδη 40 ετών και κινδύνευε ο γάμος του. Αντίστοιχα λοιπόν, η ταινία ενδιαφέρεται περισσότερο για τη σχέση του Alex με τη σύζυγό του, την Tess που υποδύεται η Laura Dern, μία πρώην Ολυμπιονίκη του βόλεϊ που έγινε νοικοκυρά, παρά για τις επαγγελματικές της προοπτικές.
Δεν βλέπουμε στην πραγματικότητα την πορεία ενός κωμικού, αλλά το post-mortem ενός γάμου χωρίς δράματα ή προδοσίες. Την πιο ρεαλιστική δηλαδή εκδοχή ενός τέλους – ίσως και πιο τρομακτική – όπου κάτι, απλά, έχει τελειώσει. Μετά το A Star Is Born και το Maestro, ο Cooper επιστρέφει ξανά σε σχέσεις που δοκιμάζονται μέσα στον χρόνο. Αφήνει όμως πίσω του τη μεγαλοπρέπεια και την ανταλλάσσει με σιωπές, με μικρές στιγμές, με συνομιλίες που δεν καταλήγουν κάπου θεαματικά. Η σκηνοθετική του προσέγγιση, με την κάμερα συχνά κολλημένη στα πρόσωπα του Arnett και της Dern, δείχνει την ανάγκη του να φέρει τους χαρακτήρες όσο πιο κοντά γίνεται. Είναι η δεύτερη που δίνει ίσως την πιο ενδιαφέρουσα ερμηνεία της ταινίας: όχι μια “πρώην σύζυγο”, αλλά έναν άνθρωπο σε μετάβαση, που προσπαθεί να καταλάβει τι θέλει, τι της λείπει και ποια είναι έξω από τη ζωή που είχε χτίσει.
Είναι μία ταινία μικρής κλίμακας και θα αποδειχθεί πιθανότατα μία χαμηλότονη στιγμή στη φιλμογραφία του Cooper. Παρ’ όλα αυτά, έχουμε εδώ έναν δημιουργό που πραγματικά τον ενδιαφέρει το όριο ανάμεσα στο προσωπικό και το δημιουργικό, και είναι διατεθειμένος να το εξετάσει από κάθε πλευρά — ακόμη κι από το μισοσκότεινο υπόγειο ενός comedy club στη Νέα Υόρκη.
Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από τη Feelgood.
Το Μεγαλείο/La Grazia
Βαθμολογία: 65/100
Αν έχεις στο μυαλό σου την υπερβολή, την αισθησιακή ένταση και το στιλιστικό overdrive του Paolo Sorrentino, στο Μεγαλείο μοιάζει να τραβάει χειρόφρενο — σχεδόν σαν μια μορφή κινηματογραφικής μετάνοιας μετά το Parthenope. Στο κέντρο της ιστορίας του βρίσκεται ένας Πρόεδρος της Ιταλίας που δεν κάνει σχεδόν τίποτα: σκέφτεται, αναβάλλει, θυμάται τη νεκρή του σύζυγο και αποφεύγει κάθε δύσκολη απόφαση. Και κάπως έτσι, η αδράνεια γίνεται το βασικό θέμα του La Grazia.
Ο Tony Servillo κουβαλάει όλο το φιλμ στους ώμους του, παίζοντας έναν άνθρωπο παγιδευμένο ανάμεσα στην ευθύνη και την αδυναμία του να δράσει. Ακούει τους πάντες, αλλά δεν επιλέγει τίποτα. Και εκεί βρίσκεται και η πιο ενδιαφέρουσα ένταση: όχι ανάμεσα σε ανθρώπους, αλλά μέσα του. Οι αποφάσεις που τον κυνηγάνε — το ζήτημα της ευθανασίας ας πούμε, μία χάρη σε γυναίκα που σκότωσε τον κακοποιητή της, ή τα φαντάσματα του παρελθόντος — δεν λειτουργούν τόσο ως δραματικές κορυφώσεις, όσο ως υπενθυμίσεις πως η εξουσία χωρίς δράση είναι σχεδόν παράλυση. Η ταινία γύρω του όμως μοιάζει πιο άκαμπτη από τον ηθοποιό.
