iStock
ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Το Duolingo μόλις έγινε το νέο πνευματικό botox

Σύμφωνα με νέα έρευνα, το να μιλάς πολλές γλώσσες κρατάει τον εγκέφαλό σου έως και 13 χρόνια νεότερο.

Αν κάνεις ένα δυνατό φλας μπακ στα μαθητικά σου χρόνια θα θυμηθείς τον τρόμο που ένιωσες όταν ο μαθηματικός σε σήκωσε πρώτη φορά στον πίνακα, ότι με 150 δρχ στο κυλικείο ένιωθες ο βασιλιάς του κόσμου και ποιες μέρες είχες αγγλικά και γαλλικά. Για τους περισσότερους, η σχέση μας με τις ξένες γλώσσες σταμάτησε κάπου εκεί στην εφηβεία. Μόλις πήραμε εκείνο το πτυχίο θα γέμιζε το μελλοντικό βιογραφικό μας, το κλείσαμε σε ένα συρτάρι και δεν ξαναπροφέραμε ποτέ λέξεις όπως γερούνδιο και subjonctif.

Τα χρόνια πέρασαν, οι συμμαθητές έγιναν συνάδελφοι και οι συζητήσεις για το «αν πέρασες και που», αντικαταστάθηκαν από άλλες. Τώρα, ψάχνουμε τηλέφωνα καλών καρδιολόγων, μετράμε τις ώρες του ύπνου μας και αναζητούμε την κρέμα ματιών που θα διώξει από πάνω μας μια 5ετία. Όσα όμως κι αν υπόσχονται τα ελιξίρια νεότητας, η πραγματική νιότη βρίσκεται κάπου ανάμεσα στους νευρώνες μας. Σε εκείνο το κρυφό δίκτυο που αν το πιέσεις λίγο, έχει την ικανότητα να ανασύρει ολόκληρο ξένο λεξιλόγιο.

Σύμφωνα με μία νέα έρευνα, η εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας μπορεί να επιβραδύνει τη γήρανση του εγκεφάλου έως και 13 χρόνια.

Τα άτομα που μιλούν περισσότερες από μία γλώσσες φαίνεται να έχουν νεότερους εγκεφάλους, ενώ όσο περισσότερες γλώσσες μιλάει κανείς και όσο νωρίτερα αρχίσει να τις μιλάει, τόσο καλύτερα, σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης που παρουσιάστηκε στο συνέδριο της Ομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Νευροεπιστημονικών Εταιρειών στη Βαρκελώνη.

Η μελέτη διαπίστωσε ότι οι άνθρωποι που μιλούσαν δύο γλώσσες είχαν εγκέφαλο που φαινόταν περίπου έξι χρόνια νεότερος από εκείνους που μιλούσαν μόνο μία γλώσσα, οι άνθρωποι που μιλούσαν τρεις γλώσσες είχαν εγκέφαλο που φαινόταν περίπου επτά χρόνια νεότερος, ενώ για όσους μιλούσαν τέσσερις γλώσσες, ο εγκέφαλός τους φαινόταν περίπου 13 χρόνια νεότερος.

Ο εγκέφαλός μας αποτελείται από δισεκατομμύρια νευρικά κύτταρα που επικοινωνούν μεταξύ τους. Ωστόσο, καθώς μεγαλώνουμε, η συνδεσιμότητα στον εγκέφαλό μας συχνά επιδεινώνεται, με αποτέλεσμα να μειώνονται η μνήμη και η ταχύτητα της σκέψης.

Ενώ προηγούμενες έρευνες είχαν διαπιστώσει ότι τα άτομα από ευρωπαϊκές χώρες με υψηλότερο επίπεδο γλωσσικής επάρκειας έτειναν να γερνούν πιο αργά, η συγκεκριμένη μελέτη μέτρησε την επίδραση της ομιλίας ξένων γλωσσών στον εγκέφαλο του κάθε ατόμου.

Επιστήμονες από την Ισπανία, τη Χιλή, την Αργεντινή και το Δουβλίνο συνέκριναν άτομα που ζούσαν στη Χώρα των Βάσκων – η οποία χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα πολυγλωσσίας – και μιλούσαν ισπανικά, βασκικά, γαλλικά και/ή αγγλικά.

Για να μετρήσουν τη νευρολογική ηλικία, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν τη μαγνητοεγκεφαλογραφία για να μετρήσουν την εγκεφαλική δραστηριότητα 728 ατόμων διαφορετικών ηλικιών και επιπέδων γλωσσικών ικανοτήτων. Στη συνέχεια, χρησιμοποίησαν τεχνητή νοημοσύνη για να επεξεργαστούν τα αποτελέσματα και να υπολογίσουν ένα φυσιολογικό επίπεδο εγκεφαλικής συνδεσιμότητας για κάθε συγκεκριμένη ηλικία. Έπειτα, πραγματοποιήθηκαν σαρώσεις και συγκρίσεις σε μια δεύτερη, άσχετη ομάδα 144 ατόμων, η οποία περιλάμβανε ίσο αριθμό ατόμων που μιλούσαν μία, δύο, τρεις ή τέσσερις γλώσσες.

Η Δρ Lucia Amoruso από το Βασκικό Κέντρο Γνωστικής Λειτουργίας, Εγκεφάλου και Γλώσσας στο Σαν Σεμπαστιάν, δήλωσε πως «τα άτομα που μιλούσαν περισσότερες γλώσσες έτειναν να έχουν εγκεφάλους που φαίνονταν νεότεροι από ό,τι θα αναμενόταν για τη χρονολογική τους ηλικία. Το φαινόμενο αυτό δεν σχετιζόταν μόνο με τον αριθμό των γλωσσών που μιλούσαν. Η υψηλότερη γλωσσική επάρκεια και η εκμάθηση μιας δεύτερης γλώσσας νωρίς, συσχετίζονταν επίσης με πιο καθυστερημένη γήρανση του εγκεφάλου. Αυτό υποδηλώνει ότι η πολυγλωσσική εμπειρία έχει σημασία ως κλίμακα: δεν πρόκειται απλώς για το αν κάποιος είναι δίγλωσσος ή όχι, αλλά για το βάθος και τη διάρκεια της γλωσσικής εμπειρίας».

Οι ερευνητές έλαβαν υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο και το μορφωτικό επίπεδο των ατόμων, αλλά επισήμαναν ότι δεν μπορούσαν να αποκλείσουν την πιθανή επίδραση άλλων παραγόντων που ενδέχεται να επηρεάζουν τον εγκέφαλο, όπως ο τρόπος ζωής και η κοινωνική συμμετοχή.

Σχολιάζοντας τα ευρήματα, η καθηγήτρια Χριστίνα Ντάλλα, νευροεπιστήμονας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, δήλωσε πως «αυτή η μελέτη υποδηλώνει ότι η εκμάθηση μιας δεύτερης, τρίτης ή τέταρτης γλώσσας θα μπορούσε να βοηθήσει τον εγκέφαλό μας να παραμείνει νεότερος για περισσότερο καιρό, και όσο νωρίτερα ξεκινήσουμε, τόσο καλύτερα. Υπάρχουν πολλοί καλοί λόγοι για να μάθει κανείς μια άλλη γλώσσα σε οποιαδήποτε ηλικία – κοινωνικοί, πολιτισμικοί και για την υγεία του εγκεφάλου – οπότε θα πρέπει να υποστηρίζουμε την εκμάθηση γλωσσών στο σχολείο και καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής, ακόμα κι αν είναι δύσκολο».

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις

Exit mobile version