Stefan Rousseau - PA Images/PA Images/Getty Images/Ideal Image
ΜΟΥΣΙΚΗ

Oasis στο Knebworth ή αλλιώς, η Britpop στην κορυφή του λόφου

Οι Oasis ανακοίνωσαν δύο ακόμα live στο ιστορικό Knebworth και όσο περιμένετε στην ουρά, γυρίζουμε το χρόνο, αλλά όχι τον χώρο, τριάντα χρόνια πριν.

Το φίλτρο είναι ξεκάθαρο πια πως είναι η νοσταλγία και κάπως έτσι το reunion τους δε θα μπορούσε να είναι μια ωδή στο κρησφύγετο των αναμνήσεων. Οι πιστοί τους προσπαθούν να βρουν ένα μαγικό συναυλιακό χαρτάκι και οι ακόμα πιο πιστοί να γυρίσουν το χρόνο πίσω σε μια εποχή που τα live ήταν προσβάσιμα για όλα τα βαλάντια.

Ο Liam Gallagher δε μπήκε πολύ στο mood και χρησιμοποίησε μονάχα δύο λέξεις. “STOP MOANING”, που σημαίνει σταματήστε να γκρινιάζετε, ή και να κλαίτε. Στο X ένας χρήστης θυμάται να ακούει Oasis στο Cathouse με 6,30 λίρες ενώ «του χρόνου, ένα εισιτήριο στην αρένα θα κοστίζει από 170 λίρες και πάνω. Αυτό είναι αύξηση 2.598%».

Η ζήτηση παρόλα αυτά παραμένει τεράστια. Ως εκ τούτου, ανακοινώθηκαν δυο ακόμα live στο ιστορικό Knebworth.

Και ναι, αυτό αποτελεί και το θέμα του σημερινού επεισοδίου, όταν τριάντα χρόνια πριν ο Liam Gallagher σήκωσε πάνω από το κεφάλι του το ποτήρι με το τελευταίο ποτό πριν από τη συναυλία, με τον Noel να παίρνει θέση μπροστά στο μικρόφωνο, κοιτώντας τον ορίζοντα.

«This is history». «Right here, right now, this is history».

Και πράγματι, έτσι ακριβώς ήταν.

Στις 10 και 11 Αυγούστου του 1996, οι Oasis έπαιξαν στο Knebworth Park μπροστά σε περισσότερους από 250.000 ανθρώπους. Για τους λάτρεις της στατιστικής, παραμένουν δύο από τις μεγαλύτερες συναυλίες που έχουν πραγματοποιηθεί ποτέ στη Βρετανία.

Το Knebworth ήταν η στιγμή που η Oasis πάτησαν στο έβερεστ της Britpop. Και ταυτόχρονα η στιγμή που η ίδια η Britpop έφτασε στο πικ του δικού της λόφου.

«Έμοιαζε σαν όλα να οδηγούσαν σε κάτι που θα καθόριζε όχι μόνο το μέγεθος της μπάντας, αλλά και το τι ήταν η βρετανική ποπ μουσική εκείνη την εποχή», θα έλεγε αργότερα ο Noel Gallagher. «Όλα έμοιαζαν να οδηγούν στο Knebworth».


Roberta Parkin/Redferns/Getty Images/Ideal Image

Η εποχή ήταν ήδη έτοιμη για ένα τέτοιο ξέσπασμα. Το 1995, η μάχη των Blur με τους Oasis για την κορυφή των charts, με τα «Country House» και «Roll with It», είχε μετατρέψει μια μέχρι τότε σχετικά κλειστή indie σκηνή σε εθνικό φαινόμενο. Pulp, Suede, Supergrass, Elastica, Ash, Manic Street Preachers και δεκάδες ακόμη συγκροτήματα βρέθηκαν ξαφνικά στο κέντρο της mainstream κουλτούρας.

Οι Blur κέρδισαν τη μάχη των singles. Οι Oasis, όμως, κέρδισαν τον μεγαλύτερο πόλεμο.

Η ζήτηση για εισιτήρια ακολούθησε την ίδια λογική. Αρχικά ήταν το Sheffield Arena. Μετά το Maine Road, το γήπεδο της αγαπημένης Manchester City των Oasis. Οι δύο συναυλίες στο Μάντσεστερ τον Απρίλιο του 1996 εξαντλήθηκαν μέσα σε λίγα λεπτά.