Το La Grazia μοιάζει με σύγκρουση ανάμεσα στον σκηνοθέτη που ξέρουμε και σε έναν σκηνοθέτη που δεν εμπιστεύεται πια το ίδιο του το στιλ. Περιορίζει τον εαυτό του σε κλειστούς χώρους, σε διαδρόμους και δωμάτια, και αποφεύγει τη “μεγάλη” εικόνα, αν και δεν μπορεί να αντισταθεί εντελώς στις μικρές εκρήξεις στυλιζαρίσματος όπως, για παράδειγμα, οι αλλόκοτες μουσικές επιλογές που θυμίζουν τον παλιό του εαυτό.
H ταινία προσπαθεί να μας κάνει να νιώσουμε συμπάθεια για έναν άνθρωπο που έχει παραλύσει υπό το βάρος της ευθύνης και της συνείδησής του και, παρότι υπάρχουν στιγμές που το καταφέρνει, δεν βρίσκει ποτέ πραγματικά τον παλμό της. Ίσως αυτή να είναι και η ειρωνεία: μια ταινία για την αναποφασιστικότητα, που τελικά νιώθει και η ίδια αναποφάσιστη.
Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από τη Rosebud.21.
Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ
Βαθμολογία: 78/100
Παρέα με την Αρκουδότρυπα, το Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ είχε ξεχωρίσει άμεσα στο τελευταίο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ανάμεσα στην υπόλοιπη ελληνική παραγωγή μυθοπλασίας για τη χρονιά που διανύουμε. Τα πέντε του βραβεία από τη διοργάνωση δεν ήταν έκπληξη.
Ο Γιώργος Γεωργόπουλος, στην τρίτη του μεγάλου μήκους ταινία μετά το Tungsten και το Δε Θέλω να Γίνω Δυσάρεστος Αλλά Πρέπει να Μιλήσουμε για Κάτι Πολύ Σοβαρό, συνεχίζει να αποφεύγει τις εμφανείς επαναλήψεις, ενώ ταυτόχρονα βαθαίνει με συνέπεια το προσωπικό του κινηματογραφικό σύμπαν.
Αυτή τη φορά, ντύνει την ιστορία του με τον μανδύα μίας αθλητικής ταινίας, υπηρετώντας επάξια το είδος, με ρεαλισμό όχι μονάχα στις σκηνές αγώνα τζούντο αλλά και γενικά σε σχέση με τη αθλητική σωματικότητα των χαρακτήρων και της προσπάθειάς τους. Κάτω όμως από την επιφάνεια του αγώνα κρύβεται μία ιστορία ενηλικίωσης που δεν φοβάται να εκτεθεί, να μιλήσει για ταυτότητα, για επιθυμία, για το τι σημαίνει να μαθαίνεις τον εαυτό σου ενώ ταυτόχρονα μαθαίνεις τους κανόνες ενός κόσμου που δεν σε περίμενε.
Η Δάφνη στο κέντρο της αφήγησης, νέα κάτοικος Αθήνας αφότου άφησε την Ικαρία για να προπονηθεί στο τζούντο με στόχο το όνειρο των Ολυμπιακών Αγώνων, δεν θέλει απλώς να κερδίσει. Προσπαθεί να καταλάβει και πού ανήκει. Το τατάμι γίνεται το ιδανικό πεδίο μάχης της προς αυτή την κατεύθυνση – σωματικής και υπαρξιακής. Ο Γεωργόπουλος χειρίζεται αυτή τη διπλή σύγκρουση με μια εντυπωσιακή οικονομία — τίποτα δεν περισσεύει, τίποτα δεν φωνάζει για προσοχή, κι όμως όλα λειτουργούν με αίσθηση προετοιμασμένης ακρίβειας. Σαν κινήσεις που έχουν επαναληφθεί αμέτρητες φορές στην προπόνηση και τώρα εκτελούνται ενστικτωδώς.
Η αισθητική επιλογή της επιστροφής στα ‘80s δεν είναι απλώς στυλιστικό παιχνίδι – η φωτογραφία της Χριστίνας Μουμούρη, το art direction και το αναπάντεχο soundtrack — η Άνοιξη του Ανδρέα Μικρούτσικου είναι ένα άξιο νέο Eye of the Tiger — δημιουργούν έναν χώρο εκτός χρόνου. Έναν ενδιάμεσο τόπο, όπου η ενηλικίωση δεν είναι ούτε παρελθόν ούτε μέλλον, αλλά διαρκής εκκρεμότητα.
