
Νέες ταινίες: Το φαινόμενο του Obsession στην Ελλάδα και το αειθαλές Toy Story 5
- 18 ΙΟΥΝ 2026
Πόσο φεμινιστικό είναι στ’ αλήθεια το Obsession, τι νέο φέρνει το Toy Story 5 και τι μπορείς να περιμένεις από τη νέα περιπέτεια του Glen Powell; Διάβασε τον σχολιασμό μας για τις ταινίες της εβδομάδας παρακάτω:
Εμμονή/Obsession
Βαθμολογία: 65/100
Η κεντρική ιδέα της επιτυχημένης ταινίας τρόμου Obsession μπορεί να ακούγεται γνώριμη: τι θα γινόταν αν είχες ένα εντελώς παραλυτικό crush με κάποιο άτομο, αλλά φοβόσουν υπερβολικά να του εξομολογηθείς τα συναισθήματά σου; Στις πρώτες σκηνές του μεγάλου μήκους ντεμπούτου του σκηνοθέτη Curry Barker, ένας εικοσάρης υπάλληλος δισκοπωλείου ονόματι Bear που υποδύεται ο Michael Johnston, δεν βρίσκει το θάρρος να ζητήσει από τη συνάδελφο και φίλη του Nikki, της Inde Navarrette, να βγουν, ακόμα κι όταν εκείνη τον ρωτά ευθέως αν του αρέσει.
Αντί να παραδεχτεί πως ναι, του αρέσει, και να αντιμετωπίσει τις συνέπειες, επιλέγει έναν διαφορετικό τρόπο για να μπει στην καρδιά της. Σπάει στα δύο ένα μαγικό κλαράκι ελιάς, με την ελπίδα ότι η Nikki θα τον αγαπήσει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο.
Είναι ένας Nice Guy που νιώθει ότι η επιφανειακή του ευγένεια του δίνει το δικαίωμα σε ρομαντική ανταπόδοση, εδώ όμως παίρνει πολλά παραπάνω από αυτά που υπολόγιζε γιατί η Nikki μετατρέπεται σε μία φρικιαστική εκδοχή του εαυτού της, ικανή για τερατώδεις πράξεις. Και η Inde Navarrette διαχωρίζει με σαφήνεια όλες τις διαφορετικές εκδοχές της, με τρομερό έλεγχο στη σωματικότητά της οδηγώντας στις πιο ανατριχιαστικές στιγμές της ταινίας. Είναι ευρηματική, αιχμηρή και αποκαλυπτική, με τρόπους μεγαλύτερους από την ίδια την ταινία.
Το Obsession έχει καλό ρυθμό, παρότι γίνεται επαναληπτικό, και προσεγγίζει τη χιλιοπαιγμένη φόρμουλα της ευχής που πάει στραβά με μία φινέτσα δική του. Πετυχαίνει φοβερά επίσης, μέσα μας, την αίσθηση αδιεξόδου που απαιτεί κάθε αποτελεσματικό horror: να θες να φύγεις από την αίθουσα από τη δυσφορία, αλλά και να ΠΡΕΠΕΙ οπωσδήποτε να δεις τι θα συμβεί μετά.
Θέλει προφανώς να σχολιάσει την αντικειμενοποίηση των γυναικών και την εκμετάλλευσή τους για χάρη της ανδρικής φαντασίωσης, αλλά εδώ αρχίζουν και τα προβλήματα.
Ο Barker έχει πει πως, γράφοντας την ταινία, ήθελε να εξερευνήσει τον φόβο των ανδρών «να μην πουν το σωστό πράγμα ή να μη φανούν κρίπουλες». Παρότι αυτές οι ανησυχίες εξετάζονται στην ταινία, δεν διερευνώνται ούτε μία φορά από τη σκοπιά της Nikki. Οι φόβοι που μπορεί να έχει ένας Nice Guy όταν βγαίνει ραντεβού — ή, στην περίπτωση του Bear, όταν προσπαθεί να βγει ραντεβού — στη σύγχρονη εποχή, θα ήταν απείρως πιο ενδιαφέροντες μέσα από τη γυναικεία οπτική, ή και μέσα από αυτήν. Πώς βιώνει η Nikki την αναγκαστική προβολή του φαντασιακού τους ειδυλλίου από τον Bear; Τι συνέπειες έχει αυτό για εκείνη; Το κοινό δεν παίρνει ποτέ κάτι περισσότερο από φευγαλέες ματιές.