Ναι, έπαιζε και τότε το sold out, χωρίς όμως ψηφιακές ουρές και κασκαρίκες.

Ο Alan McGee, επικεφαλής της Creation Records, πίστευε ότι ακούμπησαν το ταβάνι. «Το γήπεδο της ομάδας τους, στο Μάντσεστερ. Τι μεγαλύτερο μπορούσε να υπάρχει;», αναρωτιόταν.

Κι όμως. Υπήρχε το Knebworth.

Οι διοργανωτές έψαξαν σε ολόκληρη τη νότια Αγγλία για τον κατάλληλο χώρο. Όταν έφτασαν εκεί, η επιλογή φάνηκε σχεδόν αυτονόητη. Το μέρος είχε ιστορία, μιας και εκεί είχαν παίξει στο παρελθόν οι μεγαλύτεροι rock stars του πλανήτη. Για τους Oasis, ήταν η ευκαιρία να πάρουν τη σκυτάλη.

Τα εισιτήρια κυκλοφόρησαν τον Μάιο και εξαφανίστηκαν μέσα σε λίγες ώρες. Περισσότερα από δύο εκατομμύρια αιτήματα, με τους διοργανωτές να αναφέρουν περίπου δέκα εκατομμύρια κλήσεις. Αναπάντητες κλήσεις παντού. Αν όλοι όσοι ζήτησαν εισιτήριο το είχαν πάρει, το Knebworth θα μπορούσε να είχε γεμίσει είκοσι φορές.

Το line-up έμοιαζε με πολαρόιντ της Britpop στην πιο μεγάλη της στιγμή: The Prodigy, Manic Street Preachers, The Charlatans, The Chemical Brothers και, στην αρχή της ημέρας, οι Bootleg Beatles.

Οι τελευταίοι βρίσκονταν ακόμη στο soundcheck όταν άνοιξαν οι πύλες. Ο κόσμος έφτανε από παντού.

«Ήταν σαν ένα τεράστιο κύμα παιδιών», θυμάται ο Andre Barreau, ο «George» των Bootleg Beatles. «Ήταν απίστευτο».

Η ίδια εικόνα επικρατούσε και στα παρασκήνια. Η VIP περιοχή μπορούσε να φιλοξενήσει περίπου 6.000 ανθρώπους και ήταν γεμάτη pinball, Scalextric, δωρεάν μπαρ και διάσημα πρόσωπα. Ο Jarvis Cocker των Pulp θυμόταν ότι το πρώτο πράγμα που είδε όταν έφτασε ήταν τον Mick Hucknall να προσπαθεί να φλερτάρει τη Martine McCutcheon.

Το Knebworth ήταν, όπως το περιγράφει ένας από τους διοργανωτές, «στο ηδονιστικό άκρο του φάσματος». Η γενιά του Loaded, η Cool Britannia, ποδοσφαιριστές, μοντέλα και celebrities συνυπήρχαν σε μια ατμόσφαιρα όπου οι ουσίες κυκλοφορούσαν σχεδόν ανοιχτά.

Οι Oasis, όμως, φέρεται να παρέμεναν σχετικά απομονωμένοι από όλο αυτό. Ο κιθαρίστας Paul «Bonehead» Arthurs είχε μάλιστα εκνευριστεί με την ένταση των Prodigy επειδή προσπαθούσε να κοιμηθεί πριν από τη συναυλία.

Η εικόνα της μπάντας προς τα έξω ήταν εκείνη μιας παρέας που το ζούσε στα άκρα. Στην πραγματικότητα, για τη συγκεκριμένη στιγμή, όλα έπρεπε να είναι ελεγχόμενα.

«Δεν ανεβαίναμε ποτέ στη σκηνή μεθυσμένοι ή φτιαγμένοι», έλεγε ο Noel. «Δεν μπορούσες να παίξεις σε αυτό το επίπεδο».

Και όταν ήρθε η ώρα, οι Oasis ήταν έτοιμοι.

