2026 Santiago Saldarriaga/AP Photo
ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Επιστήμονες βρήκαν τον τρόπο να προβλέπουν πού θα χτυπήσει ο επόμενος καταστροφικός σεισμός

Νέα μελέτη συγκέντρωσε δορυφορικά δεδομένα και δημιούργησε έναν αλγόριθμο, ο οποίος μπορεί με ακρίβεια να προβλέψει το σημείο όπου θα εκδηλωθεί ο επόμενος μεγάλος σεισμός.

Μόνο το φετινό καλοκαίρι οι δίδυμοι σεισμοί στη Βενεζουέλα και το πρόσφατο ισχυρό χτύπημα των 7,4 Ρίχτερ στην Κολομβία, άφησαν πίσω τους χιλιάδες νεκρούς, ισοπεδωμένες πόλεις και εικόνες βιβλικής καταστροφής. Κάθε φορά που ο Εγκέλαδος χτυπάει με τέτοια μανία, η ανθρωπότητα έρχεται αντιμέτωπη με την ίδια και πάντα σκληρή συνειδητοποίηση: πόσο τραγικά απροετοίμαστοι και ανίσχυροι παραμένουμε απέναντι στα στοιχεία της φύσης.

Μπροστά σε όλα τα «παρακολουθούμε το φαινόμενο και αξιολογούμε την κατάσταση» που ακούμε συνήθως τις πρώτες ώρες από τα χείλη σεισμολόγων, όσο ακόμα δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν το εάν ή όχι πρόκειται για τον κύριο σεισμό, μία ομάδα επιστημόνων συγκέντρωσε δορυφορικά δεδομένα και ανέπτυξε έναν αλγόριθμο, ο οποίος θα προβλέπει με ακρίβεια το σημείο που θα χτυπήσει ο επόμενος μεγάλος σεισμός.

Πεδίο μελέτης αποτέλεσε ο μεγα-σεισμός των 8,8 Ρίχτερ που σημειώθηκε στις 30 Ιουλίου 2025, στις 11:24 π.μ., συγκλονίζοντας την ανατολική ακτή της χερσονήσου Καμτσάτκα της Ρωσίας. Ήταν το μεγαλύτερο σεισμικό φαινόμενο από τον σεισμό των 9 Ρίχτερ Τοχόκου το 2011, αν και ευτυχώς είχε πολύ λιγότερες απώλειες.

Ο ισχυρός σεισμός σημειώθηκε κατά μήκος της ζώνης υποβύθισης Κουρίλ-Καμτσάτκα, ενός ορίου ρήγματος μεταξύ της πλάκας Οχοτσκ και της πλάκας του Ειρηνικού στον λεγόμενο «Δακτύλιο της Φωτιάς», μια έκταση 25.000 μιλίων στον πυθμένα της θάλασσας που προκαλεί τα τρία τέταρτα των σεισμών παγκοσμίως.

Οι περισσότερες αναφορές για τον σεισμό του 2025 ανέφεραν μόνο μέτριες ζημιές και ελάχιστα τσουνάμι στις παράκτιες περιοχές του Ειρηνικού. Ενώ η Ιαπωνία εξακολουθεί να ανακάμπτει από τις συνέπειες του σεισμού του Τοχόκου ακόμη και σήμερα, μεσολάβησε λιγότερο από μία εβδομάδα για να ξεχαστεί εντελώς ο ισχυρός σεισμός της Καμτσάτκα.

Όμως, ενώ το ιστορικό αποτύπωμα του σεισμού της Καμτσάτκα μπορεί να αποδειχθεί βραχύβιο, η επιστημονική του κληρονομιά φαίνεται πως μόλις αρχίζει να διαμορφώνεται.

Σε νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Geophysical Research Letters, οι γεωφυσικοί του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Ρίβερσαϊντ, Axel Periollat και Gareth Funning, αξιοποίησαν τα δεδομένα από τον σεισμό για να δοκιμάσουν ένα μοντέλο το οποίο φιλοδοξεί να προσδιορίσει με ακρίβεια το σημείο όπου είναι πιθανό να εκδηλωθεί ένα μεγάλο σεισμικό γεγονός στο μέλλον.