Οι στιγμές όπου διακρίνουμε την αληθινή Nikki είναι άνισες, πνιγμένες από τον χρόνο που αφιερώνεται στο να βλέπουμε τη Nikki της ευχής να κάνει αποτρόπαιες πράξεις, και τον Bear να υφίσταται τις συνέπειες. Αν ο σκοπός του Barker στη μετατροπή της Nikki σε freak show είναι να σχολιαστεί το κακό που υπομένουν οι γυναίκες από τους άνδρες, έστω και άθελά τους, τότε το κοινό αξίζει περισσότερα από μια επιφανειακή ματιά στο φευγαλέο απομεινάρι ενός ανθρώπου με τον οποίο πρέπει να συμπάσχει. Είναι, ομολογουμένως, μία άβολη θέση αυτή που σε βάζει το Obsession, δεν είναι σίγουρα όμως όχι πρωτότυπα, αχαρτογράφητα νερά.
Ότι ξέρει πως ο Bear είναι πράγματι απαράδεκτος, δεν κάνει την εμπειρία πιο διορατική για όσες και όσους έχουμε δώσει έστω και την παραμικρή προσοχή εδώ και μερικές χιλιετίες. Έχουμε αναγκαστεί να βλέπουμε γυναίκες να παρακαλούν να πεθάνουν — αυτή την αρρωστημένη ανδρική φαντασίωση της άφεσης που συνήθως ανταμείβεται με ωμή βία — αρκετά σε αυτή τη ζωή. Έτσι γράφονταν οι γυναίκες στο horror επί δεκαετίες
Είναι στ’ αλήθεια κρίμα, γιατί μία πιο τρισδιάστατη προσέγγιση ίσως να ήταν το μόνο που χρειαζόταν το Obsession για να ξεφύγει από μία ακόμα επιδερμικά γραμμένη γυναικεία φιγούρα στο horror, καμουφλαρισμένη πίσω από αυτοσαρκαστικά αστεία και εύθραυστες προοδευτικές ιδέες.
Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Tanweer.
Toy Story 5
Βαθμολογία: 78/100
Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά, ότι δεν υπάρχει κακή ταινία Toy Story. Μπορεί το Toy Story 4 να έκλεψε λίγο από το ασύγκριτο φινάλε του τρίτου σίκουελ και καλύτερης – κατά τη γνώμη μου – ταινίας του franchise, ούτε κι εκείνο όμως ήταν περιττό.
Η πέμπτη συνέχεια έρχεται από τον θρύλο της Pixar Andrew Stanton, των Ψάχνοντας τον Νέμο και Wall-E, που είχε μόνο γράψει για τα Toy Story ως τώρα αλλά ένιωσε αισίως την ανάγκη να σκηνοθετήσει την τελευταία του ιστορία για το franchise για να μην πέσει σε λάθος χέρια. Και η ταινία λοιπόν, και τα παιχνίδια του Andy, έχουν πέσει στα σωστά. Η προσοχή της κοινωνικά αμήχανης Bonnie όμως, της νέας τους ιδιοκτήτριας, διασπάται από το νέο της τάμπλετ παιχνιδιών, τη Lilypad. Και η Jessie η καουμπόισσα, που παίρνει εδώ τα ηνία της πρωταγωνίστριας για πρώτη φορά, αναλαμβάνει τη μάχη ενάντια στην τεχνολογία, με απρόσμενους συμμάχους.
Η Jessie κυριαρχεί στις πιο ξεκαρδιστικές στιγμές της ταινίας αλλά και τις πιο τρυφερές, με το τραύμα εγκατάλειψης που κουβαλά και που μας είχε ραγίσει για πρώτη φορά την καρδιά σε μία σπαρακτική σεκάνς του Toy Story 2, να εξερευνάται εδώ πλήρως. Παρά το μάρκετινγκ της ταινίας πάντως που έχει τιζάρει έναν πόλεμο μεταξύ παραδοσιακού παιχνιδιού και τεχνολογίας, η Jessie θα συνειδητοποιήσει παρέα με το κοινό πως η ιστορία δεν θα παρουσιάσει τη δεύτερη ως τον κακό της υπόθεσης.
Θα αναρωτηθεί περισσότερο για το πώς εμποδίζει την κοινωνικοποίηση των παιδιών ή τη διαχείριση των συναισθημάτων τους. Είναι υπαρξιακή η αναζήτηση, μετά από μία αρκετά ασύνδετη πρώτη πράξη που χτίζει πολλές διαφορετικές ιστορίες, ενωμένες όμως έξυπνα σε ένα φανταστικό τρίτο κεφάλαιο γεμάτο με τη συναισθηματική ισχύ και το χιούμορ που περιμένουμε από την Pixar, αλλά και κάμποσες απότομες στροφές για τις προσδοκίες μας.