Στις 10 Αυγούστου ανέβηκαν στη σκηνή πετώντας τεράστιες φουσκωτές μπάλες ποδοσφαίρου στο κοινό. Ο Liam χαιρέτησε τους 125.000 ανθρώπους με το «mad fer it» και πέταξε ένα μικρό καρφί στους Blur τραγουδώντας το «all the people, so many people» από το «Parklife».

Ύστερα ήρθε το «Columbia» και το Knebworth πήρε φωτιά.

Ακολούθησαν «Cigarettes & Alcohol», «Supersonic», «Wonderwall», «Don’t Look Back in Anger» και, φυσικά, το «Champagne Supernova», με τον John Squire των Stone Roses να ανεβαίνει στη σκηνή. Ήταν η εικόνα που έμεινε στη συλλογική μνήμη της Britpop. Βροχή, κιθάρες, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι και μια μπάντα που έμοιαζε να πιστεύει απόλυτα ότι της ανήκει εκείνη η στιγμή.

Στο τέλος, οι Oasis έκλεισαν με το «I Am the Walrus», αλλα δε μπορούσαν να φύγουν αμέσως. Τα πυροτεχνήματα είχαν σχεδιαστεί ώστε να τους δώσουν χρόνο να αποχωρήσουν πριν το πλήθος μπλοκάρει τους δρόμους.

Ο Liam πίστεψε ότι η δουλειά είχε τελειώσει. Είχε καταλάβει ότι έπαιζαν μόνο μία βραδιά. Έτσι, μετά το πρώτο live, ήπιε κάτι παραπάνω, ή πολύ παραπάνω.

«Νόμιζα ότι κάναμε μόνο μία βραδιά», παραδέχτηκε αργότερα. «Μετά κάναμε και τη δεύτερη, οπότε ήπια πολύ μετά την πρώτη και δεν θυμάμαι τίποτα».

Το επόμενο βράδυ, πάντως, ανέβηκε ξανά στη σκηνή. Ήταν πιο άγριος, πιο ατίθασος, κατέβαινε στο pit, επέστρεφε στη σκηνή και περιφερόταν πάνω της με εκείνο το χαρακτηριστικό του swagger.

Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε 250.000 ανθρώπους, οι Oasis μεταμορφώθηκαν σε κάτι πολύ μεγαλύτερο. Όχι μια τεράστια μπάντα, αλλά το σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής.

Το παράδοξο ήταν ότι, μετά το Knebworth, δεν είχαν πραγματικά πού να πάνε.

«Δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι μεγαλύτερο», θυμάται ο McGee. «Εγώ του έλεγα να κάνουμε pay-per-view στην Ανταρκτική. Oasis στην Ανταρκτική. Νομίζω ότι με θεωρούσε τρελό».

Η κορυφή αποδείχθηκε και η αρχή της πτώσης. Μέσα σε έναν μήνα ο Liam θα εγκατέλειπε την αμερικανική περιοδεία στο αεροδρόμιο. Το 1997 θα ερχόταν το υπερβολικό Be Here Now. Λίγο αργότερα, ο Bonehead και ο Guigsy θα αποχωρούσαν. Και το 2009 οι Oasis θα διαλύονταν οριστικά.

Το Knebworth, όμως, θα έμενε ανέγγιχτο από όλα αυτά.

Ήταν η στιγμή που η Britpop έγινε μαζικό φαινόμενο, όταν το βρετανικό κιθαριστικό rock πέρασε από τα clubs στα μεγαλύτερα στάδια του κόσμου. Η επιτυχία των Oasis άνοιξε τον δρόμο για συγκροτήματα όπως οι Verve, οι Radiohead και οι Prodigy να αντιμετωπιστούν ως μεγάλες δυνάμεις.

«Έμοιαζε λες και οι Oasis να άνοιξαν την πόρτα για το indie rock’n’roll», θυμάται ο Conal Dodds. «Ότι αυτοί οι καλλιτέχνες μπορούσαν να γίνουν τα μεγαλύτερα συγκροτήματα της χώρας, αλλά και του κόσμου».

Στο Knebworth δεν ήξερε κανείς αν η εποχή ήταν στην αρχή ή στο τέλος. Ήξεραν μόνο ότι βρισκόταν μέσα στην ιστορία.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.

Exit mobile version