«Οι σεισμοί καταλαμβάνουν τα πρωτοσέλιδα όταν συμβαίνουν, αλλά για χρόνια πριν από αυτούς το ρήγμα συσσωρεύει σιωπηλά τάση», δήλωσε ο Funning του UCR σε δελτίο Τύπου. «Αυτή η τάση μπορεί να μετρηθεί».

Η μελέτη επικεντρώθηκε στις ζώνες υποβύθισης (περιοχές όπου μια πλάκα μετακινείται, ή υποβυθίζεται, κάτω από μια άλλη), οι οποίες συνήθως προκαλούν τους μεγαλύτερους και πιο καταστροφικούς σεισμούς της Γης. Οι σεισμοί στις ζώνες υποβύθισης συμβαίνουν συνήθως όταν ένα τμήμα του ρήγματος μπλοκάρεται και δημιουργεί ανωμαλίες που συσσωρεύουν όλο και περισσότερη τάση, μέχρι να ολισθήσουν ξαφνικά, προκαλώντας απότομες και μαζικές εκλύσεις σεισμικής ενέργειας. Μετά από έναν σεισμό, η τάση στη ζώνη υποβύθισης αρχίζει να συσσωρεύεται ξανά από σχεδόν μηδενικό επίπεδο. Αυτό έκανε την Καμτσάτκα ένα ιδανικό εργαστήριο, καθώς ο τελευταίος συγκρίσιμος σεισμός εκεί είχε σημειωθεί το 1952. Το ρήγμα επαναφορτιζόταν για 73 χρόνια, αρκετό διάστημα ώστε η παραμόρφωση να καταστεί μετρήσιμη από το διάστημα.

Χρησιμοποιώντας μετρήσεις GPS σε συνδυασμό με το συστηματικό ραντάρ συνθετικού ανοίγματος (InSAR), το οποίο μπορεί να ανιχνεύσει αλλαγές στην επιφάνεια της Γης με ακρίβεια χιλιοστού, οι επιστήμονες δημιούργησαν έναν αλγόριθμο ικανό να προσδιορίσει συγκεκριμένες περιοχές όπου συγκεντρώθηκε η παραμόρφωση κατά μήκος της γραμμής του ρήγματος. Σε σύγκριση με τον σεισμό της Καμτσάτκα του 2025, το μοντέλο προέβλεψε σωστά το σημείο όπου τελικά θα εκδηλωνόταν ο σεισμός.

«Είχαμε μια ιδέα για το πού συγκεντρωνόταν η πίεση, με βάση ένα σχετικά περιορισμένο σύνολο δεδομένων», δήλωσε ο Periollat. «Το γεγονός ότι λειτούργησε τόσο καλά επιβεβαίωσε ότι αυτή η προσέγγιση έχει πραγματική δυναμική».

Το μοντέλο, βέβαια, απέχει ακόμη από το να μετατραπεί σε «γυάλινη σφαίρα» της σεισμολογίας. Αρχικά, δεν μπορεί να προβλέψει πόσο καταστροφικά θα είναι τα τσουνάμι που είναι πιθανόν να προκαλέσουν οι ισχυροί σεισμοί. Παρότι οι σεισμοί του 1952 και του 2025 εκδηλώθηκαν στο ίδιο ρήγμα, ο πρώτος προκάλεσε ένα πολύ μεγαλύτερο τσουνάμι, πιθανότατα επειδή τότε το ρηχότερο τμήμα του ρήγματος υπέστη μεγαλύτερη ολίσθηση σε σχέση με τον σεισμό του 2025.

Επίσης, ένα σημαντικό στοιχείο είναι πως το μοντέλο δεν μπορεί να προβλέψει το χρονικό σημείο ενός σεισμού. Μπορεί δηλαδή να δείξει πού συσσωρεύεται η μεγαλύτερη τεκτονική πίεση, όχι όμως πότε θα εκδηλωθεί ο επόμενος σεισμός.

Ακόμη κι έτσι, η γνώση των σημείων στα οποία ένα ρήγμα υφίσταται τη μεγαλύτερη τάση, μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά πολύτιμη, βοηθώντας τις κοινότητες και τις κυβερνήσεις να προετοιμαστούν καταλλήλως, είτε για παράδειγμα θωρακίζοντας υποδομές ή οργανώνοντας σχέδια εκκένωσης.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.

Exit mobile version