Το Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ εμπεριέχει ένα twist που δεν μπορεί, σαφώς, να προδοθεί εδώ, είναι όμως το μοναδικό μελανό σημείο που μπορεί να χρεωθεί σε μία ταινία καλών προθέσεων ως προς τη διαχείρισή της για μία εξαίρεση στον κανόνα. Στη #MeToo πραγματικότητα, το κάνει χωρίς διδακτισμό, αλλά θα μπορούσε δραματουργικά να έχει φτάσει στο ίδιο σημείο για τους χαρακτήρες, με άλλον τρόπο.
Οι ερμηνείες είναι η φυσική προέκταση του κόσμου της ταινίας. Ο ανερχόμενος Μορτ Κλωναράκη κινείται ανάμεσα στη συστολή και την έκρηξη με μια εσωτερικότητα που κερδίζει αθόρυβα, ενώ ο Βαγγέλης Μουρίκης, σε έναν από τους πιο αντισυμβατικούς ρόλους του, είναι δωρικός αλλά και τρυφερός μέσα στην απόσταση δασκάλου-μαθήτριας.
Είναι νωρίς για να ζητήσω σίκουελ;
Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Tanweer.
EPiC: Elvis in Concert
Βαθμολογία: 73/100
Αυτό που ένιωσα παρακολουθώντας το EPiC: Elvis in Concert, είναι πως, ο Baz Luhrmann προσεύχεται να ανακαλύψει το υλικό των συναυλιών του Elvis Presley κάποιος εξωγήινος πολιτισμός του μέλλοντος, και να δημιουργήσει αίρεση γύρω από τις κινήσεις των γοφών του. Η πρόθεση του δημιουργού μετά την πρώτη ώρα του ντοκιμαντέρ, που ράβει δύο, κυρίως, εμφανίσεις του Presley στο Λας Βέγκας από το 1970 και το 1972, είναι να παρουσιάσει μία θεότητα και όχι έναν καλλιτέχνη. Και δεν προσπαθεί καν να κρατήσει αποστάσεις — αυτή είναι μια ταινία φτιαγμένη από έναν πιστό.
Σε αντίθεση με το Elvis του 2022 που προσπάθησε να χωρέσει όλη τη ζωή του Presley σε ένα biopic – και δεν μπορούσε παρά να χαθεί μέσα σε αυτό – εδώ ο Luhrmann αφήνει τον ίδιο τον Elvis να μιλάει, να αυτοσαρκάζεται, να φλερτάρει, να ιδρώνει, να δίνεται ολοκληρωτικά. Και η κάμερα — συχνά υπερβολικά κοντά του — τον αποθεώνει, μετατρέποντας κάθε κίνηση και βλέμμα του σε κάτι σχεδόν υπερφυσικό. Ο Luhrmann επιβραδύνει ακόμη και τον τυπικά επιθετικό του τρόπο μοντάζ για να τα αποτυπώσει όλα, επιταχύνοντας μόνο όταν ακολουθεί τον ρυθμό του Βασιλιά του.
Ο σκηνοθέτης εκφράζει το μεγαλύτερο μέρος της καλειδοσκοπικής του οπτικής ευρηματικότητας στον καταιγιστικό του πρόλογο, αλλά αργότερα δεν ενδιαφέρεται να εξηγήσει τον Elvis, ούτε να δείξει τις σκοτεινές πλευρές του. Κόβει σχεδόν τελείως την εκτός σκηνής ζωή του, κρατώντας μόνο μικρές, σχεδόν αυθαίρετες αναφορές – μια φωτογραφία ή μια ανάμνηση – για να ενισχύσει το συναίσθημα. Είναι μία συνειδητή επιλογή και ταυτόχρονα ένα ρίσκο, γιατί αφήνει έξω όλη την πολυπλοκότητα του ανθρώπου για χάρη του μύθου.
Και τελικά ο Luhrmann δεν στήνει απλώς ένα ντοκιμαντέρ, αλλά ένα επιχείρημα. Ως απολογητής του Elvis ισχυρίζεται πως δεν του επιτράπηκε ποτέ να γίνει όσο μεγάλος θα μπορούσε, ότι δεν εξερευνήθηκε πλήρως, ότι έφταιγαν πάντοτε άλλοι για τον περιορισμό του. Από αυτή την άποψη, το EPiC είναι απλώς κάτι σαν συνοδευτικό του Elvis. Ως concert movie ωστόσο, μεταδίδει την έκσταση.
Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Tanweer.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.