Το Toy Story 5 προσφέρει απαντήσεις για το πέρασμα του χρόνου που έχει δώσει ξανά στο παρελθόν, ενώ ταυτόχρονα δεν μπορεί να πάρει μία αποφασιστική θέση για το μέλλον του παιχνιδιού όταν ως ανθρωπότητα βρισκόμαστε σε τόσο μεταβατική φάση στη σχέση μας με την τεχνολογία. Ελπίζει όμως, μέσα στην κρυμμένη αμφιθυμία του, πως δεν θα ξεχάσουμε ποτέ ότι η φαντασία μας δεν μπορεί να ακονίζεται μονάχα μπροστά από φωτεινές οθόνες.
Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από τη Feelgood.
Θανάσιμα Πλούσιος/How to Make a Killing
Βαθμολογία: 48/100
Το κινηματογραφικό υποείδος που προτείνει να φάμε τους πλούσιους – eat the rich που λένε στο χωριό μου – συνεχίζει να κερδίζει έδαφος. Μία από τις πιο πρόσφατες ταινίες που πατούν πάνω σε αυτή τη σκοτεινή εμμονή είναι το How to Make a Killing – η διασκεδαστική, αλλά άμεσα ξεχάσιμη κωμική crime περιπέτεια του John Patton Ford, για έναν άντρα αποφασισμένο να διεκδικήσει ξανά την οικογενειακή του κληρονομιά.
Πρόκειται για τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του σεναριογράφου και σκηνοθέτη που έκανε αίσθηση στην ανεξάρτητη αμερικανική σκηνή με το σκοτεινό crime thriller Emily the Criminal, αυτή τη φορά όμως στρέφεται σε μια σύγχρονη εκδοχή της αριστοτεχνικής κωμωδίας του Robert Hamer, Kind Hearts and Coronets, από το ‘49. Η ταινία ακολουθεί τον Becket Redfellow που υποδύεται ο Glen Powell – χαρισματικός όπως πάντα, αλλά συγκρατημένος εδώ – έναν άντρα που η πλούσια οικογένειά του αποκήρυξε από τη γέννησή του, λόγω των ντροπιαστικών, για εκείνους, συνθηκών της καταγωγής του. Αποφασισμένος να εξασφαλίσει τα χρήματα που στερήθηκε η μητέρα του, ο Becket ανακαλύπτει ότι παραμένει στη σειρά διαδοχής για την οικογενειακή περιουσία των 28 δισεκατομμυρίων δολαρίων, αρκεί να καταφέρει να βγάλει από τη μέση τον ανταγωνισμό.
Ο Powell ερμηνεύει σε ύφος American Psycho, ωστόσο παρά την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, η ταινία προσφέρει περιορισμένη πρόσβαση στην ψυχολογία του. Οι σκηνές των φόνων είναι αρχικά απολαυστικές — αν και χρωστούν πολλά στις ταινίες Knives Out — όμως όσο συσσωρεύονται τα πτώματα, συσσωρεύεται και η ανία. Σχεδόν δύο ώρες μετά, η ανάπτυξη του χαρακτήρα παραμένει ελάχιστη.
Η πολυεπίπεδη κριτική και η παρωδία έχουν υπάρξει τα στοιχεία που κρατούν ταινίες όπως τα οσκαρικά Παράσιτα και Τρίγωνο της Θλίψης πολύ μακριά από το να μετατραπούν σε τυποποιημένη αλληλουχία φόνων, εδώ όμως η σάτιρα δεν είναι ποτέ αρκετά αιχμηρή.
Παρά την εξαιρετική παρουσία της Margaret Qualley στο πλευρό του Powell και ένα-δύο αρκετά ικανοποιητικά αιματοκυλίσματα, το How to Make a Killing σπανίως καταφέρνει να ανεβάσει παλμούς.
Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από τη Spentzos Film.
ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΕΠΙΣΗΣ:
Leviticus
Από τους παραγωγούς των ταινιών Talk to Me και The Babadook, έρχεται ένα καθηλωτικό horror, που συνδυάζει τρόμο, ένταση, μυστήριο και ρομαντισμό εξερευνώντας τις πιο βαθιές επιθυμίες και τους σκοτεινούς ανθρώπινους φόβους.
Σε μία μικρή και απομονωμένη πόλη της Αυστραλίας, δύο έφηβοι, ο Naim (Joe Bird) και ο Ryan (Stacy Clausen), πρέπει να ξεφύγουν από μια βίαιη, αόρατη δύναμη, που παίρνει τη μορφή του προσώπου που επιθυμούν περισσότερο – ο ένας τον άλλον. Το καστ συμπληρώνει η Mia Wasikowska (Only Lovers Left Alive) που υποδύεται τη συναισθηματικά ανώριμη μητέρα του Naim.
Η ταινία είχε την πρεμιέρα της στο Midnight section του φετινού Sundance Film Festival και ξεχώρισε ως Critic’s Pick for 2026 στο Variety.
Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από τη TFG.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.